Ἡ Πρώτη Κυριακή μετά τό Πάσχα

Ἡ Πρώτη Κυριακή μετά τό Πάσχα

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς προσφέρει μιὰ μεγαλειώδη ἀπόδειξη τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ ἀπόδειξη πού πιστοποιεῖται μὲ τὴν πίστη τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ, ἀλλά καὶ μὲ τὴν πίστη χιλιάδων ἄλλων χριστιανῶν ἀπὸ τὴν ἀρχή τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας ἴσαμε σήμερα.

«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. (Ἰωάν. κ’19).

Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας εἶναι ἡ ἑπόμενη τοῦ Σαββάτου. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον εὐαγγέλιο, ὅπου ἀναφέρεται: «Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου… λίαν πρωΐ τῆς μίας σαββάτων» (Μάρκ. ιστ’ 1-2). Ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἡ Κυριακή, τότε πού ἀναστήθηκε ὁ Κύριος νωρὶς τὸ πρωί. Ἀργά τὸ βράδυ τῆς ἴδιας ἡμέρας λοιπόν, οἱ μαθητὲς εἶχαν μαζευτεῖ σ’ ἕνα σπίτι στὰ Ἱεροσόλυμα ὅλοι μαζί, ἐκτός ἀπὸ τὸν Θωμά.

Ὅλα εἶχαν γίνει σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία: «πατάξω τὸν ποιμένα καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα» (Μάρκ. ιδ’ 27). Οἱ ἀπόστολοι ὅμως δὲν ἦταν ἄλογα ζῶα, γιὰ νὰ διασκορπιστοῦν στοὺς πέντε ἀνέμους. Συγκεντρώθηκαν ὅλοι μαζὶ σ’ ἕνα σπίτι γιὰ νὰ περιμένουν τὶς ἐξελίξεις καὶ νὰ στηρίξουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἐπειδὴ φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους εἶχαν κλειδώσει τὴν πόρτα. Ἀναμφίβολα ὅλοι τους εἶχαν ζωντανὴ στὴ μνήμη τὴν προφητεία τοῦ Διδασκάλου τους, ὅταν τοὺς προειδοποιοῦσε πώς θὰ τοὺς παραδώσουν σὲ συνέδρια καὶ θὰ τοὺς μαστιγώσουν στὶς συναγωγὲς (βλ. Ματθ. ι 17). Δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ξεχάσουν τὰ φοβερὰ λόγια Του: «ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῶ» (Ἰωάν. ιστ’ 2).

Ὁ φόβος τῶν ἀποστόλων αὐτὲς τὶς μέρες, ὅταν μπροστὰ στὰ μάτια τους συντελέστηκαν τόσα παράλογα ἐγκλήματα ἐναντίον τοῦ Διδασκάλου τους, ἦταν κάτι περισσότερο ἀπὸ κατανοητός. Ἀδύναμοι ἄνθρωποι ἦταν. Τί ἄλλο θὰ περίμεναν ἀπό τούς αἱμοδιψεῖς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, ἀφοῦ γνώριζαν ἤδη πόσο ἀδίστακτοι ἦταν στὴ δίκη τοῦ ἀναμάρτητου καὶ παντοδύναμου Χριστοῦ, τοῦ θαυματουργοῦ; Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἀκόμα καὶ μέσα στὸν τάφο τοὺς εἶχε στὸ νοῦ Του, γιὰ νὰ μὴ πάθουν κανένα κακό. Θὰ τοὺς ἐνίσχυε νὰ μὴν προδώσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ νὰ μὴ σκορπιστοῦν στὶς τέσσερις γωνιὲς τῆς γῆς προτοῦ τὸν δοῦν ζωντανὸ καὶ δοξασμένο.

Καὶ νὰ πού τώρα, τὸ τέταρτο βράδυ ἀπὸ τότε πού οἱ μαθητὲς χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριό τους – ἀπὸ τότε πού τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ δίκη – καὶ τὴν πρώτη μέρα μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανὸς καὶ δοξασμένος. Ἦρθε κοντά τους καὶ κάθησε στὴ μέση, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειδωμένες. Ὅπως ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἦταν πολὺ προσεχτικὰ ὑπολογισμένα γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο, ἒτσι γινόταν καὶ τώρα. Ὁ Εὐαγγελιστὴς δὲν ἀφήνει κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας ὅτι ὁ Κύριος μπῆκε στὸ κλειδωμένο σπίτι θαυματουργικά. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, πρῶτα γιὰ νὰ μὴ τοὺς τρομάξει χτυπώντας τὴν πόρτα. Εἶχαν τρομοκρατηθεῖ ἀρκετὰ ἀπό τούς Ἰουδαίους κι ὁ Κύριος δὲν ἤθελε νὰ τοὺς τρομάξει περισσότερο, οὔτε γιὰ μιὰ στιγμή. Κι ἕνας δεύτερος λόγος, πού εἶναι καὶ πιὸ σπουδαῖος, ἦταν γιὰ νὰ τοὺς δείξει πώς εἶχε ἀνακτήσει τὴν παντοδυναμία Του, ἀφοῦ φαινομενικὰ ἦταν ἀβοήθητος καὶ νικημένος τὶς τελευταῖες τρεῖς μέρες. Κι αὐτὸ τὸ διατύπωσε πολὺ γρήγορα μετά: «Ἐδόθη μοι πάσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη’ 18).

Χωρὶς τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα, πῶς θὰ μποροῦσε ν’ ἀποκαταστήσει τὴν κλονισμένη πίστη τῶν μαθητῶν Του ὁ Χριστός; Πῶς ὁ κατακτημένος θὰ ‘δειχνε πώς εἶναι Νικητής; Πῶς θὰ μποροῦσε ὁ περιφρονημένος, ὁ ἐμπαιγμένος, ὁ βασανισμένος, ὁ σταυρωμένος καὶ θαμμένος, νὰ δείξει μὲ ἄλλον τρόπο πώς εἶναι δοξασμένος; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ πείσει μὲ ἄλλον τρόπο τοὺς φίλους Του πώς τὸ πάθος κι ὁ θάνατος δὲν εἶχαν ἀφαιρέσει τίποτα ἀπὸ τὴ δύναμή Του, ἀλλ’ ἀντίθετα, ὡς ἄνθρωπος εἶχε πολὺ μεγαλύτερη δύναμη; Καὶ κάτι τελευταῖο: ποιὸ πλάσμα θὰ μποροῦσε ν’ ἀντισταθεῖ στὸ θέλημα τοῦ Πανάγιου καὶ Πάναγνου Θεοῦ;

Ἡ φύση ὁλόκληρη ὑποτάσσεται στὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἁγνότητα. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν ἀκόμα ντυμένος μὲ θνητὸ σῶμα, ἡ θέλησή Του μποροῦσε νὰ ὑποτάξει τὴ θάλασσα καὶ τοὺς ἀνέμους. Πῶς θὰ μποροῦσαν λοιπὸν ἡ ξύλινη πόρτα καὶ οἱ πέτρινοι τοῖχοι νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν, τώρα πού εἶχε δοξασμένο σῶμα; Ὅταν τὸ ἐπιθυμεῖ -κι αὐτὸ τὸ κάνει ὅταν πρέπει, ὅπως σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση- ἡ κτίση ὁλόκληρη εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑπάρχει. Τὸ διάστημα κι ὁ χρόνος, ἡ πυκνότητα ἢ ἡ ρευστότητα κάποιου πράγματος, τὸ ὕψος ἤ τὸ βάθος, ὅλα γίνονται ἀδύναμα, ἀνοιχτά, ὑποταγμένα καὶ ἀνίκανα νὰ προβάλουν ὁποιαδήποτε ἀντίσταση.

Εἰρήνη ὑμῖν! Ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου χαιρετᾶ τὸ μικρὸ στρατό Του μὲ τὰ λόγια αὐτά. «Κύριος εὐλογήσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ» (Ψάλμ. κὴ’ 10). Ἀπὸ τὸ βάθος τῶν αἰώνων ὁ προφήτης Δαβὶβ προεῖδε τὴ χαρμόσυνη αὐτὴ στιγμή.

Εἰρήνη ὑμῖν! Αὐτὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος χαιρετισμὸς στὴν Ἀνατολή. Στὰ χείλη τοῦ Χριστοῦ τώρα ὅμως ἀποκτοῦσε ἕνα ἰδιαίτερο περιεχόμενο κι ἕνα εἰδικὸ νόημα. Νωρίτερα, τὴν ὥρα πού ἀποχωριζόταν τοὺς μαθητές Του, ὁ Κύριος εἶχε πεῖ: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰωάν. ιδ’ 27). Ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα Του μέσα στὸ ἄδειο δοχεῖο τοῦ κόσμου. Στὸν κοινὸ καὶ συνηθισμένο χαιρετισμὸ ἔδωσε οὐράνια γλυκύτητα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι χάνουν τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη τους κι οἱ ἐπίγειες μέριμνες τοὺς γονατὶζουν, λένε εἰρήνη ὑμῖν, ἀλλὰ προσφέρουν κάτι πού οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν. Ὁ χαιρετισμὸς αὐτὸς οὔτε τὴ δική τους εἰρήνη μπορεῖ ν’ αὐξήσει οὔτε τὴν εἰρήνη ἐκείνων στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται. Τὸ λένε αὐτὸ ἀπὸ συνήθεια, ἀπὸ εὐγένεια, ἀπερίσκεπτα, χωρὶς νόημα. Τὸ ἴδιο πράγμα λένε ὅταν μαζεύονται γιὰ νὰ διασκεδάσουν ἢ νὰ μηνὺσουν καὶ ν’ ἀπατήσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

Ὁ χαιρετισμὸς τοῦ Χριστοῦ ὅμως εἶναι διαφορετικός. Ἐκεῖνος δίνει αὐτὸ πού πραγματικὰ ἔχει. Ἡ δικὴ Του εἰρήνη εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ Νικητῆ, πού ἡ νίκη Του εἶναι πλήρης, ὁλοκληρωτική. Ἡ εἰρήνη Του ἑπομένως εἶναι χαρά, θάρρος, ὑγεία, εἰρήνη καὶ δύναμη. Δὲν δίνει τὴν εἰρήνη Του ὅπως κάνει ὁ κόσμος. Δὲν τὴ δίνει ἁπλὰ μὲ τὰ χείλη Του, ἀλλά μὲ τὴν ἴδια τὴν ψυχή Του, μὲ ὅλη Του τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ, ὅπως ἡ ἀγάπη δίνεται στὴν ἀγάπη. Χαρίζοντάς τους τὴν εἰρήνη Του, τοὺς μεταγγίζει μ’ ἕνα μυστηριώδη τρόπο τὴν ὕπαρξή Του. Αὐτὴ εἶναι «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἢ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλιπ. δ’ 7). Τέτοια εἰρήνη σηματοδοτεῖ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια εἰρήνη ἦταν τὸ μεσουράνημα, ὁ καρπὸς καὶ τὸ στεφάνι τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πρώτων χριστιανῶν.

Μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῶν μαθητῶν Του ὁ Κύριος θὲλησε νὰ τοὺς πείσει πώς δὲν ἦταν πνεῦμα, ὅπως θὰ μποροῦσαν νὰ σκεφτοῦν κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ἐκείνη τὴ στιγμὴ (Λουκ. κδ’ 37), ἀλλά πώς ἦταν ὁ ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς Κύριος καὶ Διδάσκαλός Τους.

«Καὶ τοῦτο εἰπών ἔδειξε αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον» (Ἰωάν. κ’ 20). Γιατί ὁ Κύριος τούς ἔδειξε τὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του; Προφανῶς ἐπειδὴ αὐτὰ εἶχαν δεχτεῖ στὸ σταυρὸ τὶς πληγὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ καὶ τὴ λόγχη. Μὲ τὸ νὰ τοὺς δείξει τὶς πληγὲς Του ὁ Κύριος θὲλησε νὰ τοὺς θυμίσει τί ἔγινε στὸ σταυρὸ καὶ νὰ τοὺς πείσει πώς ἦταν ζωντανός. Νὰ τοὺς πείσει πώς ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ποιὸς ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει τὶς πληγὲς αὐτὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του; Νὰ τοὺς θυμίσει πώς θὰ ‘φερνε τὰ σημάδια τῶν πληγῶν ἀκόμα καὶ τώρα πού εἶχε μεταβεῖ στὴν ἀθάνατη δόξα, ὡς αἰώνια μαρτυρία τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ πάθους Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Τότε λοιπόν, ἀφοῦ οἱ μαθητὲς εἶδαν κι ἀναγνώρισαν τὸν Κύριό τους, χάρηκαν πολύ. Μὲ τὴν προνοητικότητά Του ὁ Σωτήρας μας τοὺς εἶχε προφητέψει νωρίτερα ἀκόμα κι αὐτὴ τὴ στιγμὴ τῆς χαρᾶς, ὅταν θὰ γύριζε γιὰ νὰ συναντήσει τοὺς μαθητές Του. Αὐτὸ εἶχε γίνει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, ὅταν οἱ μαθητὲς ἦταν περίλυποι. Ἐκεῖνος, πού ὡς ἄνθρωπος τὴν παραμονὴ τοῦ πάθους Του εἶχε μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ παρηγοριά, ξέχασε τὸν ἑαυτό Του κι ἀγωνιζόταν νὰ παρηγορήσει τοὺς λυπημένους μαθητές Του: «Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰωάν. ιστ’ 22). Τώρα, μπροστά τους, ἐπαληθεύκε ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ προφητεία. Οἱ θλιμμένες καρδιὲς τους γέμισαν ξαφνικὰ μὲ χαρὰ ἀνεκλάλητη.

«Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Γιατί ὁ Κύριος λέει γιὰ δεύτερη φορὰ εἰρήνη ὑμῖν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ τοὺς ὁπλίσει μὲ διπλὴ εἰρήνη γιὰ τὴ μάχη πού τοὺς περιμένει, ἐκεῖ πού τοὺς στέλνει ὁ ἴδιος. Τοὺς δίνει πρῶτα εἰρήνη ἐσωτερικὴ κι ἔπειτα εἰρήνη ἐξωτερική. Μὲ ἄλλα λόγια: εἰρήνη μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ εἰρήνη μὲ τὸν κόσμο. Ὅταν λέει εἰρήνη ὑμῖν γιά πρώτη φορά, τοὺς δείχνει πώς Ἐκεῖνος, ὁ Κύριός Τους, ἦταν μαζί τους σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ἤθελε μ’ αὐτὸ νὰ τοὺς πεῖ: «Ὅταν ἔχετε πόλεμο ἐσωτερικὸ μὲ τὰ πάθη, τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐγκόσμιες ἐπιθυμίες σας κι ἐγώ βρίσκομαι ἀνάμεσά σας -δηλαδὴ μέσα στὶς καρδιές σας- μὴ φοβᾶστε τίποτα. Ἐγώ εἶμαι ἡ εἰρήνη, ὁ Δημιουργὸς τῆς εἰρήνης στὶς καρδιές σας». Τώρα πού τοὺς στέλνει στὸν κόσμο -σὲ πόλεμο ἐξωτερικό, μὲ τὸν κόσμο- τοὺς χαιρετᾶ ξανὰ καὶ τοὺς συνοδεύει μὲ εἰρήνη, ὥστε νὰ μὴν φοβηθοῦν τὸν κόσμο, ἀλλά νὰ εἶναι καρτερικοὶ στὴν πάλη καὶ νὰ σπέρνουν τὴν εἰρήνη στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς χαρίζει εἰρήνη ὑπεράφθονη, γιατί δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὴ δική τους ἀνάγκη. Πρέπει νὰ τὴ μεταφέρουν καὶ σὲ ἄλλους, ὅπως τοὺς εἶχε προφητέψει νωρίτερα: «εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτὴν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ’ αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. (Ματθ. ι’ 12-13).

Ἡ διπλὴ εἰρήνη μπορεῖ νὰ ἑρμηνευτεῖ καὶ ὡς δόσιμο τῆς εἰρήνης στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἅγιους Πατέρες. Ὅμως ἡ εἰρήνη τοῦ σώματος καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἴδια εἰρήνη, ἀφοῦ τί ἄλλο εἶναι ὁ κόσμος, παρὰ «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν» (Α΄ Ἰωάν. β’ 16);

Ἀφοῦ τούς ὅπλισε μὲ πλούσια τὴ διπλὴ αὐτὴ εἰρήνη, ὁ Κύριος τούς στέλνει στὸν κόσμο. Μὲ ποιὸ τρόπο τοὺς στέλνει; «Καθὼς ἀπέσταλκε μὲ ὁ πατήρ, κἀγώ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν Υἱό Του ἀπὸ ἀγάπη πρὸς ἐκείνους πού τὸν ἔστειλε. «ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α’ Ἰωάν. δ’ 10). Ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος τώρα, ὁ Κύριος Ἴησοῦς στέλνει τοὺς μαθητές Του. Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο μὲ δύναμη κι ἐξουσία. «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ’ 15), εἶπε ὁ Ἴδιος. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια’ 27).

Ὁ ἀναστημένος Κύριος δίνει στοὺς μαθητὲς Του δὺναμη κι ἐξουσία νὰ λύνουν καὶ νὰ δένουν, ὅπως ἀποδείχτηκε λίγο ἀργότερα. Εἶπε ἀκόμα ὁ Κύριος πώς τὸν ἔστειλε ὁ Πατέρας ὄχι γιὰ νὰ κάνει τὸ δικό Του θέλημα, ἀλλά τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁΥἱὸς τώρα στέλνει τοὺς μαθητὲς Του ὄχι γιὰ νὰ κάνουν τὸ δικό τους θέλημα, ἀλλά τὸ δικό Του. Ὁ Υἱός στάλθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα στὴ γῆ, ὅμως οὔτε γιὰ μιὰ στιγμή δέν χωρίστηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα. «Ὅτι μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με πατὴρ» (Ἰωάν. η’ 16). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τώρα ὁ Υἱός στέλνει τοὺς μαθητές Του στὸν κόσμο ἀλλά τούς ὑπόσχεται πώς θὰ εἶναι μαζί τους «ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων» (Ματθ. κη’ 20). Καὶ γιὰ νὰ διδάξει τὴν ταπείνωση στοὺς ὑπερήφανους κι ἀπερίσκεπτους ἀνθρώπους, ὁ Υἱός ἀποδίδει ὅλα τὰ ἒργα Του (βλ. Ψ. ε’ 19) καὶ τὴ διδασκαλία Του (βλ. Ἰωάν. ζ’ 16) στὸν Πατέρα Του. Στοὺς μαθητὲς Του διδάσκει τὴν ταπείνωση, λέγοντας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωάν. ιε’ 5). Τοὺς στέλνει ὅμως καὶ ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων, ὅπως στάλθηκε κι ὁ ἴδιος. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς ἦταν μάρτυρες γιὰ τὸν τρόπο πού οἱ ἁμαρτωλοὶ οὔρλιαζαν σὰν λύκοι τὶς τελευταῖες μέρες Του, γιὰ τὴ λυσσώδη κι αἱμοδιψή ἐπιθυμία τους νὰ τὸν βασανίσουν ἕως θανάτου. Τώρα ὅμως εἶναι μπροστά τους, ζωντανὴ μαρτυρία πώς, ὅταν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἴτε αὐτοχειριάζονται εἴτε σκοτώνουν κάποιον ἄλλον, πάντα τὸν ἑαυτὸ τους σκοτώνουν, ὄχι τὸν ἄλλον. Ἡ νίκη Του εἶναι βεβαίωση τῆς δικῆς τους μελλοντικῆς νίκης.

«Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. κ’ 22-23). Εἴδαμε πώς ὁ Κύριος πρῶτα ὅπλισε τοὺς μαθητές Του μὲ εἰρήνη καὶ μετὰ στερέωσε τὴν πίστη τους. Παραλλήλισε τὴν ἀποστολή τους μὲ τὴ δική Του καὶ τοὺς ἔστειλε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού εἶχε στείλει καὶ τὸν ἴδιο ὁ Πατέρας. Τώρα βλέπουμε πώς τοὺς ὁπλίζει μὲ δύναμη κι ἐξουσία. Τοὺς ἔδωσε δύναμη μὲ τὴν πνοή Του καὶ ἐξουσία μὲ τὰ λόγια πού τοὺς εἶπε. Ἐκεῖνος πού ἀνακαίνισε τὸν κόσμο, ἦταν καὶ ὁΔημιουργός του. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔφτιαξε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πηλὸ τῆς γῆς, «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. β’ 7). Ὁ ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου ἐνεργεῖ τώρα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἔδωσε πνοὴ ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους πού ἡ ἁμαρτία τοὺς εἶχε κάνει ἀδύναμους. Μὲ τὴ ζωοποιὸ πνοὴ Του ἀναγεννᾶ, ἀνακαινίζει καὶ ἀνασταίνει ἐκ νεκρῶν τὶς ἀναὶσθητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι δεμένες στὴ γῆ. Ὁ Κύριος ἐνεφύσησε στοὺς ἀποστόλους καὶ εἶπε: Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη χορηγία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ δεύτερη θὰ γίνει τὴν πεντηκοστὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴ αὐτὴ βραδυά. Ἡ πρώτη ἔγινε γιὰ νὰ ἀναζωογονήσει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς ἴδιους τούς μαθητές. Ἡ δεύτερη ἀφοροῦσε τὴν ἀποστολικὴ διακονία τους στὸν κόσμο, γιὰ νὰ μεταδώσουν στοὺς ἀνθρώπους τὴ νέα ζωή. Τοὺς ἔδωσε δύναμη μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, μαζὶ μὲ ἐξουσία νὰ συγχωροῦν ἢ νὰ δεσμεύουν ἁμαρτίες.

Ἀλήθεια, πόσο ὑποφέρει ὁ κόσμος ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σφετερίζονται τὴν ἐξουσία χωρὶς νὰ ’χουν μέσα τους τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ‘χουν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα! Ὅταν ὁ ἀδύνατος ἄνθρωπος ἁρπάζει τὴν ἐξουσία πού ἀνήκει στοὺς δικαστὲς καὶ τοὺς πρεσβύτερους, εἶναι μάστιγα γιὰ τὸν κόσμο. Εἶναι ἕνα πτῶμα δεμένο στὸ σαμάρι ἑνὸς ἀχαλίνωτου ἀλόγου. Τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, πού τὴν ἐξουσία τὴν ἁρπάζουν. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀνάμεσα σὲ χριστιανούς, ὅπου ὁ Θεὸς δίνει ἐξουσία σὲ κείνους πού πρωτύτερα δέχτηκαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Βλέπετε πώς ὅλα σχεδιάζονται καὶ τακτοποιοῦνται ὄμορφα στὴ βασιλεία πού ἱδρύει ὁ Χριστός.

Τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν, τοῦ νὰ συγχωρεῖ κανεὶς ἁμαρτίες ἢ ὄχι, ὁ Κύριος τὴν εἶχε ὑποσχεθεῖ καὶ νωρίτερα στὸν ἀπόστολο Πέτρο (βλ. Ματθ. ιστ’ 19) κι ἀργότερα στοὺς ἄλλους ἀποστόλους (βλ. Μάρκ. ιη’ 18). Ὁ Κύριος ἐπαναβεβαιώνει τώρα τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴν ἴδια μέρα τῆς πανένδοξης Ἀνάστασής Του. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ξεχωρίζει τὸν Πέτρο ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά δίνει δύναμη κι ἐξουσία σ’ ὅλους ἐξίσου, χωρὶς διάκριση. Ποτὲ δὲν ἒδωσε στὸν Πέτρο ὁ Κύριος εἰδικὴ δύναμη κι ἐξουσία. Μόνο τὴν ὑπόσχεσή Του ἒδωσε ἰδιαίτερα στὸν Πέτρο, κι αὐτὸ τότε πού ὁ ἀπόστολος ἐμπνεύστηκε κι ἒδωσε τὴν ὁμολογία πώς ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ υἱόςτοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. ιστ’ 16). Σὰν ἔνδειξη ἐπιδοκιμασίας τῆς ὁμολογίας Του, ἀλλά καὶ γιὰ νὰ στερεώσει τοὺς ἄλλους μαθητὲς στὴν πίστη καὶ ὁμολογία αὐτή, ὁ Κύριος ἒδωσε στὸν Πέτρο τὴν ὑπόσχεση τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες, πού ἀργότερα ἒδωσε σ’ ὅλους τούς μαθητές Του. Ἔτσι, τὴν ἴδια τὴ μέρα τῆς πανένδοξης Ἀνάστασής Του, ὁ Κύριος ἐξισώνει ὅλους τούς ἀποστόλους. Ἐκεῖνοι ἀργότερα μετέδωσαν τὴ δὺ-ναμη καὶ τὴν ἐξουσία αὐτὴ στοὺς διαδόχους τους, τοὺς ἐπισκόπους κι οἱ ἐπίσκοποι στοὺς ἱερεῖς. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ ἐξουσία αὐτὴ εἶναι ἐνεργὴ μέχρι σήμερα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

«Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω» (Ἰωάν. κ’ 24-25). Ἂν δὲν δῶ τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιὰ στὰ χέρια Του, εἶπε ὁ Θωμᾶς, ἂν δὲ βάλω ὁ ἴδιος τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια αὐτὰ κι ἂν δὲν ἀκουμπήσω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά Του, γιὰ νὰ δῶ τὸ σημάδι τῆς λόγχης, δὲν θὰ πιστέψω.

«Δίδυμος» δὲν ἦταν τὸ παρατσούκλι τοῦ Θωμᾶ. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἑλληνικό του ὄνομα. Ἴσως τὸ ὄνομα αὐτὸ νὰ τοῦ δόθηκε ἀπὸ κάποια μυστικὴ κι ἀνεξερεύνητη πρόνοια, γιὰ νὰ δείξει τὶς δυὸ ὄψεις τῆς ψυχῆς του, τὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν πίστη. Σ’ ὅλο τὸ διάστημα πού ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστό, δὲν βλέπουμε νὰ δίνεται ἰδιαίτερη ἔμφαση οὔτε στὴν ἀμφιβολία οὔτε στὴν πίστη του. Μόνο σὲ μιὰ περίπτωση ἀναφέρεται τὸ προσωπικό του θάρρος κι ἡ ἀφοσίωσή του στὸν Κύριο, ἂν κι αὐτὸ φαίνεται νὰ προκύπτει ἀπὸ ἒλλειψη κατανόησης. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε ὅταν ἒμαθαν τὴν εἴδηση γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Λαζὰρου κι ὁ Κύριος εἶπε στοὺς μαθητές Του: «ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν». Ὁ Θωμᾶς νόμισε πώς ὁ Κύριος τούς καλοῦσε ν’ ἀποδεχτοῦν τὸ δικό τους θάνατο. Δὲν καταλάβαινε τότε πώς γιὰ τὸν Ζῶντα Κύριο δὲν ὑπάρχουν νεκροί. Δὲν μποροῦσε νὰ διαβλέψει βέβαια τὴν πρόθεση τοῦ Κυρίου ν’ ἀναστήσει τὸν Λάζαρο. Γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. ια’ 16).

Ἂν καὶ τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἰπώθηκαν μὲ ἐπίγνωση, ἦταν χαρακτηριστικὰ γενναίας κι ἀφοσιωμένης καρδιᾶς. Ὁ Θωμᾶς ἦταν μάρτυρας τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου, ὅπως καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Στὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου δὲν ἦταν μπροστά, μέσα στὸ δωμάτιο τῆς νεκρῆς κοπέλας. Ἐκεῖ ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μόνο τοὺς τρεῖς κορυφαίους μαθητές Του. Δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ ὅμως πώς διατύπωσε κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Καὶ βέβαια ἦταν μάρτυρας σ’ ὅλα τὰ μεγάλα θαύματα πού ἔκανε ὁ Κύριος τὰ χρόνια πού ἦταν μαζί Του. Εἶχε ἀκούσει τὴν προφητεία τοῦ Χριστοῦ πώς θ’ ἀναστηθεῖ τὴν τρίτη μέρα. Τώρα ἀκούει τοὺς δέκα φίλους του νὰ λένε πώς ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανός, πώς τοὺς ἔδειξε τὶς πληγές Του. Εἶχε ἀκούσει πώς ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰωάννης βρῆκαν τὸν τάφο Του ἄδειο, ἴσως νὰ τὸ ‘χε ἀκούσει αὐτὸ κι ἀπὸ τὶς μυροφόρες γυναῖκες. Εἶχε ἀκούσει πώς τὸν Κύριο τὸν εἶδε κι ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ὅτι συνομίλησε μαζί Του. Εἶχε ἀκούσει ἐπίσης πώς δυὸ μαθητὲς πήγαιναν πρὸς τοὺς Ἐμμαοὺς καὶ συνταξίδευαν μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο.

Ὅλ’ αὐτὰ τὰ γνώριζε ὁ Θωμᾶς, μὰ φαίνεται πώς ἡ πίστη του δὲν ἦταν σταθερή, δυσπιστοῦσε. Δὲν τὰ πίστευε ἐπειδὴ δὲν εἶχε δεῖ ἀναστημένον τὸν Κύριο. Καὶ τὸ ξεκαθάρισε πώς δὲν τοῦ ἔφτανε νὰ δεῖ τὸν Κύριο, ἤθελε ν’ ἀκουμπήσει καὶ τὶς πληγὲς στὰ χέρια Του. Ἂν τὸ δεῖ αὐτὸ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη πλευρά, αὐτὴ εἶναι μιὰ σπάνια κι ἀκατανόητη ἐπιμονὴ κι ἰσχυρογνωμοσύνη στὴν ἀπιστία. Μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ὅμως ἂν τὸ δεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Θείας Πρόνοιας. Ἡ σταθερότητα τῆς πίστης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ποιός μπορεῖ νὰ ἐμβαθύνει καὶ νὰ κατανοήσει τὰ δυσθεώρητα βάθη τῆς Θείας Πρόνοιας; Ποιὸς μπορεῖ νὰ βεβαιώσει πώς ὁΘεός, μὲ τὴν πρόνοιά Του, δὲν ἤθελε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, γιὰ χάρη τῆς πίστης τῶν πολλῶν; Σὲ κάθε περίπτωση δύο πράγματα ἔχουν ἀποσαφηνιστεῖ ἐδῶ: ἡ φοβερὴ ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὴν πεισματικὴ ἀπιστία ἑνὸς ἀπό τούς ἀποστόλους (πού εἶχε ἀμέτρητους λόγους νὰ πιστεύσεῖ) , καθὼς κι ἡ ἄπειρη σοφία κι ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἁγιότητά Του ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τὸ κακὸ γιὰ νὰ βγάλει καλὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν χρησιμοποιεῖ κακὰ μέσα γιὰ νὰ πετύχει καλοὺς στόχους. Μὲ τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος διορθώνει τοὺς κακούς μας τρόπους καὶ τοὺς μεταποιεῖ σὲ καλούς.

Ὁ Θωμᾶς διαβεβαιώνει τοὺς συμμαθητές Του πώς δὲν θὰ πιστέψει στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Του ἂν δὲν βάλει τὸ δάχτυλό του στὰ σημάδια τῶν χεριῶν Του, «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων». Σίγουρα τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ οἱ φίλοι του εἶπαν πώς ὁ ἴδιος ὁ Κύριός τους ἔδειξε τὶς πληγὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του. Ἂς δοῦμε τώρα πῶς πείθει ὁ Κύριος τὸν ἄπιστο Θωμά:

«Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. κ’ 26). Ὀκτώ μέρες ἀργότερα, Κυριακὴ πάλι, οἱ μαθητὲς ἦταν συναγμένοι. Μαζί τους ἦταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Τότε, κι ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν πάλι κλεισμένες, ὁ Ἰησοῦς μπῆκε μέσα, στάθηκε ἀνάμεσά τους καὶ εἶπε: εἰρήνη ὑμῖν. Ὅλα ἔγιναν ὅπως καὶ τὴν πρώτη φορὰ πού ἐμφανίστηκε μπροστά τους. Ὅλα, μόνο ποὺ τώρα ἦταν κι ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Φαίνεται πώς ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐμφανιστεῖ στὸν Θωμὰ ἀκριβῶς ὅπως καὶ στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει στὸ δύσπιστο μαθητὴ ὅλα ἐκεῖνα πού τοῦ διηγήθηκαν οἱ ἄλλοι δέκα.

Γιατί περίμενε ὁ Κύριος νὰ περάσουν ὀκτὼ μέρες; Γιατί δὲν ἐμφανίστηκε νωρίτερα; Πρῶτο, γιὰ νὰ εἶναι ὅλες οἱ συνθῆκες κι οἱ περιστάσεις ἀκριβῶς ἴδιες. Ὅπως τὴν πρώτη φορὰ πού ἐμφανίστηκε ἦταν Κυριακή, ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐμφανιστεῖ καὶ τώρα Κυριακή. Δεύτερο, ὥστε μὲ τὴν ἀναμονὴ νὰ γίνει μεγαλύτερη ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ. Τρίτο, γιὰ νὰ μάθει στοὺς μαθητὲς Του τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὴν προσευχή, προκειμένου νὰ μεταδώσουν στὸ φίλο τους τὴ δική τους πίστη, γιατί οἱ μαθητὲς σίγουρα θὰ προσεύχονταν νὰ ἐμφανιστεῖ ξανὰ ὁ Κύριος γιὰ χάρη τοῦ Θωμᾶ. Τέταρτο, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ μαθητὲς τὴν ἀδυναμία τους νὰ πιστοποιήσουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου χωρὶς τὴ δική Του βοήθεια. Καὶ τελευταῖο, ἴσως ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς ὀκτὼ ὑποδηλώνει τὶς ἔσχατες μέρες, τὴν παραμονὴ τῆς δεύτερης ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ, τότε πού ἄνθρωποι σὰν τὸν Θωμὰ θὰ εἶναι πολὺ ἀδύναμοι καὶ χλιαροὶ στὴν πίστη, θὰ καθοδηγοῦνται μὲ βάση τὶς αἰσθήσεις τους καὶ θὰ πιστεύουν μόνο ἐκεῖνα πού ἀντιλαμβάνονται μ’ αὐτὲς (τὶς αἰσθήσεις τους). Τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ λένε, ὅπως κι ὁ Θωμᾶς : Ἂν δὲν ἰδῶ, δὲ θὰ πιστέψω. «Καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Μάτθ. κδ’ 30).

«Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός» (Ἰωάν. κ’ 27). Κι ὁ Θωμᾶς τοῦ ἀπάντησε: Ὁ Κύριός μου καὶ ὁΘεός μου!

Τὴ δεύτερη φορὰ πού ἐμφανίστηκε στοὺς ἀποστόλους ὁ Κύριος τὸ ἔκανε μόνο γιὰ τὸ Θωμά. Γιὰ χάρη ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνος πού περιβάλλεται ἀπὸ ἀγγελικοὺς χοροὺς πού τὸν ὑμνοῦν ἀγαλλόμενοι, ὡς Νικητὴ τοῦ θανάτου, ἀφήνει τὰ οὐράνια τάγματα καὶ σπεύδει νὰ σώσει τὸ ἕνα πρόβατο, τὸ ἀπολωλός. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ ὅλοι οἱ ἔνδοξοι κι οἱ δυνατοὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού ξεχνοῦν τοὺς ἀδύνατους καὶ ταπεινοὺς φίλους τους, πού τοὺς ἀποφεύγουν μὲ ντροπὴ καὶ περιφρόνηση. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ κι ἂς ντραποῦν ἀπὸ τὸ παράδειγμά Του. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος δὲν ἔνιωσε οὔτε ντροπὴ οὔτε ταπείνωση. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος Ἐκεῖνος, ὁ δοξασμένος καὶ παντοδύναμος, κατέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ σ’ ἕνα ταπεινὸ δωμάτιο στὰ Ἱεροσόλυμα. Πόσο εὐλογημένο εἶναι τὸ δωμάτιο αὐτό, ἀπ’ ὅπου προέκυψαν γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα περισσότερες εὐλογίες, ἀπ’ ὅσες θὰ μποροῦσαν νὰ προκύψουν ἀπ’ ὅλα τὰ παλάτια τῶν αὐτοκρατόρων!

Μόλις ὁ Κύριος παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν Θωμά, ἐκεῖνος ἀναφώνησε μὲ χαρά: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!» Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Θωμᾶς ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ ὡς Ἄνθρωπο καὶ ὡς Θεό, ὡς ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο. Μόνο ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο ἦταν ἀρκετὴ νὰ δώσει στὸν Θωμὰ τὴν εὐλογία τοῦ Πνεύματος, τὴν ἀναγέννηση τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες, κάτι πού ὀκτὼ μέρες νωρίτερα εἶχε δώσει στοὺς ἄλλους μαθητὲς μὲ τὸ λόγο καὶ τὴν πνοή Του. Ὅταν ὁ Κύριος βρισκόταν ἀκόμα στὸ θνητὸ σῶμα Του, προτοῦ ἀναστηθεῖ, μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν αἱμορρούσα γυναίκα μόνο μὲ τὸ νὰ τῆς ἐπιτρέψει ν’ ἀγγίξει τὸ ἱμάτιό Του. Πολὺ περισσότερο τώρα, μὲ τὸ δοξασμένο κι ἀναστημένο σῶμα Του, μποροῦσε νὰ δώσει μόνο μὲ τὴν ἐπαφὴ στὸν Θωμὰ τὴν ἐξουσία πού εἶχε δώσει μὲ διαφορετικὸ τρόπο στοὺς ἄλλους ἀποστόλους. Δὲν ἦταν ἀδύνατο βέβαια νὰ δώσει ὁ Κύριος καὶ στὸ Θωμὰ δύναμη κι ἐξουσία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού τὴν ἔδωσε στοὺς ἄλλους ἀποστόλους, ἂν κι αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται στὰ εὐαγγέλια. Ἀλλά εἶναι γνωστὸ πώς δὲν καταγράφηκαν ὅλα ὅσα εἶπε κι ἔκανε ὁΚύριος μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, ὅπως διαβεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς λίγο ἀργότερα. Τὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι πώς ὁ Θωμᾶς, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, ἔλαβε τὴν ἴδια δύναμη κι ἐξουσία, ὅπως κι οἱ ἄλλοι μαθητές. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὴν ἀποστολική Του διακονία, ἀπὸ τὰ θαύματά του καὶ τὸ μαρτυρικό του θάνατο. (Ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ μαθαίνουμε πώς καταδικάστηκε σὲ θάνατο ἐπειδὴ ὁμολόγησε μὲ θάρρος καὶ παρρησία πώς ὁΧριστὸς ἀναστήθηκε. Πέντε στρατιῶτες ὅρμησαν τότε ἐναντίον τοῦ γενναίου στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν σκότωσαν μὲ τὶς λόγχες τους).

Γιὰ ν’ ἀποκαταστήσει καὶ νὰ ἑδραιώσει τὴν πίστη τοῦ Θωμᾶ, ὁ Κύριος τὸν ἐπέπληξε εὐγενικά: «λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ’ 29). Ἐσύ, Θωμᾶ, τοῦ εἶπε, μὲ πίστεψες περισσότερο μὲ τὶς αἰσθήσεις σου παρὰ μὲ τὸ πνεῦμα σου. Ἤθελες μὲ τὰ αἰσθητήριά σου νὰ πειστεῖς, γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σοῦ ἔδωσα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Κι ἐσύ πείστηκες μὲ τὸ νὰ μὲ δεῖς καὶ νὰ μὲ ἀγγίξεις. Ὅμως, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. Μακάριοι κι εὐλογημένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δὲν εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους, ἀλλά μὲ τὸ πνεῦμα τους καὶ πίστεψαν μὲ τὴν καρδιά τους. Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν στὸν Χριστὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιό Του χωρὶς νὰ τὸν δοῦν μὲ τὰ σωματικά τους μάτια, δίχως νὰ τὸν ἀγγίξουν μὲ τὰ χέρια τους. Μακάριο εἶναι τὸ παιδὶ πού πιστεύει ὅλα ὅσα τοῦ λέει ἡ μητέρα του, χωρὶς νὰ τὰ ἀμφισβητήσει καὶ νὰ θελήσει νὰ τὰ ἐπιβεβαιώσει μὲ τὰ μάτια ἢ μὲ τὰ χέρια του. «Ἔστω δὲ ὁλόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ» (Ματθ. ε’ 37).

Ὁ Κύριος τὸ εἶχε πεῖ πολλὲς φορὲς νωρίτερα πώς θ’ ἀναστηθεῖ κι ἔπρεπε νὰ τὸν πιστέψουν. Γιὰ νὰ πειστοῦν οἱ ἄπιστοι ὅμως καὶ νὰ ἑδραιωθοῦν στὴν πίστη οἱ ὀλι-γόπιστοι, ὁ Κύριος δὲν περιορίστηκε μόνο σὲ ὅσα προεῖπε γιὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή Του, ἀλλά ἔκανε καὶ πολλὲς ἐμφανίσεις μετὰ ἀπ’ αὐτήν. Ἦταν πολὺ σπουδαῖο γιὰ Ἐκεῖνον ὥστε οἱ ἀπόστολοι κι ἀπ’ αὐτοὺς οἱ πιστοί, ν’ ἀποκτήσουν δυνατὴ πίστη στὴν Ἀνάστασή Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάση τῆς πίστης κι ἡ εὐφροσύνη τοῦ χριστιανοῦ. Γι’ αὐτὸ κι ὁ πάνσοφος Κύριος ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ πνεῦμα ἀλλά καὶ τὶς αἰσθήσεις τῶν ἀποστόλων, ὥστε κανενὸς ἡ πίστη νὰ μὴν κλο- νιστεῖ, νὰ μὴν ἀμφιβάλει πώς ὁ Κύριος εἶναι ἀναστημένος καὶ ζωντανός. Ἂν καὶ «τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν» (Ἰωάν. στ’ 63) καὶ μ’ ὅλο πού οἱ αἰσθήσεις μποροῦν νὰ ἐξαπατήσουν τὸν ἄνθρωπο πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ὁ γλυκὺς Κύριος συγκατένευσε στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ ἔκανε ὅ,τι ἦταν δυνατὸ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει καὶ τὴν αἰσθητὴ ἀντίληψη καὶ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ παραμένει ὡς σήμερα τὸ πλέον ἀναμφισβήτητο γεγονὸς στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ποιὸ ἄλλο γεγονός, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ ἀπώτατο παρελθόν, παραμένει τόσο φανερὰ καὶ προσεχτικὰ τεκμηριωμένο ὅσο αὐτό;

«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰωάν. κ’ 30-31). Εἶναι φανερὸ πώς ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστὴς πρέπει νὰ μιλάει γιὰ θαύματα πού ἔκανε ὁΧριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Αὐτὸ προκύπτει πρῶτα ἀπὸ τὴν ἀφήγηση πού προηγήθηκε, γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Κυρίου. Φαίνεται ἐπίσης ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅπου ἀναφέρεται πώς ὁ Κύριος «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α’ 3).

Ποῦ ἔχουν καταγραφεῖ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἀψευδή γεγονότα πού ἔκανε τὶς σαράντα αὐτὲς μέρες; Πουθενά. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὁμολογεῖ πώς δὲν ἔχουν γραφεῖ ὅλα σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο – τὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. κα’ 25). Τέλος, τὸ ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς ἐδῶ δὲν μιλάει μόνο γιὰ τὰ θαύματα πού ἔκανε μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ γιὰ ὅσα ἔκανε στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, φαίνεται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ εὐαγγελιστῆ, μὲ τὰ ὁποῖα κλείνει καὶ τὸ εὐαγγέλιό του: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν» (Ἰωάν. κα’ 25). Οὔτε ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν θὰ χωροῦσε τὰ βιβλία πού θὰ χρειάζονταν γιὰ νὰ καταχωρηθοῦν ὅλα ὅσα εἶπε καὶ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς.

Τὰ λόγια αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ ὅλα τὰ θαύματα πού ἔκανε ὁ Χριστὸς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του. Τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ὅμως δὲν πρέπει νὰ ’χουν τὸ ἴδιο νόημα μ’ αὐτὰ πού τελειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὸ εὐαγγέλιο. Ὑπῆρχε κάποιος λόγος νὰ τὰ ἐπαναλάβει;

Ὅλα ὅσα γράφτηκαν στὸ εὐαγγέλιο ἔχουν ἕνα μοναδικὸ σκοπό: «ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸ σημαίνει: Μὴν περιμένετε ἄλλον Μεσσία καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου. Αὐτὸς πού ἦταν νὰ ἔρθει, ἦρθε. Αὐτὸς πού προφήτεψαν οἱ προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ κι οἱ Σίβυλλες τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, ἐμφανίστηκε στ’ ἀλήθεια. Ὅλα ὅσα γράφτηκαν, ἦταν ἐπίσης ὥστε καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἒχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Μὲ τὴν πίστη αὐτή, πού ὁ Θωμᾶς τὴν ἐπιβεβαίωσε μὲ τὶς αἰσθήσεις του, θὰ ἔχετε ζωὴ αἰώνια. Ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται πώς τὰ καταληκτικὰ αὐτὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου συνδέονται μὲ τὸ περιστατικὸ ποὺ προηγήθηκε, μὲ τὸν Θωμὰ καὶ τὴν ἀπιστία του. Ὁ Κὺριος ἐμφανίστηκε στὸν Θωμὰ μόνο γιὰ δική του χάρη, ἀλλὰ γιὰ τὴ χάρη ὅλων ἐκείνων πού ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ ζωή. Μὲ τὴν ἐμφάνισή Του στὸν Θωμὰ ὁ Κύριος βοήθησε ὅλους ἐμᾶς νὰ τὸν πιστέψουμε πιὸ εὔκολα, ἀναστημένο καὶ ζωντανό. Καὶ μὲ τὴν πίστη αὐτὴ νὰ συμμετάσχουμε στὴν αἰώνια ἀλήθεια καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, προσθέτει ὁ εὐαγγελιστής. Γιατί ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ; Ἐπειδὴ «καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’ 12). Γιατί «πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι’ 13). Μόνο ἡ ζωὴ πού ἀναζητεῖται καὶ ἀποκτᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶναι ἀληθινὴ ζωή. Κάθε ἄλλη εἶναι θάνατος καὶ φθορά. Στὴν ἄνυδρη ἐρημιὰ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ὁ ἀναστημένος Χριστὸς εἶναι ἡ μόνη σίγουρη πηγὴ νεροῦ πού ξεδιψάει καὶ ἀναζωογονεῖ. Ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ φαίνεται σὰν πηγὴ νεροῦ στὸν ταλαιπωρημένο καὶ διψασμένο ταξιδιώτη, πού δὲν θὰ εἶναι πηγὴ ἀλλὰ τὸ λαμπύρισμα τῆς καυτῆς ἄμμου, μιὰ διαβολικὴ αὐταπάτη.

Τό βαθύτερο νόημα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἒχει σχέση μὲ τὸ ἐσωτερικὸ δράμα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅποιος θέλει νὰ ἐμφανιστεῖ ὁ ἀναστημένος Κύριος μέσα του, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ κλειδαμπαρώσει τὴν πὸρτα τῆς ψυχῆς του, νὰ τὴν προστατέψει ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Θεόληπτος στὴ Φιλοκαλία: «Ἀποκτῆστε σοφία ἀπὸ τὶς μέλισσες. Μὲ τὸ πού θὰ δοῦν σμῆνος ἀπὸ σφῆκες νὰ πετοῦν γύρω τους, μένουν μέσα στὴν κυψέλη κι ἒτσι διαφεύγουν τὸν κίνδυνο ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τους». Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ ἀπόστολοι προστατεύτηκαν ἀπὸ τοὺς αἱμοδιψεῖς καὶ ὑλιστές Ἰουδαίους.

Οἱ Ἰουδαῖοι ἀντιπροσωπεύουν κατὰ κάποιο τρόπο τὸν ὑλισμὸ καὶ τὸν αἰσθησιασμό. Σὲ ψυχὴ ὅμως πού διαφυλάσσεται μὲ ζῆλο καὶ κλειδαμπαρώνεται, ὁ Κύριος θὰ ἐμφανιστεῖ ἐν δόξῃ. Ὁ δοξασμένος Νυμφίος θ’ ἀποκαλυφτεῖ τότε στὴ συνετὴ νύμφη. Ὅταν ἐμφανίζεται ὁ Κύριος, ὁ φόβος τοῦ κόσμου ἐξαφανίζεται κι ἡ ψυχὴ εἰρηνεύει. Κι ὄχι μόνο εἰρηνεύει. Ὁ Κύριος φέρνει πάντα μαζί Του πολλὰ καὶ διάφορα δῶρα, ὅπως χαρά, δύναμη καὶ θάρρος. Ἑδραιώνει τὴν πίστη, ἐνισχύει τὴ ζωή.

Ὅταν ὁ Κύριος ἐμφανίζεται καὶ μᾶς παρέχει ὅλ’ αὐτὰ τὰ πολύτιμα δῶρα, κάποια ἀμφιβολία ἐξακολουθεῖ ἀκόμα νὰ κρύβεται σὲ κάποια γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Ἡ γωνιὰ αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ δύσπιστο Θωμά. Γιὰ νὰ φωτιστεῖ καὶ νὰ θερμανθεῖ κι ἡ γωνιὰ αὐτὴ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἐπιμείνουμε στὴν προσευχὴ καὶ νὰ περιμένουμε μὲ μεγάλη ὑπομονή. Πρέπει νὰ μένουμε κλειδαμπαρωμένοι, προστατευμένοι ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο, ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἐπιθυμίες καὶ ὁρμές. Τότε ὁ Κύριος πού ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ μᾶς συμπονέσει καὶ θὰ εἰσακούσει τὶς προσευχές μας. Θὰ ἐμφανιστεῖ ξανά καὶ μὲ τὴ φιλεύσπλαχνη παρουσία Του θὰ φωτίσει καὶ τήν τελευταία σκοτεινὴ γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Τότε καὶ μόνο τότε θὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε πώς εἴμαστε ζωντανὲς ψυχὲς καὶ υἱοὶ Θεοῦ κατὰ χάρη. Κι ὅλ’ αὐτὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο πρέπει ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 

Στην Καινή Κυριακή και στον Απόστολο Θωμά

Στην Καινή Κυριακή και στον Απόστολο Θωμά

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Ἔρχομαι νά καταβάλλω χωρίς ἄλλο τήν ὀφειλή μου. Γιατί κι ἄν εἶμαι φτωχός ὅμως θέλω νά ἀποσπάσω βίαια τήν εὐγνωμοσύνη σας. ῎Εδωσα τήν ὑπόσχεση νά σᾶς φανερώσω τήν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ καί τώρα ἔρχομαι νά τήν ἐκπληρώσω. Τίς πρῶτες ὀφειλές πρῶτα βιάζομαι νά ἐξοφλῶ, γιά νά μή μέ πνίξουν οἱ τόκοι πού μαζεύονται. Συνεργαστῆτε καί σεῖς στήν καταβολή τοῦ χρέους μου καί ἱκετέψετε τό Θωμᾶ, νά βάλη στά χείλη μου τό ἅγιο χέρι του, πού ἄγγιξε τήν πλευρά τοῦ Κυρίου, νά νευρώση τή γλῶσσα μου, γιά νά σᾶς ἐξηγήση ὅσα ποθῆτε. Κι ἐγώ παίρνοντας θάρρος ἀπό τίς πρεσβεῖες τοῦ ἀποστόλου καί μάρτυρα Θωμᾶ διαλαλῶ τήν πρώτη του ἀπιστία καί τήν ὕστερη ὁμολογία, πού εἶναι τῆς ᾿Εκκλησίας κρηπῖδα καί θεμέλιο.

῞Οταν μπῆκε ὁ Χριστός στούς μαθητάς του, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦσαν κλεισμένες καί βγῆκε πάλι μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὁ Θωμᾶς ἔλειπε μονάχα. ῏Ηταν κι αὐτό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μαθητοῦ νά προξενήση περισσότερη ἀσφάλεια καί βεβαιότητα. Γιατί ἄν ἦταν μαζί ὁ Θωμᾶς, δέ θά εἶχε βέβαια ἀμφιβολία. κι ἄν δέν εἶχε ἀμφιβολία, δέν θά ζητοῦσε μ᾿ ἐπιμονή.καί ἄν δέν ζητοῦσε, δέ θά ψηλαφοῦσε.ἄν ὅμως δέν ψηλαφοῦσε, δέ θά ὡμολογοῦσε τόν Κύριο καί Θεό κι ἄν δέν ὡμολογοῦσε Κύριο καί Θεό, τό Χριστό, δέ θά εἴχαμε ἐμεῖς διδαχθῆ νά τόν δοξολογοῦμε μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο. ῞Ωστε μέ τήν ἀπιστία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρός τήν ἀλήθεια καί ὅταν ἦρθε ὕστερα σταθεροποίησε τήν πίστη μας. ῎Ελεγαν λοιπόν οἱ μαθηταί στό Θωμᾶ ὅταν ἦρθε.

῎Εχουμε δεῖ τόν Κύριο, ἔχομε δεῖ αὐτόν πού εἶπε.ἐγώ εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου.ἔχομε δεῖ αὐτόν πού εἶπε ἐγώ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή καί ἡ ἀλήθεια.καί βρήκαμε τήν ἀλήθεια τῶν λόγων νά λάμπη μέσα στά πράγματα. ῎Εχομε δεῖ αὐτόν πού εἶπε.σέ τρεῖς ἡμέρες σηκώνομαι, κι ἀφοῦ εἴδαμε μέ τά μάτια μας τήν ἀνάσταση προσκυνήσαμε αὐτόν πού ἀναστήθηκε. Τόν ἀκούσαμε νά μᾶς λέη “εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς”, κι ἀλλάξαμε τό σκοτισμό τῆς λύπης σέ γαλήνια χαρά.

Εἴδαμε τά χέρια του πού δέχτηκαν τίς αἰχμές τῶν καρφιῶν, εἴδαμε τά χέρια πού κατηγοροῦν τή λύσσα τῶν θεομάχων σκυλιῶν, εἴδαμε τά χέρια πού ὕφαναν τήν ἀφθαρσία μας. Εἴδαμε καί τήν πλευρά πού κραυγάζει καθαρώτερα ἀπό κάθε κήρυκα τήν καλωσύνη τοῦ πληγωμένου. Εἴδαμε τήν ἴδια τήν πλευρά, πού οἱ ἄγγελοι ὑμνοῦν καί οἱ πιστοί σέβονται καί οἱ δαίμονες τρέμουν. Δεχτήκαμε καί τή θεϊκή πνοή ἀπό τό θεϊκό στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα πού σκορπίζει κάθε χάρη. ῾Ο ἐξουσιαστής ἔδωσε καί σ᾿ ἐμᾶς ἐξουσία νά συγχωροῦμε τά σφάλματα. ᾿Αποκτήσαμε τό δικαίωμα νά κρίνωμε τούς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε τέτοια ἐντολή. ῎Αν ἀφήσετε τίς ἁμαρτίες μερικῶν, ἀφήνονται.ἄν μερικῶν τίς κρατήσετε, κρατοῦνται. Τέτοια βαθειά χαρά πήραμε ἀπ᾿ τό Σωτῆρα, τέτοια δῶρα ἀπολαύσαμε.

᾿Αδύνατο νά μήν πλουτίσωμε, ἀφοῦ μᾶς ἔτυχε τέτοιος Κύριος. ῎Εμεινε φτωχός μόνο αὐτός πού δέ βρέθηκε μαζί μας. Κι ὁ Θωμᾶς τί τούς εἶπε.“῎Εχετε δεῖ τόν Κύριο; Καλά. Αὐτόν πού εἴδατε λοιπόν νά τόν σέβεστε πιό πολύ. Αὐτόν πού παρατηρήσατε, νά τόν κηρύττετε ἀδιάκοπα. ᾿Εγώ ὅμως, ἄν δέ δῶ μέσα στίς παλάμες του τά ἴχνη τῶν καρφιῶν καί δέ βάλω τό δάχτυλό μου στό σημάδι ἀπ᾿ τά καρφιά καί δέ βάλω τό χέρι μου στήν πλευρά του, δέ θά πιστέψω.

Κι ἐσεῖς δέ θά πιστεύατε, ἄν δέν βλέπατε πρῶτα.ἔτσι κι ἐγώ ἄν δέν ἰδῶ δέ θά πιστέψω”. Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερός στόν πόθο σου αὐτόν, μεῖνε σταθερός μέ ἐπιμονή, γιά νά δῆς ἐσύ καί νά βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου. Μεῖνε σταθερός, ζητώντας αὐτόν πού εἶπε, “Ζητᾶτε καί θά βρῆτε”. Μήν προσπεράσης ἁπλῶς, ἐρευνῶντας, ἄν δέν εὕρης τό θησαυρό πού ζητᾶς, χτύπα μ᾿ ἐπιμονή τήν πόρτα τῆς ἀναντίρρητης γνώσης, ὥσπου νά σοῦ τήν ἀνοίξη αὐτός πού εἶπε “χτυπᾶτε καί θά σᾶς ἀνοίξω”. ᾿Αγαπῶ τό διχασμό τῶν λογισμῶν σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό. ᾿Αγαπῶ τή φιλομάθειά σου, γιατί κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Μέ χαρά ἀκούω πολλές φορές τά λόγια σου: “ἄν δέ δῶ στά χέρια του τό σημάδι ἀπ᾿ τά καρφιά, δέ θά πιστέψω”. Γιατί σύ ἀπιστεῖς κι ἐγώ μαθαίνω νά πιστεύω. ᾿Εσύ σκάβεις μέ τό δικέλλι τῆς γλώσσας τό θεῖο σῶμα, κι ἐγώ θερίζω ἄκοπα τόν καρπό καί τόν μαζεύω γιά μένα.

῎Αν δέν ἰδῶ μ᾿ αὐτά μου τά μάτια μέσα στ᾿ ἅγια του χέρια, τ᾿ αὐλάκια πού σάν μέ ἀλέτρι χάραξαν οἱ ἀσεβεῖς, μέ κανένα τρόπο δέ θά συμφωνήσω μέ τά λόγια σας. ῎Αν δέ βάλω αὐτό μου τό δάχτυλο στίς λακοῦβες τῶν καρφιῶν, δέ θά δεχτῶ τό καλό μήνυμά σας. ῎Αν δέν κρατήσω μ᾿ αὐτό μου τό χέρι τήν πλευρά ἐκείνη, πού ἀνύποπτη μαρτυρεῖ τήν ἀνάσταση, δέν μπορῶ νά πιστέψω τή γνώμη σας. Γιατί κάθε λόγος εἶναι ἰσχυρός καί βέβαιος, ἄν δεχτῆ τή συνηγορία ὅλων τῶν πραγμάτων. Καί κάθε λόγος πού δέν ἔχει τή μαρτυρία τῶν ἔργων εἶναι χωρίς σημασία καί ἀπό τό στόμα στόν ἀέρα χάνεται. Θά κηρύξω στούς ἀνθρώπους τά θαύματα τοῦ Δασκάλου. Πῶς λοιπόν μέ τά λόγια νά πῶ αὐτά πού δέν ἀντιλήφθηκα μέ τά μάτια μου; Πῶς θά κάνω τούς ἄπιστους νά πιστέψουν, αὐτά πού μήτε ἐγώ δέν τἄχω παρακολουθήσει; Νά πῶ στούς ᾿Ιουδαίους καί στούς ῞Ελληνες ὅτι ἔχω δεῖ τόν Κύριό μου νά τόν σταυρώνουν. Δέν τόν εἶδα ὅμως νά ἔχει ἀναστηθῆ ἀλλά μόνο ἄκουσα. Καί ποιός δέν θά περιπαίξη τά λόγια μου; Ποιός δέ θά δείξη περιφρόνηση στό κήρυγμά μου; ῎Αλλο πρᾶγμα εἶναι ν᾿ ἀκούσης κάτι καί ἄλλο νά τό δῆς, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀφήγηση λόγων κι ἄλλο ἡ θέα καί ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων.

῎Ετσι ἐπειδή ὁ Θωμᾶς εἶχε ἀμφίβολη γνώση, σέ ὀχτώ μέρες ὁ Δεσπότης ξαναῆρθε πάλι στούς μαθητάς του πού ἦταν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί. ῎Αφησε πρῶτα νά κατηχηθῆ ὁ Θωμᾶς ἀπό τούς συμμαθητάς του στίς ἐνδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε νά φλογιστῆ ἀπό τή δίψα νά τόν ἀντικρύση.κι ὅταν ἡ ψυχή του ἄναψε ἀπό τόν σφοδρό πόθο τῆς θέας του, τότε στήν ὥρα πάνω ὁ ποθητός βρῆκε αὐτόν, πού τόν ποθοῦσε. ῞Ομοια, ὅπως καί πρῶτα, μέ κλεισμένες τίς πόρτες τό ἔκανε αὐτό καί ξανά, ὅπως καί πρῶτα, τούς εἶπε.“εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς”, γιά νά ταυτιστῆ τό πρᾶγμα μέ τό θαῦμα καί γιά νά βεβαιώση τό λόγο τῶν ἀποστόλων καί γιά νά παραστήση τήν ἀκρίβεια τοῦ δεύτερου ἐρχομοῦ του. ῎Επειτα εἶπε στό Θωμᾶ. Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου.

Τί ὕψος ἀπέραντης φιλανθρωπίας! Τί πέλαγος ἀμέτρητης συγκαταβάσεως! Δέν περίμενε τήν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δέν περίμενε νά πλησιάση αὐτός πού εἶχε ἀνάγκη, νά παρακαλέση καί νά ἐπιτύχη ὅ,τι ἤθελε. Μήτε γιά λίγο δέν τόν στέρησε ἀπό τήν ἐπιθυμία, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἀγαπημένος αὐτόν πού τόν ἀγαποῦσε μέ τή βία τραβοῦσε κοντά του, ὁ ἴδιος ἔσυρε στήν πληγή τό δάχτυλο ἐκείνου πού εἶχε τόν πόθο, ὁ ἴδιος μέ τή δεσποτική γλῶσσα του, τράβηξε τό δουλικό χέρι λέγοντας σ᾿ αὐτόν. Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου. ῎Ακουσα, Θωμᾶ, ἀπών σάν ἄνθρωπος ἀλλά παρών σάν Θεός, ὅ,τι εἶπες στούς ἀδελφούς σου.

῎Ημουν κοντά σας μέ τή θεϊκότητά μου καί χώρια σας μέ τήν ἀνθρωπίνη φύση μου. Θέλεις νά σοῦ ὑπενθυμίσω τά λόγια πού εἶπες προηγούμενα; Δέν εἶπες, ἄν δέ δῶ μέσα στά χέρια του τά σημάδια τῶν καρφιῶν καί δέ βάλω τό δάχτυλό μου στά σημάδια τῶν καρφιῶν καί δέ βάλω τό χέρι μου στήν πλευρά του, δέ θά πιστέψω; Δέ βγῆκαν ἀπό τά χείλη σου τά λόγια αὐτά; Τά λόγια αὐτά δέ ἀνταποκρίνονται στούς λογισμούς σου; Γι᾿ αὐτό ξαναῆλθα.γιά νά μήν ἀμφιβάλλης. Γι᾿ αὐτό εἶμαι κοντά σας δεύτερη φορά, γι᾿ αὐτά πού ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καί τώρα ἦρθα γιά σένα, τόν ἕνα, ἐγώ πού γιά τό χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπό τούς οὐρανούς χωρίς ἐν τούτοις νά τούς ἀφήσω.

Μή διστάσης λοιπόν νά μάθης ὅ,τι ποθεῖς, μήν ντρέπεσαι νά κοιτάξης καλά ὅ,τι θέλεις. Μήν ἀποφύγης νά βάλης τό δάχτυλό σου στά ἴδια τά χέρια μου. ᾿Ανέχομαι καί τά περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τά καρφιά. ῾Υπομένω τήν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπόμεινα τήν κακία τῶν ἐχθρῶν. Μέ σταύρωσαν οἱ ἐχθροί μου καί δέν ἀγανάκτησα καί δέ θά ὑποφέρω τήν δική σου ἐξέταση; Βάλε τό δάχτυλό σου ἐδῶ καί ἰδές τά χέρια μου, πού τραυματίστηκαν γιά σᾶς, γιά νά θεραπεύουν τά χτυπήματα τῶν δικῶν σας ψυχῶν. ᾿Ιδές τά χέρια μου καί συλλογίσου ἄν εἶμαι ἐκεῖνος πού θεληματικά σταυρώθηκε ἤ κάποιος ἄλλος. ᾿Ιδές τά χέρια μου, πού ἄφησα νά διατηροῦν τά σύμβολα τῆς ῾Εβραϊκῆς μανίας κι ὅταν μέ τή συνηθισμένη ἀναίδειά τους μοῦ ποῦν οἱ ῾Εβραῖοι κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως ὅτι ἐμεῖς Κύριε, δέ σέ σταυρώσαμε, τότε θά δείξω σ᾿ αὐτούς πού μέ πολέμησαν, τά χέρια μου μ᾿ αὐτή τή μορφή καί θά ντροπιάσω τούς ῾Εβραίους μόλις τ᾿ ἀντικρύσουν. ᾿Ιδές τά χέρια μου, καί τό ἀληθινό γεγονός τῆς ἀναστάσεως μου μή νομίσης πώς εἶναι μιά φαντασία.

Κράτησε αὐτά τά χέρια, σάν ὁμήρους γιά τόν ξαναγεννημό σας. Κράτησε αὐτά τά χέρια, σάν ἐνέχυρα γιά τήν ἀνάστασή σας μέσα ἀπό τόν τάφο. Κράτησε αὐτά τά χέρια, σάν ἄγκυρα πού ἔπεσε στό βυθό τοῦ ῞Αδη. Καμμιά χειμωνιά τῆς ζωῆς μή φοβηθῆς, καμμιά ζάλη τοῦ κόσμου ἄς μή σέ ζαλίση. Μή φοβηθῆς τό φύσημα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων, ἄς μή σέ ἀνησυχήσουν οἱ καταιγίδες κι οἱ σκόπελοι τῆς θάλασσας τῶν ἐχθρῶν. Πέρνα μέ θάρρος τό πέλαγος τῆς ζωῆς, ταξίδευε κρατῶντας τήν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, ταξίδευε ἔχοντας μπροστά σου σάν λιμάνι τόν οὐρανό.

Ταξίδευε καί νά φοβᾶσαι μόνο τῆς ἀρνήσεώς μου τό ναυάγιο. Περιγέλα τό θάνατο σά νεκρό, περίπαιζε τή φθορά σάν ἀνίσχυρη. ᾿Αποδέχου γιά χάρη μου τό τέλος τῆς ζωῆς σάν ἀρχή μιᾶς πιό ἐσωτερικῆς ζωῆς καί φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου. ῎Αντλησε μέ τό χέρι σου ἀπό τή βρύση αὐτή τῆς ζωῆς τό νᾶμα πού ποθεῖς, τή δίψα σου ἀνακούφισε.

Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου. Βάλε τό χέρι στό ἰατρεῖο τῆς πλάσης καί βγάλε τό φάρμακο τῆς ἐπιθυμίας σου. Δέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ πού μ᾿ ἀγαπᾶ. ‘Εγώ πού δέχτηκα τήν πληγή τῆς λόγχης. Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου, γιά νά μπορεῖς ν᾿ ἀγωνίζεσαι γι᾿ αὐτήν, γιά νά μπορεῖς ν᾿ ἀποκριθῆς σ᾿ αὐτούς πού πολεμοῦν τήν ἀλήθεια, ὅτι μέ εἶδες μετά τήν ᾿Ανάσταση καί μ᾿ ἀναγνώρισες καί μέ ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε τό χέρι σου καί βάλτο στήν πλευρά μου. Γιά σένα τήν ἄφησα ἔτσι ἐγώ πού θεράπευσα τά σώματα καί τίς ψυχές τῶν ἄλλων. Πρόβλεψα σάν Θεός ὅτι θά θελήσης νά τή δῆς ἔτσι καί βλέποντας τ᾿ ἀχνάρια τοῦ πάθους στήν σάρκα μου θέλησα νά θεραπεύσης τό πάθος τῆς ψυχῆς σου. Φέρε τό χέρι σου, καί βάλτο στήν πλευρά μου πού τή φύλαξα ἔτσι μέ κάποιο σκοπό.

῞Οταν γυρίσω πάλι ἀπό τούς οὐρανούς καί καθίσω σέ θρόνο κριτής ζωντανῶν καί νεκρῶν νά ἰδοῦν οἱ ῾Εβραῖοι κατάματα τά ἔργα τῆς κακίας τους καί μόνοι τους ν᾿ αὐτοδικαστοῦν – καί μή φανῆς ἄπιστος ἀλλά πιστός. Κακό ἡ ἀπιστία, κάνει τόν νοῦ νά βουλιάξη. ῾Η πίστη τόν ἀναρπάζει στόν οὐρανό. ῾Η ἀπιστία τυφλώνει τήν ψυχή.ἡ πίστη σκορπᾶ τό φῶς της στούς λογισμούς. Ἡ πίστη καί τά ἀόρατα κατακάθαρα βλέπει, ὁ ἄπιστος εἶναι σ᾿ ἄγνοια ὁλοκληρωτική. Μή γίνης ἄπιστος ἀλλά πιστός. Παραμέρισε τό νέφος τῆς ἀπιστίας καί κοίταξε τίς καθαρές ἀκτῖνες τῆς πίστης. Γίνου μέσα σέ ὅλους ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νά εἶναι αὐτός πού μέ συνάντησε καί εἶδε τέτοια ὅπως ἐσύ. ῞Ομοια μέ τούς ἄλλους ἀποστόλους σέ κάλεσα, ὅμοια μ᾿ αὐτούς σέ τίμησα, ὅμοια μ᾿ αὐτούς ὁπλίσου.

῞Ομοια μ᾿ αὐτούς εἶδες ὅ,τι εἶδαν, ὅμοια μ᾿ αὐτούς σοῦ ἐμπιστεύθηκα σά φίλο, ὅλο μου τό μυστήριο, ὅμοια μ᾿ αὐτούς κήρυξε τή δύναμή μου. Μήν πῆς πάλι, ἀφοῦ μέ εἶδες μιά φορά.῎Αν δέ δῶ πάλι στά χέρια του τά σημάδια τῶν καρφιῶν δέ θά πιστέψω. ῞Οσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε ἐλεύθερη , ὅπως θέλεις, τήν περιέργειά σου. ῞Οσο ἔχεις δίπλα σου τό οὐράνιο κλῆμα ὅλα τά κλαδιά καί τά σταφύλια του ἐρεύνησε. Θ᾿ ἀνεβῶ στούς οὐρανούς, ἀπ᾿ ὅπου ἦρθα στή γῆ, θ᾿ ἀνεβῶ, ὅπου εἶμαι. Θ᾿ ἀνεβῶ μέ τήν ἀνθρωπίνη φύση μου ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου γιά χάρη σας κατέβηκα μέ τή θεία μου φύση. Θ᾿ ἀνεβῶ μ᾿ αὐτό μου τό σῶμα, ἄν καί χωρίς αὐτό ἦρθα ἀπό κεῖ κι ἔμεινα ἐκεῖ πέρα. Θ᾿ ἀνεβῶ στούς κόλπους τούς πατρικούς μέ τή δική σας φύση, ἄν καί εἶμαι στούς κόλπους τοῦ πατέρα. Τελείωσα τό ἔργο μου γιά χάρη του ἔκανα αὐτή τήν πορεία.

᾿Αφοῦ ἄγγιξε λοιπόν ὁ Θωμᾶς τά χέρια τοῦ Κυρίου καί τή θεία πλευρά γέμισε ἀπό δειλία καί ἀπό χαρά μαζί βλέποντας αὐτά πού ἐπιθύμησε καί ἀμέσως ξεσπᾶ σέ ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας. Κύριέ μου καί Θεέ μου. Σύ εἶσαι ὁ Κύριος καί ὁ Θεός. Σύ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος καί ὁ φιλάνθρωπος. Σύ εἶσαι ξενόφερτος καί παράξενος γιατρός τῆς πλάσης. Δέν κόβεις μέ τό νυστέρι τ᾿ ἄρρωστα μέλη, δέν καῖς μέ τή φωτά τίς πληγές, δέν μαζεύεις ἀπ᾿ τά βοτάνια τήν δύναμη τῶν φαρμάκων σου, δέ δένεις μέ ὁρατούς ἐπιδέσμους τίς πληγές πού μᾶς ἀφανίζουν. Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης, πού ἀόρατα τονώνουν τά καταπονημένα μέλη. ῎Εχεις λόγο πού εἶναι πιό κοφτερός ἀπό τό μαχαίρι. Ἔχεις λόγο πιό δυνατό ἀπ᾿ τή φωτιά. Ἔχεις βλέμμα ἀπ᾿ τό φάρμακο πιό ἁπαλό. Σάν δημιουργός ἁγιάζεις χωρίς κόπο τό δημιούργημά σου, σάν πλάστης χωρίς νά κουραστῆς μεταπλάθεις τά πλάσματά σου. Σύ κατά τό θέλημά σου τούς λεπρούς καθάρισες, τούς κουτσούς τούς ἔκανες νά τρέχουν, τούς παράλυτους νά σηκώνουν τά κρεβάτια τους, τούς γεννημένους τυφλούς τούς προστάζεις νά πετάξουν μέ νίψιμο τό σκοτάδι. ᾿Εξώρισες τούς δαίμονες ἀπ᾿ τά δημιουργήματά σου, μέ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ᾿ τούς ἐχθρούς καί ἀπ᾿ τούς ῾Εβραίους, τά πάντα δέχτηκες γιά μένα στό σῶμα σου.

῏Ω Κύριε καί Θεέ μου. ᾿Αναγνώρισα τόν Κύριό μου, ἀναγνώρισα τόν ἁλιέα καί φύλακά μου, ἀναγνώρισα τό βασιλιά καί Κύριό μου. ῏Ω Κύριέ μου καί Θεέ μου. Πιστεύω Κύριε στήν οἰκονομία σου, πιστεύω στήν συγκατάβασή σου, πιστεύω στήν ἀνάληψη ἀπό μέρους σου τῆς φροντίδας μου, πιστεύω στόν προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στά παθήματα τῆς σάρκας σου, πιστεύω στόν τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στήν ἀνάστασή σου. Λοιπόν δέν ἔχω πιά περιέργεια. Πιστεύω, δέν κάνω πιά ἔλεγχο.πιστεύω, δέν στήνω πιά τή ζυγαριά τοῦ νοῦ. Πιστεύω, δέν ἔχω πιά περιέργεια. Πιστεύω στά μάτια μου καί στά χέρια μου. Μέ δίδαξαν αὐτά πού εἶδα νά μήν κάνω ἔλεγχο. Ψηλάφησα κι ἔμαθα νά προσκυνῶ ὄχι νά φιλονικῶ. ῞Ενα Κύριο καί Θεό γνωρίζω, τόν Κύριό μου Χριστό. ῎Ας εἶναι δεδοξασμένος καί δυνατός στούς αἰῶνες. ᾿Αμήν.