Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: Εις την Κυριακήν της Τυρινής

Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου:
Εις την Κυριακήν της Τυρινής

Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Οι θειότατοι και Αγιοι Πατέρες εθέσπισαν να κάνωμεν σήμερον, ήτοι πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής, την ανάμνησιν της εξορίας των πρωτοπλάστων από την τρυφήν του Παραδείσου, δείχνοντες εμπράκτως πόσον καλόν και ωφέλιμον πράγμα είναι η νηστεία εις την ανθρωπίνην φύσιν, και πάλιν εκ του εναντίου, πόσον κακόν και αισχρόν είναι η αδηφαγία.

Παρατρέξαντες λοιπόν οι Πατέρες τα κατά μέρος πάντα, οπού εις όλον τον κόσμον γίνονται, άπειρα σχεδόν όντα, τον πρωτόπλαστον Αδάμ προβάλλουν εις όλους παράδειγμα, πόσον κακόν έπαθε, με το να μην ενήστευσε προς ολίγον, και εις την εδικήν μας φύσιν μετέδωκε, σαφώς δεικνύοντες, και ότι πρώτον παράγγελμα του Θεού προς τους ανθρώπους εδόθη το της νηστείας καλόν, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, αλλά εις την γαστέρα υπήκουσε, το δέ αληθέστερον εις τον πλάνον όφιν από την παρακύνησιν της Εύας, όχι μόνον Θεός δέν έγινεν, αλλά και εις τον θάνατον κατεκρίθη, και εις όλον το γένος μετέδωκε του κακού.

Λοιπόν, δια την τρυφήν του πρωτοπλάστου Αδάμ ο Κύριος ενήστευσεν ημέρας τεσσαράκοντα, και υπήκοος έγινεν. δια τούτο και η παρούσα Αγία Τεσσαρακοστή επαραδόθη από τους Αγίους Αποστόλους, δια να απολαύσωμεν ημείς δια της νηστείας την αφθαρσίαν, με το να φυλάξωμεν ημείς εκείνο, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, απώλεσε την αφθαρσίαν. και κατά άλλον τρόπον, ο σκοπός των Αγίων ούτος έστι, καθώς και προείπομεν, να περιλάβουν δια βραχέων, τα απ’ αρχής μέχρι τέλους γενόμενα έργα παρά του Θεού. και επειδή όλων των καθ’ ημάς αίτιον εστάθη η παράβασις και η έκπτωσις του Αδάμ από τον Παράδεισον, δια τούτο ταύτην ενταύθα πρωτίστην έταξαν, δια να φύγωμεν την παρακοήν, και να μή μιμηθώμεν κατ’ ουδέν την ακρασίαν αυτού.

Εις την έκτην ημέραν λοιπόν επλάσθη ο Αδάμ από την χείρα του Θεού, τον οποίον και με την ιδίαν του εικόνα ετίμησε, με το εμφύσημα οπού έκαμεν εις αυτόν, δίδοντας του εν ταυτώ και την εντολήν, ποίους καρπούς να τρωγη και ποίους να μή τρωγη. Εστάθη δέ μέσα εις τον Παράδεισον, κατά την γνώμην τινών διδασκάλων, έως εξ ώρας’ είτα εξώσθη εκείθεν, με το να παραβή την εντολήν. ο δέ Φίλων ο Εβραίος λέγει ότι εκατόν χρόνους έκαμεν εις τον Παράδεισον, άλλοι δέ λέγουν επτά ημέρας η χρόνους, και τούτο λέγουν δια την τιμήν του επταδικού αριθμού, οπού κοντά εις τους Εβραίους κατ’ εξαίρετον ήτον τίμιος. Οτι δέ εις την έκτην ώραν τας χείρας ήπλωσε και τον καρπόν ετρύγησεν, εφανέρωσε τούτο και ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, όστις θεραπεύοντας του πρωτοπλάστου το τόλμημα, εις την έκτην ώραν και ημέραν τας παλάμας ήπλωσεν εν τω Σταυρώ.

Μέσον δέ φθοράς και αφθαρσίας επλάσθη ο Αδάμ, με σκοπόν εκείνο να αποκτήση, εις οποίον από τα δύο ήθελε κλίνει με την εδικήν του προαίρεσιν, ωσάν οπού εκατασκευάσθη αυτεξούσιος ότι δυνατόν ήτον εις τον Θεόν και αναμάρτητον να τον κάμη, αλλά δια να γένη και της εδικής του προαιρέσεως το κατόρθωμα, δια τούτο του έδωσε τον νόμον, όστις τον επρόσταζεν άπό όλα μέν τα φυτά να παίρνη καρπούς και να τρώγη, και άπό ένα μόνον να απέχη. Εκείνος δέ τη γυναικί πεισθείς, ή να ειπώ καλλίτερα τη ψυχοφθόρω συμβουλή του αρχεκάκου όφεως, αφίνοντας όλα τα άλλα, εις το θεόθεν εμποδισμένον ήπλωσε το παράνομον χέρι του. Τί δέ λογής φυτά ήσαν εκείνα τα συγχωρημένα, και τί λογής φυτόν ήτον εκείνο το εμποδισμένον, πολλοί πολλά λέγουν, τα οποία με το να είναι νοήματα υψηλά και θεωρίαι μεγάλαι, δεν καταλαμβάνονται από τους αγραμμάτους και απλουστέρους. το δε ξύλον, οπού εμπόδισεν ο Θεός, ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν το ωνόμασαν από της εκβάσεως, ήγουν άπό το ιδίωμα οπού έχει η αμαρτία, ευθύς οπού εμβη εις πράξιν, δηλαδή ευθύς πού τελεσθή η αμαρτία, εγείρεται έξυπνα η συνείδησις, ο πικρός και αδυσώπητος κατήγορος, λέγουσα μέσα εις την ψυχήν προς τον αμαρτήσαντα’ κακά έπραξας, άξιος είσαι κολάσεως, και βλέπε ζωντανόν το παράδειγμα εις τους πρωτοπλάστους, οι οποίοι πρό της παρακοής ήσαν γυμνοί, και όμως ουκ ησχύνοντο’ έπειτα, όταν παρέβησαν την εντολήν, τότε εκατάλαβον ότι ήταν γυμνοί. Οθεν εκατάλαβαν πόσον καλόν είναι η υπακοή, και εκ του εναντίου πόσον κακόν η παρακοή. δια τούτο και ευθύς εφρόντισαν να σκεπάσουν την γύμνωσίν τους, και ακούσαντες τον προς αυτούς ερχομόν του Θεού εφοβήθησαν, και εκρύβησαν.

Μερικοί δέ είπον ότι το ξύλον εκείνο της παρακοής ήτον συκή, ότι με τα φύλλα εκείνης εσκεπάσθησαν, ευθύς οπού εκατάλαβαν την γύμνωσίν τους’ και τάχα δια τούτο και ο Χριστός, ώς αιτίαν γενομένην της παραβάσεως, την εκαταράσθη και εξηράνθη. Διότι και κάποιαν ομοιότητα έχει με την αμαρτίαν” πρώτον μέν το γλυκύ, έπειτα το άπό των φύλλων τραχύ και το κολλώδες του γάλακτος. Λοιπόν, αφού παρέβη την εντολήν και την θνητήν σάρκα εφόρεσε, και την κατάραν έλαβε της πολυωδύνου ζωής, εδιώχθη από τον Παράδεισον και φλογίνη ρομφαία εδιωρίσθη παρά Θεού να φυλάττη την πύλην του Παραδείσου, και αυτός εκάθισεν απ’ αντικρύ του Παραδείσου, κλαίων και ωδυρόμενος, δια τα τόσα αγαθά που εστερήθη, με το να μην ηθέλησε να φυλάττη την εντολήν του Δεσπότου, και να νηστεύση μικράν νηστείαν. και ούτως όλον το σύμπαν γένος, υπέκειτο είς την εκείνου αράν και αθλιότη¬τα, έως οπού πάλιν ο πλάσας ημάς Θεός ηλέησε την ημετέραν φύσιν, και εις το αρχαίον απεκατέστησεν αξίωμα, νικήσας τεχνηέντως τον ημάς απατήσαντα, τουτέστι δια νηστείας και ταπεινώσεως, τύπος γενόμενος εις ημάς τί λογής να νικώμεν και ημείς τον αντίπαλον.

Όλα λοιπόν αυτά θέλοντες να παραστήσουν οι θεοφόροι Πατέρες δι’ όλου του Τριωδίου, πρώτα βάνουν τα της Παλαιάς Διαθήκης, από τα οποία, πρώτη είναι η Δημιουργία και η του Αδάμ από τον Παράδεισον έξωσις, της οποίας την ανάμνησιν κάμνομεν σήμερον. Είτα και τα λοιπά προβάλλουν, τα της Γενέσεως του Μωϋσέως και των λοιπών, τα προφητικά, και περισσότερον τους δαβιτικούς λόγους” και τέλος επιφέρουν και τινά των της χάριτος, ήτοι της Νέας Διαθήκης. Από τα οποία πρώτος είναι ο Ευαγγελισμός, ο οποίος κατά άρρητον Θεού οικονομίαν, σχεδόν πάντοτε, μέσα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ευρίσκεται. Προχωρεί δέ το Τριώδιον, έτι δια του Λαζάρου και των Βαϊων και της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος και αυτών των Αγίων και σωτηριωδών Παθών του Χριστού, όπου τα Ιερά Ευαγγέλια αναγινώσκονται, και κατά λεπτόν τα Θεία Πάθη υμνολογούνται. Είτα και δια της Αναστάσεως και των λοιπών εορτών, μέχρι της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, και τέλος δια των Ιερών Πράξεων των Αποστόλων, αι οποίαι τρανώς διηγοΰνται τί λογής το κήρυγμα έγινε, και ότι οι Θείοι Απόστολοι τους Αγίους πάντας συνήγαγον’ ότι αι Πράξεις των Αποστόλων βεβαιούν την Ανάστασιν δια των θαυμάτων, οπού έπραττον οι Απόστολοι εν τω ονόματι του σταυρωθέντος Ιησού. Επειδή λοιπόν, με το να μην ενήστευσε μίαν φοράν ο Αδάμ, επάθαμεν τα τόσα κακά, δια τούτο πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής ετάχθη ύπό των Πατέρων η ανάμνησις αυτού, δια να συλλογιζώμεθα πόσον κακόν έφερεν εις τον κόσμον, με το να μην ενήστευσεν ο Αδάμ, και να σπουδάσωμεν μετά χαράς, να δεχθώμεν ημείς την νηστείαν, και καλώς να την φυλάττωμεν, δια να επιτύχωμεν ημείς εκείνο όπου έχασεν εκείνος, δηλαδή την θέωσιν, πενθούντες και νηστεύοντες και ταπεινούμενοι, έως να μας επισκεφθή ο Κύριος, διατί κατά άλλον τρόπον σχεδόν αδύνατον είναι να λάβωμεν εκείνο όπου εχάσαμεν.

Πρέπει δέ να ηξεύρωμεν ότι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή του όλου χρόνου, είναι ωσάν ένας αποδεκατισμός’ διότι από την αμέλειάν μας δέν προαιρούμεθα, ούτε πάντοτε να νηστεύωμεν ούτε να απέχωμεν από κακάς πράξεις, δια τούτο οι θείοι Απόστολοι και ύστερα από αυτούς και οι Αγιοι Πατέρες παρέδωκαν εις ημάς αυτήν την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ωσάν ένα θέρος ψυχών, δια να εξαλείψωμεν, δια μετανοίας και συντριβής, όσα κακά επράξαμεν όλον τον χρόνον, και δια τούτο, επειδή με τέτοιον σκοπόν και τέλος μας την επαράδωκαν οι θείοι Απόστολοι, πρέπει και να την φυλάττωμεν ακριβέστερον από κάθε άλλην νηστείαν. Επειδή και τας άλλας τρεις, ήγουν την των Αγίων Αποστόλων, την της Θεοτόκου, και του Σαρανταημέρου, η Εκκλησία μας τας παραδίδει, και χρέος έχομεν να τας φυλάττωμεν. Ομως αυτή είναι πολύ τιμιωτέρα και θειοτέρα, πρώτον, διατί ο Χριστός, ο αρχηγός της ημετέρας σωτηρίας, υπέρ ημών ενήστευσεν αυτήν, και τον πειράζοντα νικήσας εδοξάσθη’ δεύτερον, και δια τα Αγια Πάθη, τα οποία εις το τέλος λαμπρώς και θεοπρεπώς εορτάζομεν. Αλλά και ο Μωϋσής τεσσαράκοντα ημερονύκτια νηστεύσας, τον νόμον έλαβε” και ο προφήτης Ηλίας άλλας τόσας νηστεύσας, εν τω όρει τω Χωρήβ, ιδείν ηξιώθη τον Θεόν, ως ανθρώπω δυνατόν’ και ο Δανιήλ ωσαύτως και άλλοι πάμπολλοι, όσοι παρά τω Θεώ εφάνησαν δόκιμοι, δια νηστείας αυτώ ευηρέστησαν. δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν, εβάλθη ενταύθα ύπό των Πατέρων, η Εξορία του Αδάμ, διδάσκουσα όλους ημάς να φυλάττωμεν τον όρον της νηστείας, όσον δυνάμεθα.

Τη αφάτω Σου ευσπλαγχνία, Χριστέ ο Θεός ημών, της τρυφής του Παραδείσου ημάς καταξίωσον, και ελέησόν ως μόνος φιλάνθρωπος. Αμήν.

Ομιλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, περί μετανοίας και περί εξορίας του Αδάμ

Ομιλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου,
περί μετανοίας και περί εξορίας του Αδάμ

Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος

Αγαπητοί μου αδελφοί, ακούστε για τη δεύτερη και φοβερή παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έφερα στο νου μου την ώρα εκείνη και, καθώς αναλογίστηκα όσα πρόκειται τότε να συμβούν, κατατρόμαξα. Ποιός μπορεί να τα διηγηθεί; Ποιά γλώσσα μπορεί να τα περιγράψει; Ποιά αυτιά μπορούν να τ’ ακούσουν;

Τότε ο Βασιλιάς της οικουμένης θα σηκωθεί από το θρόνο της δόξας Του και θα έρθει για να κρίνει όλους τους κατοίκους της γης, αμοίβοντας με αιώνια μακαριότητα τους άξιους και τιμωρώντας με αιώνια κόλαση τους αμαρτωλούς! Όταν τα φέρνω αυτά στο νου μου, τρόμος με κυριεύει. Παραλύω ολόκληρος. Τα μάτια μου δακρύζουν. Η φωνή μου κόβεται. Τα χείλη μου παγώνουν. Η γλώσσα μου τρέμει. Οι λογισμοί μου σταματούν. Αν και ο φόβος με πιέζει να σωπάσω, αναγκάζομαι να μιλήσω για χάρη της δικής σας ωφέλειας.

Θα συμβούν τόσο μεγάλα και τρομακτικά γεγονότα, που ούτε έγιναν από την κτίση του κόσμου ούτε θα γίνουν σ’ όλες τις γενιές. Αν μία δυνατή βροντή πολλές φορές μας τρομάζει και μας κόβει τα πόδια, για σκεφτείτε, πως θ’ αντέξουμε ν’ ακούσουμε τον ήχο εκείνης της σάλπιγγας, που θα ηχήσει στα ουράνια δυνατότερα από κάθε βροντή, για να ξυπνήσει όλους τους νεκρούς, δίκαιους και άδικους;

Τότε τα οστά των νεκρών θα συναρμολογηθούν. Θα προστάξει ο μεγάλος Βασιλιάς, που εξουσιάζει όλη την κτίση, κι ευθύς η γη και η θάλασσα θα δώσουν με τρόμο τους νεκρούς τους. Ακόμα κι όσοι κατασπαράχθηκαν από τα θηρία, όσοι φαγώθηκαν από τα ψάρια η τα όρνια, όλοι, «εν ριπή οφθαλμού», θα παρουσιαστούν μπροστά στον αδέκαστο Κριτή. Τότε οι ποταμοί και οι πηγές θα εξαφανιστούν, τ’ αστέρια θα πέσουν, ο ήλιος θα σβήσει, η σελήνη θα χαθεί.

Άγγελοι σταλμένοι από το Θεό θα διασχίζουν την υφήλιο και θα συγκεντρώνουν τους εκλεκτούς από κάθε σημείο της γης. Τότε θ’ αντικρύσουμε «νέους ουρανούς και νέα γη» (Β’ Πέτρ. γ’, 13), σύμφωνα μὲ τὴν υπόσχεση τοῦ Κυρίου.

Πως θ’ αντέξουμε, όταν θα δούμε να ετοιμάζεται ο φοβερός θρόνος και να προβάλλει ο Σταυρός, που πάνω του θυσιάστηκε εκούσια ο Χριστός για μας; Τότε θα θυμηθούμε και θα κατανοήσουμε το λόγο του Κυρίου για «το σημάδι του Υιού του ανθρώπου» (Ματθ. ΚΔ΄30).

Τότε θα πληροφορηθούμε όλοι, ότι πρόκειται να παρουσιαστεί ο μεγάλος Βασιλιάς. Τη φοβερή εκείνη ώρα, ο καθένας μας θα συλλογίζεται τις πράξεις του και θα σκέφτεται τι θα Του απολογηθεί… Όταν θ’ ακούσουμε τη βροντερή εκείνη φωνή από τα ύψη τ’ ουρανού να διακηρύσσει, «Να, ο Νυμφίος έρχεται» (Ματθ. ΚΕ΄ 6), «Ο Κριτής φτάνει για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς», τότε, από την κραυγή εκείνη, θα σαλέψουν συθέμελα τα έγκατα της γης, απ’ τη μίαν άκρη ως την άλλη.

Τότε, αδελφοί μου, στενοχώρια και φόβος και τρόμος θα καταλάβει κάθε άνθρωπο γι’ αυτά που θα συμβούν στην οικουμένη. Οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευθούν. Οι ουρανοί θα σχιστούν. Και ο Βασιλεύς των βασιλέων, ο άγιος και ένδοξος Θεός μας, θα παρουσιαστεί σαν αστραπή φοβερή, με εξουσία και δόξα απερίγραπτη. Έκσταση και φρίκη θα μας κυριέψουν την ώρα εκείνη, όταν θα καθίσει στο κριτήριο ο αμερόληπτος Κριτής και θ’ ανοίξει τα φοβερά βιβλία, όπου είναι γραμμένα τα έργα και τα λόγια μας, όλα όσα κάναμε και είπαμε στην ζωή αυτή, νομίζοντας ότι μπορούμε ν’ απατήσουμε τον καρδιογνώστη Θεό.

Ω! Πόσα δάκρυα πρέπει να χύνουμε, όταν συλλογιζόμαστε εκείνη την ώρα! Και όμως, είμαστε τόσο αμελείς! Πόσο θα κλάψουμε και θα στενάξουμε τότε, όταν θα δούμε από το ένα μέρος τις μεγάλες δωρεές και την ασύλληπτη μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα της βασιλείας των ουρανών, που θ’ απολαύσουν όσοι πάλεψαν σκληρά για να τηρήσουν τις εντολές του Κυρίου, και από το άλλο μέρος τις φοβερές τιμωρίες, που θα υποστούν όσοι υποδουλώθηκαν στην αμαρτία! Και στη μέση, έντρομοι, όλοι οι άνθρωποι, από κάθε φυλή, από τον πρωτόπλαστο Αδάμ ως τον τελευταίο, θα γονατίζουν και θα προσκυνούν το Θεό, σύμφωνα με το λόγο της Γραφής: «Εγώ, ο ζωντανός Κύριος, το λέω πως όλοι θα με προσκυνήσουν» (Ρωμ. ΙΔ΄11).

Τότε όλη η ανθρωπότητα, καθώς θα βρίσκεται ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, ανάμεσα στη μακάρια ανάπαυση και στην αιώνια καταδίκη, θα περιμένει με αγωνία τη φοβερή Κρίση. Και κανένας την ώρα αυτή δεν θα μπορεί να βοηθήσει τον διπλανό του.

Θα ρωτηθούν οι επίσκοποι και για τον δικό τους τρόπο ζωής και για το ποίμνιό τους. Θα τους ζητηθεί λόγος για τα λογικά πρόβατα, που παρέλαβαν από τον αρχιποιμένα Χριστό. Αν από αμέλειά τους χάθηκε κάποιο πρόβατο, το αίμα του θα ζητηθεί από τους ίδιους.

Παρόμοια και οι ιερείς θα δώσουν λόγο για τις ενορίες τους. Επίσης και κάθε πιστός θα δώσει λόγο για τον εαυτό του, για το σπίτι του, για τη γυναίκα του, για τα παιδιά του, για τους υπαλλήλους και τους δουλευτάδες του.

Θα εξεταστούν βασιλιάδες και άρχοντες, πλούσιοι και φτωχοί, μικροί και μεγάλοι, για όλα όσα έκαναν: «Γιατί όλοι μας πρέπει να παρουσιαστούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού, για να πάρει καθένας την αμοιβή του ανάλογα με τα όσα καλά η κακά έπραξε σ’ αυτή τη ζωή» (Β΄ Κορ. ε’ , 10).

Όλων μας τα έργα θα ερευνηθούν και θα φανερωθούν μπροστά σε αγγέλους και ανθρώπους. Οι εχθροί του Χριστού θα κατασυντριβούν. Θα καταργηθεί κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη (Α΄ Κορ. ιε’ , 24). Τότε, καθώς είναι γραμμένο, ο Κύριος θα ξεχωρίσει «τα πρόβατα από τα κατσίκια» (Ματθ. ΚΕ΄, 32).

Έτσι, όσοι έχουν καλά έργα και πνευματικούς καρπούς, θα χωριστούν από τους άκαρπους και τους αμαρτωλούς.

Οι πρώτοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο, γιατί φύλαξαν τις εντολές του Θεού. Αυτοί είναι οι ελεήμονες, οι φιλόξενοι, οι βοηθοί των δυστυχισμένων, οι συμπαραστάτες των ασθενών, οι προστάτες των φτωχών και των ορφανών, όσοι έντυναν τους γυμνούς, όσοι επισκέπτονταν τους φυλακισμένους, όσοι έγιναν φτωχοί για τον πλούτο που υπάρχει στους ουρανούς, όσοι συγχώρησαν τα παραπτώματα των αδελφών τους, όσοι φύλαξαν τη σφραγίδα της πίστεως ακέραιη και αμόλυντη από κάθε αίρεση. Αυτούς θα τους βάλει στα δεξιά Του, ενώ τους αμαρτωλούς στ’ αριστερά Του.

Οι δεύτεροι ειν’ εκείνοι που παρόργιζαν τον καλό Ποιμένα και περιφρονούσαν τους λόγους Του. Είναι οι περήφανοι, οι αδιόρθωτοι, οι φίλοι των διασκεδάσεων και των απολαύσεων, όσοι ξόδεψαν στην ακολασία και τη μέθη και την ασπλαχνία ολόκληρο το χρόνο της ζωής τους, σαν εκείνο τον πλούσιο που ποτέ δεν ελέησε τον φτωχό Λάζαρο (Λουκ. ΙΣΤ’, 19-31).

Αυτοί θα καταδικαστούν και θα σταθούν στ’ αριστερά, γιατί δεν έδειξαν συμπόνια. Ήταν σκληροί και δεν είχαν καρπούς μετάνοιας, δεν είχαν λάδι στα λυχνάρια τους. Όσοι όμως αγόρασαν το λάδι της ελεημοσύνης από τους φτωχούς και γέμισαν τα λυχνάρια τους, θα σταθούν στα δεξιά, κρατώντας τα αναμμένα, ένδοξοι και χαρωποί, και θ’ ακούσουν τη γαλήνια εκείνη και ποθητή φωνή: «Ελάτε, οι ευλογημένοι απ’ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία, που σας έχει ετοιμαστεί απ’ την αρχή του κόσμου» (Ματθ. ΚΕ΄, 34).

Όσοι πάλι είναι στ’ αριστερά, θ’ ακούσουν την οδυνηρή εκείνη και φοβερή απόφαση: «Φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι, πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του» (Ματθ. ΚΕ΄, 41). Όπως δεν ελεήσατε, έτσι τώρα δεν θα ελεηθείτε. Όπως δεν ακούσατε τη φωνή Μου, ουτ’ Εγώ τώρα θ’ ακούσω τον απαρηγόρητο θρήνο σας. Γιατί δεν Με θρέψατε όταν πεινούσα. Δεν Με ποτίσατε όταν διψούσα. Δεν Με φιλοξενήσατε όταν ήρθα κοντά σας. Δεν Με ντύσατε όταν ήμουν γυμνός. Δεν Μ’ επισκεφθήκατε όταν ήμουν άρρωστος ούτε όταν ήμουν στη φυλακή. Δεν υπηρετήσατε Εμένα. Σε άλλο κύριο γίνατε υπηρέτες και δούλοι, στο διάβολο. Φύγετε λοιπόν μακριά Μου, εργάτες της αδικίας. Τότε θα οδηγηθούν αυτοί στην αιώνια κόλαση, ενώ οι δίκαιοι στην αιώνια ζωή (βλ. Ματθ. ΚΕ΄, 41-46).

Αλλοίμονο σ’ εκείνους που αφήνουν ανεκμετάλλευτο τον καιρό τούτο της μετάνοιας και παραδίνονται σε πράγματα άσκοπα και γελοία. Θα ζητήσουν τότε το χρόνο που ξόδεψαν μάταια, και δεν θα τον βρουν. Αλλοίμονο σ’ εκείνους που δίνουν σημασία σε πνεύματα πλάνης και διδασκαλίες δαιμονικές, γιατί αυτά θα τους εξασφαλίσουν την καταδίκη στην άλλη ζωή.

Αλλοίμονο σ’ εκείνους που ασχολούνται με μαντείες και ανηθικότητες. Αλλοίμονο σ’ εκείνους που στερούν από τους εργάτες τον δίκαιο μισθό τους, γιατί είναι όμοιοι μ’ αυτούς που χύνουν αίμα.

Αλλοίμονο σ’ εκείνους που κρίνουν άδικα, δικαιώνοντας το φταίχτη και καταδικάζοντας τον αθώο.

Αλλοίμονο σ’ εκείνους που μολύνουν την άγια πίστη μας μ’ αιρετικές διδασκαλίες η συναναστρέφονται μ’ αιρετικούς.

Αλίμονο σ’ εκείνους που έχουν τ’ ανόητα πάθη του φθόνου και του μίσους. Και για να μη λέω πολλά:

Αλλοίμονο σ’ εκείνους που θα βρεθούν στ’ αριστερά τη φοβερή μέρα της Κρίσεως. Θα κλάψουν πικρά αλλ’ ανώφελα, όταν θ’ ακούσουν την οδυνηρή εκείνη απόφαση: «Φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι, πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά»(Ματθ. ΚΕ΄, 41).

Όσοι έχετε δάκρυα και κατάνυξη, θρηνήστε μαζί μου. Όταν συλλογίζομαι τον αιώνιο εκείνο χωρισμό, νιώθω αβάσταχτη θλίψη. Γιατί τότε αποχωρίζονται ο ένας άνθρωπος από τον άλλο και φεύγουν σε αποδημία που δεν έχει επιστροφή. Ποιός είναι τόσο σκληρόκαρδος και αναίσθητος, ώστε να μην κλάψει από δω για την ώρα εκείνη;

Τότε, όσοι ήταν κάποτε βασιλιάδες, θα οδύρονται σαν αιχμάλωτοι. Τότε θα στενάζουν οι άρχοντες και οι άσπλαχνοι πλούσιοι και θα ζητούν βοήθεια, αλλά κανείς δεν θα τους δίνει. Γιατί εκεί δεν έχουν καμιάν άξια ούτε ο πλούτος ούτε οι κόλακες. Και δεν θα βρουν έλεος, επειδή δεν ελέησαν κανένα. Τότε θ’ αποχωριστούν γονείς από τα παιδιά τους και φίλοι από τους φίλους τους. Τότε θα διαλυθούν οι συζυγικοί δεσμοί που δεν κρατήθηκαν αμόλυντοι και αγνοί. Τότε θ’ αποδιωχτούν οι παρθένοι στο σώμα αλλ’ άκαρδοι και άσπλαχνοι στον τρόπο, γιατί η κρίση θα είναι ανελέητη σ’ όποιον δεν είχε έλεος (Ιακ. Β’ , 13).

Θα παραλείψω όμως τα πολλά, γιατί κυριεύομαι από φόβο και φρίκη. Άγγελοι φοβεροί θ’ απομακρύνουν βίαια όλους τους αμετανόητους ασεβείς, που θα τρίζουν με τρόμο τα δόντια τους και θα γυρίζουν συχνά, για να βλέπουν τους δικαίους και την ευδαιμονία που έχασαν. Θα βλέπουν το φως εκείνο το περίλαμπρο και τα κάλλη του παραδείσου.

Θα βλέπουν τους γνωστούς τους στην τρισμακάρια εκείνη χώρα και τις μεγάλες δωρεές, που θα παίρνουν από το Βασιλιά της δόξας όσοι αγωνίστηκαν για τη σωτηρία τους σ’ αυτόν τον κόσμο. Ύστερ’ από λίγο, αφού θα έχουν αποχωριστεί απ’ όλους τους δικαίους και τους φίλους και τους γνωστούς τους, θ’ αποχωριστούν κι απ’ αυτόν το Θεό. Δεν θα μπορούν πια να βλέπουν τη χαρά και το Φως το αληθινό.

Τέλος, θα οδηγηθούν στις διάφορες κολάσεις για να παραδοθούν στην αιώνια τιμωρία. Τότε, βλέποντας την τέλεια εγκατάλειψή τους, βλέποντας ότι κάθε ελπίδα τους χάθηκε, βλέποντας ότι κανένας πια δεν μπορεί να τους βοηθήσει, θα λένε κλαίγοντας απαρηγόρητα με πικρά δάκρυα:

«Ω! Πόσο καιρό χάσαμε στην αμέλεια! Πόσο χλευαστήκαμε από τον πονηρό! Όταν ακούγαμε στις Γραφές να μιλάει ο ίδιος ο Θεός, όχι μόνο δεν προσέχαμε, αλλά και γελούσαμε. Τώρα κραυγάζουμε, κι Αυτός αποστρέφει το πρόσωπό Του από μας!

Τι μας ωφέλησαν λοιπόν τ’ αγαθά του κόσμου; Που είναι ο πατέρας και η μάνα που μας γέννησαν; Που είναι οι άδελφοι; Που τα παιδιά; Που οι φίλοι; Που ο πλούτος; Που τα υπάρχοντα; Που οι άρχοντες κι οι ηγεμόνες; Κανένας απ’ όλους αυτούς δεν μπορεί τώρα να μας σώσει. Ούτε κι εμείς μπορούμε να βοηθήσουμε τους εαυτούς μας. Αλλά εγκαταλειφθήκαμε εντελώς κι από το Θεό κι από τους αγίους.

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε; Τώρα πια δεν είναι καιρός μετάνοιας. Δεν ισχύουν πια οι προσευχές. Δεν ωφελούν πια τα δάκρυα. Δεν υπάρχουν πια οι πωλητές του λαδιού, δηλαδή οι φτωχοί και οι δυστυχισμένοι. Όταν μας παρακαλούσαν ν’ αγοράσουμε, εμείς κλείναμε τ’ αυτιά μας. Τώρα ζητάμε και δεν βρίσκουμε. Δεν υπάρχει λύτρωση για μας, τους αξιοθρήνητους. Δεν θα βρούμε ευσπλαχνία, γιατί δεν είμαστε άξιοι». Τότε λοιπόν θα πάει ο καθένας στον τόπο των βασάνων, στον τόπο που ο ίδιος ετοίμασε για τον εαυτό του με τις πονηρές πράξεις του, εκεί «όπου το σκουλήκι δεν πεθαίνει και η φωτιά δεν σβήνει» (Μαρκ. Θ’ , 44).

Να, ακούσατε τι κερδίζουν όσοι αμελούν και ραθυμούν και δεν μετανοούν. Ακούσατε πως χλευάζονται όσοι χλεύαζαν τις εντολές του Κυρίου. Ο Πέτρος, ο κορυφαίος των αποστόλων, μας προειδοποιεί για την ημέρα εκείνη λέγοντας: «Η ημέρα του Κυρίου θα έρθει όπως ο κλέφτης τη νύχτα, και τότε οι ουρανοί θα εξαφανιστούν με τρομερό πάταγο, τα στοιχεία της φύσεως θα διαλυθούν στη φωτιά, και η γη, όπως και όλα όσα έγιναν πάνω σ’ αυτήν, θα κατακαούν» (Β’ Πέτρ. γ’, 10). Αλλά και πρωτύτερα, ο ίδιος ο Δεσπότης και Κύριός μας μας αποκάλυψε τα εξής: «Προσέξτε καλά τους εαυτούς σας. Μην παραδοθείτε στην κραιπάλη και στη μέθη και στις βιοτικές ανάγκες, και σας αιφνιδιάσει η ημέρα εκείνη. Γιατί θα έρθει σαν την παγίδα σε όλους τους ανθρώπους που κατοικούν στη γη» (Λουκ. ΚΑ’ 34). Και αλλού: «Μπείτε από τη στενή πύλη… Στενή είναι η πύλη και γεμάτη δυσκολίες η οδός που οδηγεί στη ζωή» (Ματθ. Ζ’ , 13).

Αδελφοί μου, ας βαδίσουμε τον δύσκολο αυτό δρόμο για να κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή. Αυτός ο δρόμος απαιτεί μετάνοια, νηστεία, προσευχή, αγρυπνία, ταπεινοφροσύνη, περιφρόνηση της σάρκας, επιμέλεια της ψυχής, ελεημοσύνη, δάκρυα, πένθος. Να μισείται κανείς και να μη μισεί. Να συγχωρεί αυτούς που του κάνουν κακόν. Να αδικείται και να ευεργετεί. Τέλος, να χύσει και το αίμα του για το Χριστό, όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν. Αντίθετα, είναι «πλατειά η πύλη και ευρύχωρη η οδός που οδηγεί στην καταστροφή»(Ματθ. Ζ’ , 13).

Η πορεία αυτού του δρόμου εδώ είναι ευχάριστη, αλλά εκεί είναι θλιβερή. Εδώ είναι γλυκιά, εκεί όμως πικρότερη κι από τη χολή. Εδώ είναι εύκολη, εκεί όμως δύσκολη και οδυνηρή. Γνωρίσματα αυτής της πορείας είναι η πορνεία, η μοιχεία, η ασέλγεια, η ειδωλολατρία, η φιλονικία, ο θυμός, η διχόνοια, οι φθόνοι, οι φόνοι, τα γλέντια, τα πολυτελή γεύματα, η λαιμαργία και τα όμοια μ’ αυτά. Μα το χειρότερο απ’ όλα, η αμετανοησία και η τέλεια λησμοσύνη της ώρας του θανάτου.

Αυτή την ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού συλλογίστηκαν οι άγιοι μάρτυρες και δεν λυπήθηκαν τα σώματά τους, αλλά υπέμειναν κάθε είδος βασάνων με χαρά και με την προσδοκία των ουράνιων στεφανιών. Για τον ίδιο λόγο αγωνίστηκαν στις ερημιές και στα βουνά, με νηστεία και αγνεία, όχι μόνο άνδρες, αλλά και γυναίκες, βαδίζοντας καρτερικά το στενό και θλιμμένο μονοπάτι, κι έτσι κέρδισαν τη βασιλεία των ουρανών. Αυτό το φοβερό δικαστήριο συλλογίστηκε και ο μακάριος Δαβίδ, γι’ αυτό έβρεχε κάθε νύχτα με δάκρυα το στρώμα του και παρακαλούσε το Θεό, λέγοντας: «Κύριε, …μη με δικάσεις, το δούλο σου, γιατί κανένας ζωντανός δεν είναι δίκαιος μπροστά σου» (Ψαλμ. ΡΜΒ’ , 2).

Εμπρός λοιπόν κι εμείς, πριν φτάσει η μέρα εκείνη, πριν τελειώσει το πανηγύρι της σύντομης τούτης ζωής, πριν έρθει ο Θεός και μας βρει απροετοίμαστους, ας ετοιμαστούμε για την υποδοχή Του με εξομολόγηση, με μετάνοια, με νηστεία, με δάκρυα, με αγαθοεργίες. Προσέξτε, μην τολμήσει κανείς να πει ότι δεν αμάρτησε. Όποιος το λέει αυτό, είναι τυφλός και απατά τον εαυτό του, μη γνωρίζοντας ότι ο σατανάς μπορεί να τον κυριεύει και με λόγια και με έργα και με την ακοή και με την όραση και με την αφή και με τους λογισμούς.

Ποιός μπορεί να καυχηθεί ότι έχει αγνή καρδιά και καθαρές όλες τις αισθήσεις του; Κανένας δεν είναι αναμάρτητος, κανένας δεν είναι καθαρός, παρά μόνο Εκείνος, που, αν και πλούσιος, «επτώχευσε» για μας. Αυτός μόνο είναι αναμάρτητος. Αυτός βαστάζει την αμαρτία του κόσμου και δεν θέλει το θάνατο των αμαρτωλών, αλλά τη σωτηρία τους.

Σ’ Αυτόν ας καταφύγουμε κι εμείς, γιατί όσοι αμαρτωλοί πήγαν κοντά Του, σώθηκαν. Ας μην απελπιστούμε, αδελφοί μου, για τη σωτηρία μας. Αμαρτήσαμε; Ας μετανοήσουμε. Μύριες φορές αμαρτήσαμε; Μύριες φορές ας μετανοήσουμε. Για κάθε έργο αγαθό χαίρεται ο Θεός, εξαιρετικά όμως χαίρεται για μία ψυχή που μετανοεί.

Ελάτε λοιπόν, ας πέσουμε στα πόδια Του κι ας εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας. Δόξα στη φιλανθρωπία Του. Δόξα στη μακροθυμία Του. Δόξα στην αγαθότητα και τη συγκατάβασή Του. Δόξα στην ευσπλαχνία Του. Δόξα στη βασιλεία Του. Δόξα και τιμή και προσκύνηση στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.