Στο Δέκατο Εωθινό Ευαγγέλιο

Στο Δέκατο Εωθινό Ευαγγέλιο

Στο Δέκατο Εωθινό Ευαγγέλιο

Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς

Τὰ λεγόμενα ἑωθινὰ εὐαγγέλια δὲν εἶναι ὅλα ἑωθινά. Ἑωθινὰ λέγονται αὐτὰ πού ἔχουν συντελεσθῆ κατὰ τὴν ἕω, δηλαδὴ τὸν ὄρθρο τῆς ἡμέρας. Ἡ μετὰ τὴν ἀνάστασι ὅμως ἐπιφάνεια τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους γιὰ ἐπιβεβαίωσί της, τὴν ὁποία διακηρύσσουν τὰ ἑωθινὰ εὐαγγέλια, δὲν συντελέσθηκε μόνο κατὰ τὸν ὄρθρο τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ μεσημέρι καὶ τὸ ἀπόγευμα καὶ τὸ βράδυ ἀκόμη. Παραδείγματος χάριν ὅταν ὁ Κύριος πλησίασε τὸν Λουκᾶ καὶ τὸν Κλεόπα, καθὼς πήγαιναν στὴν Ἐμμαοὺς καὶ βάδισε μαζί τους, δὲν ἦταν πρωΐ· ὅταν δὲ ἔφθασαν στὸ χωριὸ τοῦ προορισμοῦ τους «καὶ αὐτὸς προσποιήθηκε ὅτι ἤθελε νὰ βαδίση παραπέρα», ἐκεῖνοι τὸν παρεκάλεσαν πιεστικὰ λέγοντας «μεῖνε μαζί μας, διότι πλησιάζει τὸ βράδυ κι ἡ ἡμέρα γύρισε»(Λουκ. 24, 28). Ὅταν δὲ μετὰ τὴν κλάσι καὶ διανομὴ τοῦ ἄρτου ἀπὸ αὐτὸν, τὸν ἀνεγνώρισαν, αὐτὸς ἔγινε ἄφαντος ἀπὸ ἐμπρός τους, αὐτοί δὲ σηκώθηκαν τὴν ἴδια ὥρα, ἐπέστρεψαν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ διηγοῦνταν στοὺς ἄλλους μαθητές τὰ συμβάντα στὸ δρόμο· ἐνῶ δὲ ἔλεγαν αὐτά, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς στάθηκε ἀνάμεσά τους, ὁπότε ὁπωσδήποτε ἦλθε ἡμέρα ἔπειτα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἑσπέρα.

Ἄλλοτε πάλι συνωμιλοῦσε μὲ τὸν Πέτρο μετὰ τὸ γεῦμα καὶ τὸν καθιστοῦσε ποιμένα μας, τῶν λογικῶν προβάτων του. Πραγματικὰ λέγει, ὅταν γευμάτισαν, ρωτᾶ τὸν Σίμωνα Πέτρο: «Σίμων Ἰωνᾶ, μὲ ἀγαπᾶς;». Ἀφοῦ δὲ αὐτὸς ἀπάντησε καταφατικά, λέγει «βόσκε τὰ ἀρνιά μου, ποίμαινε τὰ πρόβατά μου» (Ἰωάν.21, 15 ἑξ.).

Πῶς λοιπὸν καὶ αὐτὰ εἶναι ἑωθινὰ κι’ ἔτσι ὀνομάζονται, ἀφοῦ δὲν ἐπιτελέσθηκαν τὸ πρωΐ; Ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός, καθὼς εἶναι ἄναρχος καὶ προαιώνιος, ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος, ἀφοῦ δὲν ἔχει μεταβολὴ ἤ σκιὰ μετατροπῆς, εἶναι καὶ ἀτελεύτητος καὶ ἄδυτος, ἀστράπτοντας φῶς ἀληθινὸ καὶ ὑπερκόσμιο καὶ ποιητικὸ ἀνέσπερης ἡμέρας, στὴν ὁποία μαζὶ μὲ τοὺς ἀγαθοὺς ἀγγέλους βρίσκονται καὶ τὰ πνεύματα τῶν δικαίων. Ἔπειτα δὲ ἀπὸ τὴν συντέλεια τοῦ αἰῶνος τούτου οἱ δίκαιοι θὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὰ σώματά τους, ἀφοῦ εἶναι κληρονόμοι τοῦ φωτὸς καὶ υἱοὶ τῆς πραγματικῆς ἡμέρας. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἡμέρα, ἀφοῦ εἶναι ἀνέσπερη καὶ ἀδιάκοπη, δὲν ἔχει οὔτε εἶχε ὄρθρο, ὅπως δὲν ἔχει οὔτε ἀρχή.

Ἐμᾶς ὅμως μᾶς κατέλαβε νύκτα καὶ μᾶς ἅρπαξε σκιὰ θανάτου, ἐπειδὴ περιπέσαμε στὴν ἁμαρτία καί χάσαμε τὴν ὀπτικὴ δύναμι, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μέσα μας ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ Χάρι, μὲ τὴν ὁποία ἀντιλαμβανόμασταν τὸ φῶς πού χορηγεῖ τὴν ἀληθινὴ ζωή. Νύκτα καὶ θάνατος λοιπὸν ἐπιχύθηκε ἐπάνω στὴ φύσι μας, ὄχι διότι τὸ ἀληθινὸ φῶς τράπηκε, ἀλλά διότι ἐμεῖς ἐκτραπήκαμε καὶ δὲν ἔχουμε πλέον ἀπὸ προσωπική μας δύναμι ἀνάνευσι πρὸς τὸ ζωηφόρο ἐκεῖνο φῶς. Ἀλλά ὁ χορηγὸς τοῦ ἀϊδίου φωτὸς καὶ αἴτιος τῆς ἀληθινῆς ζωῆς μᾶς ἐλέησε στοὺς τελευταίους καιροὺς καὶ ὄχι μόνο κατέβηκε ἕως ἐμᾶς γιὰ χάρι μας, γενόμενος ἄνθρωπος σὰν ἐμᾶς, ἀλλά ὑπέμεινε γιὰ χάρι μας σταυρὸ καὶ θάνατο καί, ἀφοῦ μὲ τὸν θάνατό του ἐσκύλευσε τὰ βασίλεια τοῦ Ἅδη, ἀναστήθηκε τριήμερος, δείχνοντας πάλι στὴν δικὴ μας φύσι ὅτι τὸ φῶς τῆς ἄφθαρτης καὶ ἀθάνατης ζωῆς ὑπῆρξε γι’ αὐτὴν φῶς ἀναστάσεως.

Ἀφοῦ δὲ τώρα ἡ ἀνάστασίς του ἔγινε ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων, κατὰ δὲ τὴν δευτέρα παρουσία του πρόκειται τοὺς μαθητές του νὰ περιλάμψη τὸ φῶς τῆς ἀθανάτου ζωῆς καὶ τότε νὰ ἀνατείλη γιά ὅλους ἡ ἀληθινὴ καὶ ἀδιάκοπη ἡμέρα· γι’ αὐτὸ ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου σχετικὰ μὲ τὴν ἡμέρα ἐκείνη κατέχει τὴ θέσι αὐγῆς καὶ ὄρθρου· καὶ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴ θέσι, ὅλα τὰ εὐαγγέλια τῆς ἀναστάσεως εἶναι ἑωθινὰ καὶ ὀρθρινά. Γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα τὰ τελεσθέντα, τόσο πρὸς τὴν ἑσπέρα ὅσο καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, εἶναι καὶ ὀνομάζονται ἑωθινά.

Τὸ δὲ ἑωθινὸ εὐαγγέλιο πού ἀναγνώσθηκε σήμερα ἐμπρὸς σὲ ὅλους (Ἰωάν. 21, 1-14) εἶναι καὶ ἀπὸ τὶς δύο ἀπόψεις ἑωθινὸ, διότι ὄχι μόνο διαλαμβάνει περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἐπιφανείας, ἀλλά καὶ φαίνεται νὰ πραγματώθηκε κατὰ τὴν ἕω τῆς αἰσθητῆς ἡμέρας. Διότι, λέγει, «ὅταν ἔγινε πρωΐ, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὸν αἰγιαλὸ· δὲν γνώριζαν ὅμως οἱ μαθηταί, ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς» (Ιωάν. 21, 4), ἂν καὶ στὴν ἀρχή λέγει ὅτι ὁ Ἰησοῦς φανέρωσε τὸν ἑαυτό του στοὺς μαθητές του, ἀφοῦ ἐγέρθηκε ἀπό τούς νεκρούς, στὴ θάλασσα τῆς Τιβεριάδος. Ἐφανέρωσε βέβαια, ἀλλ’ αὐτοὶ ὄντας ψηλὰ στὸ πλοῖο πάνω στὴ θάλασσα καὶ ἀπέχοντας ἀπὸ τὴ γῆ, διότι ἁλίευαν, δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν.

Λέγει λοιπὸν σ’ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· «Παιδιά»· μὲ πόση μετριοφροσύνη, μὲ πόση διάθεσι, μὲ πόση γλυκύτητα εἶναι γεμάτη αὐτὴ ἡ προσφώνησις! «Παιδιά», λοιπὸν λέγει, «μήπως ἔχετε τίποτε προσφάγι;». Τοὺς ρωτᾶ ὄχι διότι ἀγνοεῖ, ἀλλά ἀπὸ πρόνοια ἑτοιμάζοντας τὸ δρόμο γιὰ τὸ θαῦμα· διότι μόλις ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν, ὄχι, τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς, «ρίψετε τὰ δίκτυα στὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρῆτε». Ἀφοῦ εἶπε, «θὰ βρῆτε», ἔδειξε ὅτι γνώριζε ὅτι ἔχοντας βαλμένα τὰ δίκτυα ὅλη τὴ νύκτα, δὲν εὕρισκαν τίποτε. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶδαν ἐκεῖνοι ὅτι γνώριζε τὰ σχετικὰ μὲ αὐτοὺς καὶ χωρὶς νὰ εἶναι παρών, εὔκολα πείσθηκαν στὰ λεγόμενά του τὰ ἔρριξαν λοιπὸν ὑπάκουα.

Ὅταν δὲ ὄχι μόνο βρῆκαν ψάρια, ὅπως εἶπε Ἐκεῖνος, ἀλλά τόσο πολλὰ καὶ μεγάλα, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ σηκώσουν τὸ δίκτυ ἐπάνω στὸ πλοῖο (διότι λέγει, δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ σηκώσουν ἀπὸ τὰ πολλὰ ψάρια), ὁ ἑτοιμότατος πρὸς τὴ θεία ἐπίγνωσι Ἰωάννης, ὁ ἰδιαιτέρως ἀγαπημένος ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ διδάσκαλο, ἐνθυμούμενος, βέβαια, καὶ τὴν θαυμαστὴ ἐκείνη ἁλιεία τὸν πρῶτο καιρὸ στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, τότε πού, μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου, ἁπλώνοντας τὰ δίκτυα, τόσο πλῆθος ψαριῶν ἔκλεισαν μέσα σ’ αὐτά -ὥστε νὰ εἶναι καὶ τοῦτο θαυμαστό, πῶς δὲν ἔσπασαν τὰ δίκτυα μὲ τόσο πλῆθος, «λέγει λοιπὸν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος πού ἀγαποῦσε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο· ὁ Κύριος εἶναι».

Ὁ δὲ Πέτρος πάλι, θερμότατος καὶ ἑτοιμότερος ἀπό τούς ἄλλους στὴν πράξι, καθὼς «ἄκουσε», λέγει, «ὅτι ὁ Κύριος εἶναι, ζώσθηκε τὸν ἐπενδύτη, διότι ἦταν γυμνός, καὶ ἔπεσε στὴ θάλασσα». Ἐπενδύτης εἶναι ἕνα σεντόνι, μιὰ ὀθόνη πού χρησιμοποιοῦν Σῦροι καὶ Φοίνικες ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἐνδύματα, γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται ἐπενδύτης, μερικὲς φορὲς μάλιστα τυλίγοντάς το στὸ σῶμα τους γυμνοί, ὅπως ἦταν καὶ ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος πού ἀκολούθησε τὸν Κύριο ὅταν συνελήφθηκε ἀπό τούς Ἰουδαίους ἦταν τυλιγμένος μὲ σινδόνι στὸ γυμνὸ σῶμα του, τὸ ὅποιο ἄφησε στοὺς ὑπηρέτες πού τὸν ἐπίασαν κι’ ἐξέφυγε γυμνός (Μάρκ.14, 51). Ὁ δὲ Πέτρος δὲν ἔβαλε ἐπάνω τὸν ἐπενδύτη τοῦτο, ἀφοῦ ἦταν γυμνός, ἀλλά τὸν ζώσθηκε διπλωμένο, ὥστε νὰ μπορεῖ καὶ νὰ κολυμβήση, διότι ἀπεῖχε διακόσιους πήχεις ἀπὸ τὴν ξηρά.

Ἔτσι λοιπὸν μὲ τὴ θέρμη του ὁ Πέτρος τοὺς πρόλαβε ὅλους, οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ ἦλθαν μὲ τὸ πλοιάριο, σύροντας τὸ δίκτυο μὲ τὰ ψάρια σὰν γιὰ νὰ τὰ προσφέρουν σ’ αὐτὸν πού τοὺς τὰ ἔδωσε, ὥστε καὶ σὲ αὐτὸ νὰ μποροῦν νὰ ποῦν τὸ ἱερὸ ἐκεῖνο λόγιο: «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν».

8 «Καθὼς λοιπὸν ἀποβιβάσθηκαν στὴν ξηρά», λέγει, «βλέπουν ἀνθρακιὰ ἁπλωμένη καὶ ἕνα ψάρι ἐπάνω σ’ αὐτὴν καὶ ἄρτο». Μερικοὶ λοιπὸν νόμισαν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀνθρακιὰ φωτιᾶς, ἐπάνω στὴν ὁποία ψηνόταν τὸ ψάρι, ἀλλά, λέγουν ἄλλοι, ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου δὲν ἐπιτρέπει αὐτὴ τὴν ἐκδοχὴ γιὰ τὴν ἀνθρακιὰ· διότι βέβαια δὲν ἦταν ἐπάνω στὴ φωτιὰ ὁ ἄρτος. Ἔπειτα γιὰ τὴν ἀνθρακιὰ δὲν εἶπε ἀναμμένη ἀλλά ἁπλωμένη· λέγουν λοιπὸν ὅτι ἔτσι ὀνομάζεται καὶ ἕνα εἶδος δέρματος πού χρησιμοποιοῦν οἱ ὁδοιπόροι ἀντὶ γιὰ τράπεζα. Μόλις λοιπὸν οἱ Ἀπόστολοι, ἀποβιβαζόμενοι στὴν ξηρὰ εἶδαν ἄλλο θαῦμα, μεγαλύτερο τοῦτο ἀπὸ τὸ συμβὰν στὴ θάλασσα, διότι ἐδῶ βλέπουν ὄχι ἀπὸ τὸ βυθὸ ἀλλά ἀπὸ τὸ μηδὲν ψάρι καὶ ἄρτο καμωμένο καὶ ἀποθεμένο ἕτοιμο, παραδομένοι ὁλόκληροι πλὴν τῆς τερπνῆς θέας τοῦ Κυρίου καὶ στὸ θαῦμα, ἀδιαφόρησαν γιὰ τὴν ἁλιεία. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος τους λέγει· «φέρετε ἀπὸ τὰ ψάρια πού ἐπιάσατε τώρα», ἐπαναφέροντάς τους πρὸς τὴ φροντίδα γιὰ ἐκεῖνα, ὥστε νὰ φέρουν ἔξω τὸ ψάρεμα καὶ νὰ τὸ βάλουν σὲ μέτρο, γιὰ νὰ μὴν πεῖ κανεὶς ὅτι εἶναι φανταστικὸ τὸ πλῆθος τῶν ψαριῶν.

9 «Ἀνέβηκε», λοιπόν λέγει, «ὁ Σίμων Πέτρος καὶ τράβηξε τὸ δίκτυ γεμάτο ἑκατὸν πενήντα τρία μεγάλα ψάρια· κι ἐνῶ ἦσαν τόσο πολλά, τὸ δίκτυ δὲν σχίσθηκε». Ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ πού τὸ διεφύλαξε ἀρραγὲς μποροῦσε βέβαια νὰ δυναμώση κι’ αὐτοὺς πού τὸ τραβοῦσαν καὶ νὰ καταστήση ἐλαφρὸ τὸ τράβηγμα, δὲν τὸ ἔκαμε ὅμως, γιὰ νὰ αἰσθανθοῦν περισσότερο τὸ θαῦμα οἱ Ἀπόστολοι· γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πέτρος ἐπανῆλθε στὸ πλοῖο κι’ ἔλαβε μέρος στὸ συρμὸ μαζὶ μὲ αὐτούς, ἀφοῦ ἀδυνατοῦσαν νὰ τὸ σύρουν μόνοι. Ὁ δὲ Κύριος, θέλοντας νὰ γίνη ὁλοφάνερος στὸν καθένα, τοὺς εἶπε, «ἐλᾶτε νὰ φᾶτε» καὶ τοὺς μοίρασε μὲ τὰ χέρια του τὸν ἀναφερθέντα ἄρτο καὶ τὸ ψάρι, δείχνοντας μὲ αὐτὴ τὴ διακονία καὶ τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ αὐτὸς εἶναι ὁ χορηγὸς καὶ διανομεὺς τῆς μέλλουσας αἰωνίας ἀπολαύσεως, ἡ ὁποία θὰ πραγματοποιηθῆ μετὰ τὸ ψάρεμα τῆς ἀποστολικῆς σαγήνης, δηλαδὴ μετὰ τὴ συναγωγὴ ἀπὸ αὐτοὺς διὰ τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος στὴν ἀληθινὴ θεοσέβεια ὅλων τῶν ἀξίων ἀπὸ κάθε ἔθνος. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τότε οἱ μεγάλοι θὰ φανοῦν ἑκατὸν πενήντα τρεῖς, ἀριθμούμενοι εἴτε σὲ χιλιάδες εἴτε σὲ μυριάδες τοῦτο τὸ γνωρίζει αὐτὸς πού διενεργεῖ τὰ θαύματα καὶ τὰ ἐπεξεργάζεται γεμᾶτα μυστήρια.

Πραγματικὰ καὶ ὁ ἀκερδής κόπος ὅλης τῆς νύκτας ἐδείκνυε τὸ ἄκαρπο τῆς διδασκαλίας πού ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειά του. Καὶ τὸ ρίξιμο τῶν δικτύων πρὸς τὰ δεξιὰ κατὰ τὸ πρωΐ καὶ τὸ ψάρεμα ὑποδήλωνε τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς μετὰ τὴν παρουσία του εὐαγγελικῆς διδασκαλίας. Διότι ἀφοῦ ἔγινε ἤδη πρωΐ, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης μᾶς ἔφεξε διὰ σαρκός, ἡ Θεία διδασκαλία ἔγινε ἐπιδέξια καὶ ἐναργής, συνέλαβε καὶ προσείλκυσε στὸν Χριστὸ τὰ πλήθη τῶν σωζόμενων. Ὁ δὲ εὐαγγελιστὴς λέγει, μετὰ τὴν διάδοσι τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ἰχθύος, φανερώθηκε γιὰ τρίτη τώρα φορά στοὺς μαθητές του ὁ Ἰησοῦς, ἀφ’ ὅτου ἐγέρθηκε ἀπό τούς νεκρούς. Πραγματικὰ ἦλθε πρὸς αὐτοὺς ὅταν ἦσαν συναθροισμένοι σὲ οἰκία τὸ βράδυ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποία ἀναστήθηκε· καὶ μετὰ παρέλευσι ὀκτὼ ἡμερῶν ἦλθε πάλι, ὅταν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἦταν καὶ ὁ Θωμάς· καὶ γιὰ τρίτη τώρα φορά δὲν ἦλθε πρὸς αὐτούς, ἀλλά φανερώθηκε, δείχνοντας ὅτι ἦταν παρὼν σ’ αὐτούς, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν φαινόταν αἰσθητῶς, τοὺς ἐπέτρεπε δὲ νὰ τὸν βλέπουν, ὁπόταν ἤθελε· διότι τέτοια εἶναι ἡ δύναμις τῶν ἀθανάτων σωμάτων.

Εἶναι λοιπὸν παρὼν καὶ στὸν καθένα ἀπό μας, ἀδελφοί, ἔστω κι’ ἂν δὲν βλέπεται ἀπό μᾶς· γι’ αὐτὸ καί, ὅταν ἀναλαμβανόταν, εἶπε πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, «ἰδού, ἐγώ εἶμαι μαζί σας ὅλον τὸν καιρὸ μέχρι τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20). Ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχουμε τό θεῖο φόβο πάντα, σὰν νὰ εἶναι Ἐκεῖνος παρὼν· καὶ νὰ πράττουμε τὰ ἀρεστὰ σ’ αὐτόν. Ἂν δὲ τώρα δὲν μποροῦμε νὰ τὸν βλέπουμε καὶ μὲ τά μάτια τοῦ σώματος, ἀλλά μποροῦμε νὰ τὸν βλέπουμε διαρκῶς μὲ τὰ μάτια τῆς διανοίας, ἂν εἴμαστε ξύπνιοι· καὶ ὄχι μόνο νὰ τὸν βλέπουμε, ἀλλά νὰ καρπωνώμαστε ἀπὸ αὐτὸ καὶ μεγάλα ἀγαθά. Διότι αὐτὴ ἡ θέα εἶναι ἀναίρεσις κάθε ἁμαρτίας, καθαίρεσις κάθε πονηροῦ πράγματος, ἀπομάκρυνσις κάθε κακοῦ. Αὐτὴ ἡ θέα εἶναι ποιητικὴ κάθε ἀρετῆς, γεννητικὴ καθαρότητος καὶ ἀπάθειας, παρεκτική αἰωνίου ζωῆς καὶ ἀτελείωτης βασιλείας. Ἐπιμελούμενοι αὐτὴν τὴν τερπνὴ θέα καὶ ἀτενίζοντας νοερῶς πρὸς τὸν Χριστὸ σὰν νὰ εἶναι παρών, θὰ πεῖ καὶ ὁ καθένας ἀπό μᾶς σὰν τόν Δαβίδ: «ἐὰν παραταχθῆ ἀπέναντί μου στράτευμα, δὲν θὰ φοβηθῆ ἡ καρδιά μου· ἐὰν κινηθῆ ἐναντίον μου πόλεμος, ἐγώ ἐλπίζω σ’ αὐτόν» (Ψαλμ. 26, 5).

12 Διότι ὑπάρχει γιὰ μᾶς πόλεμος, ἀδελφοί, πού διὰ τῶν αἰσθήσεων σύρει πρὸς τὴν ἁμαρτία ὅσους δέν ἀντιστέκοντα γενναῖα, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ πόλεμος δὲν κινεῖται πάντοτε ἐναντίον μας, διότι ἄλλωστε οἱ αἰσθήσεις μας δὲν ἐνεργοῦν ἀδιαλείπτως. Μερικὲς φορὲς μάλιστα, καὶ ἐνῶ ἐνεργοῦν οἱ αἰσθήσεις, ἡ ἁμαρτία μένει ἀτέλεστη ἐξαιτίας τῆς στερήσεως τῶν ὑλικῶν, ἤ ἐξαιτίας τῆς ἀκαταλληλότητας τῶν καιρῶν καὶ τῶν τόπων χωρὶς δὲ αὐτὰ δεν ἀποτελειώνει τὴν ἀνομία οὔτε κλέπτης οὔτε ληστὴς οὔτε πόρνος οὔτε μοιχὸς οὔτε ἅρπαγας οὔτε πλεονέκτης. Ὑπάρχει δὲ μέσα μας ἄλλος πόλεμος νοητὸς πού εἶναι πολὺ σκληρότερος ἀπὸ τὸν αἰσθητό, ὁ διὰ τῶν λογισμῶν· διότι αὐτὸς εἶναι πάντοτε ἐνεργὸς καὶ δὲν χρειάζεται ὑλικὰ γιὰ ἐκπλήρωσι τοῦ κακοῦ οὔτε καιροὺς οὔτε τόπους.

Καὶ ὁ μὲν πρῶτος, δηλαδὴ ὁ αἰσθητὸς ἐκεῖνος πρὸς τὴν ἁμαρτία πόλεμος, ἔχει τὴν ἀρχή του ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τὰ ἀκούσματα ἡ θεάματα πού προέρχονται ἀπὸ ἐκεῖ, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλα παραπλήσια. Ὁ δὲ νοητὸς πόλεμος, πού εἶναι μέσα μας, κινεῖται ἀμέσως ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας καὶ ἀπὸ τὶς προσβολὲς καὶ παρορμήσεις τούτων. Καὶ σ’ ἐκεῖνον μὲν τὸν πόλεμο, τὸν αἰσθητό, κι’ ἂν νικὴση κανεὶς κάποτε, δὲν γίνεται μὲ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸν νοητὸ ἀήττητος. Αὐτὸς ὅμως πού νίκησε κατὰ τὸν ἐσωτερικὸ πόλεμο, στὸν ἐξωτερικὸ ὑπερισχύει κατὰ κράτος· «νὰ διάγετε κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ ἐπιθυμία σαρκὸς νὰ μὴ ἐκτελέσετε» (Γαλ. 5, 16).

13 Πρὸς μὲν τὸν ἐξωτερικὸ πόλεμο, τῶν αἰσθήσεων, τὸ ἀνθρώπινο γένος τὸ ὅπλιζε μᾶλλον ὁ παλαιὸς νόμος, παραγγέλλοντας νὰ ἀποφεύγουν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἁμαρτημάτων πρὸς δὲ τὸν ἐσωτερικό μας πόλεμο μᾶς ἀφυπνίζει ὁ νόμος τῆς χάριτος, ἡ διδασκαλία τοῦ εὐαγγελίου, πού ἀπαγορεύει τὴν ὀργή μὲ τὴν καρδιά, τὴν μοιχεία μὲ τὴν καρδιά, τὴν ἐπιθυμία τῆς προσβολῆς τοῦ διαβόλου τὴν κινούμενη στὴν καρδία, καὶ μᾶς ὁπλίζει καὶ μᾶς διεγείρει γι’ ἀντιμετώπισί της, καθὼς λέγει καὶ ὁ ἀπόστολος γράφοντας πρὸς τοὺς Ἐφεσίους· «νὰ ἐνδυθῆτε τὴν πανοπλία τοῦ θεοῦ, γιὰ νὰ μπορῆτε ν’ ἀντισταθῆτε στὶς μεθοδεύσεις τοῦ διαβόλου· διότι ἡ δική μας πάλη δὲν εἶναι πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλά πρὸς τὶς ἀρχές, πρὸς τὶς ἐξουσίες, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικά τῆς πονηρίας στὰ ἐπουράνια »(Ἐφεσ. 6, 11). Διότι, ἐπειδὴ ξέπεσαν ἀπὸ αὐτά, τὰ ἐπουράνια, τὸ θεωροῦν φοβερό, καὶ κινοῦνται μανιωδῶς ἐναντίον μας, γιατί ἔχουμε τὸ πολίτευμα στοὺς οὐρανοὺς διὰ τῆς κατὰ τὸν νοῦ ἀνατάσεως πρὸς τὸν Θεό.

Γι’ αὐτὸ παρακαλῶ μὲ κάθε τρόπο ν’ ἀποφύγουμε μέθη καὶ τρυφή, λόγια καὶ ἀκούσματα καὶ θεάματα αἰσχρὰ· διότι αὐτά, διεγείροντας τὴν σάρκα, μᾶς προσκαλοῦν σὲ πάλη πού δὲν εἶναι δική μας οὔτε μᾶς ἀφήνει νὰ βλέπουμε τὸν ἐσωτερικὸ δικό μας πόλεμο καὶ νὰ τὸν διεξάγουμε καλῶς. Γι’ αὐτὸ ἀναγκαστικὰ νικιώμαστε καὶ πέφτουμε, αἰχμαλωτιζόμαστε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἐντελῶς ἤ τὸ πολύ-πολύ, πρὸς μὲν τοὺς ἐσωτερικοὺς ἐχθροὺς δέν τούς βλέπουμε, πρὸς δὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς ἐχθροὺς παραδινόμαστε μόνοι μας.

Ἀλλά ἐμεῖς, ἀπέχοντας ἀπὸ τὶς μὴ καλὲς καὶ ἐπιτρεπτὲς ἡδονὲς τῆς σαρκός, ἀντιπαρατασσόμαστε πρὸς τὶς ἐξουσίες τοῦ φοβεροῦ σκότους, πρὸς τοὺς ὑποβάλλοντας μέσα σ’ ἐμᾶς τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, τὶς πονηρὲς ἐπιθυμίες, πού πάντως εἶναι οἱ δαίμονες, πού εἶναι καὶ ἄρχοντες τῆς κακίας τοῦ σκότους, ὡς οἱ πρῶτοι πού τὸ πόθησαν· καὶ κοσμοκράτορες εἶναι ἀλλά μόνο ἐκείνων πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει καθόλου θέσι ὁ λόγος τοῦ ἀληθινοῦ Δεσπότη Χριστοῦ πού λέει: «σεῖς δὲν εἶσθε ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλά ἐγώ σᾶς ἐξέλεξα ἀπὸ τὸν κόσμο», καί, ἀφοῦ σᾶς ἀναγέννησα μὲ τὴν χάρι μου, σᾶς οἰκειώθηκα.

Πρὸς ἐκείνους λοιπὸν τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας εἶναι καὶ ἐξουσίες, διότι ὑπέπεσαν σ’ αὐτὰ ἑκουσίως. Ἐμεῖς δέ, ἐφ’ ὅσον γρηγοροῦμε καὶ ἀνυψώνουμε τὸ ὄμμα τῆς διανοίας πρὸς τὸν Δεσπότη Χριστό πού μᾶς λύτρωσε ἀπὸ τὴν πικρή δουλεία τοῦ διαβόλου καὶ προσέχουμε σ’ αὐτὸν σὰν νά τόν βλέπουμε πάντοτε παρόντα, «δὲν θὰ φοβηθοῦμε», κατὰ τὸν Ψαλμωδό, «ἀπὸ βέλος πού ρὶπτεται τὴν ἡμέρα, ἀπὸ πράγμα πού διαβαίνει στὸ σκότος, ἀπὸ σύμπτωμα καὶ δαιμόνιο μεσημβρινό»· ἀλλά ἐνῶ αὐτά ἐπεχείρησαν νὰ προχωρήσουν πρὸς ἐμᾶς, θὰ πέσουν καὶ δὲν θὰ πλησιάσουν πρὸς ἐμᾶς οὔτε θὰ μᾶς μετακινήσουν ἀπὸ τὴν κατὰ τὴν ἀρετὴ ἕδρα καὶ ἀσφάλεια, ὅπως λέγει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ψαλμωδός· «ἔβλεπα διαπαντὸς τὸν Κύριο ἐμπρός μου, διότι εἶναι ἀπὸ τὰ δεξιά μου, γιὰ νὰ μὴ σαλευθῶ».

Ἐὰν λοιπὸν κι’ ἐμεῖς τὸν βλέπουμε διαπαντὸς σὰν νὰ εἶναι ἐμπρός μας, τώρα μὲν ὑμνώντας, ἔπειτα ἱκετεύοντας, ἄλλοτε δὲ εὐχαριστώντας κατὰ δύναμι, τότε ‘Εκεῖνος θὰ βοηθήση καὶ τὴ δεξιὰ τοῦ καθενός μας καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήση μὲ τὴ βουλὴ καὶ τὴ δύναμί του καὶ θὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ σκότους καὶ θὰ μᾶς ἀποκαταστήση στὴ βασιλεία του, χαρίζοντάς μας ἄφθαρτη καὶ αἰώνια ζωή.

16 Αὐτὴν τὴ ζωὴ εἴθε νὰ ἐπιτύχουμε ὅλοι μας σὲ δόξα αὐτοῦ καὶ τοῦ ἄναρχου Πατρός του καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.