Λόγος εἰς τήν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἀνάστασιν

Λόγος εἰς τήν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἀνάστασιν

Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου

Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης ὁ τριήμερος ἀνέτειλε σήμερα κι᾽ ὁλόκληρη ἐφώτισε τήν πλάση. Ὁ τριήμερος καί προαιώνιος Χριστός, τό τσαμπί τοῦ σταφυλιοῦ, βλάστησε καί τόν κόσμο πλημμύρισε ἀπό χαρά. Τήν ἀβασίλευτην αὐγή ἄς δοῦμε. Πρίν ἔρθη ἡ αὐγή, ἄς τή δοῦμε σήμερα καί ἀπ᾽ τή φωτοπλημμύρα ἄς γεμίσουμε ἀπό χαρά. Τίς πόρτες τοῦ Ἅδη ἀνοίγει ὁ Χριστός καί οἱ νεκροί σηκώθηκαν σά νά κοιμοῦνταν. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός πού ἀνασταίνει τούς πεσμένους καί ἀνάστησε μαζί Του τόν Ἀδάμ.

Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, Αὐτός πού ἀνασταίνει ὅλους καί ἐλευθέρωσε τήν Εὔα ἀπ᾽ τήν κατάρα. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός πού Αὐτός μόνος ἀνασταίνει καί χαροποίησε τόν ἀκατάστατο πρῶτα κόσμο, σέ ὅλα τό ρυθμό καί τήν τάξη ἐγκαθιστῶντας. Σηκώθηκε ὁ Κύριος, ὅπως αὐτός πού κοιμᾶται, καί τούς ἐχθρούς Του ὅλους τούς χτύπησε καί τούς ντρόπιασε. Ἀναστήθηκε κι᾽ εἶναι ἡ χαρά τό δῶρο Του σ᾽ ὅλη τήν χτίση. Ἀναστήθηκε κι᾽ ἄνοιξε τοῦ Ἅδη ἡ φυλακή. Ἀναστήθηκε καί τή φθορά τῆς φύσης σέ ἀφθαρσία τή μετάλλαξε. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, κι᾽ ἀποκατάστησε τόν Ἀδάμ στήν παλιά δόξα τῆς ἀθανασίας.

Ἡ νέα χτίση, πού φέρνει ὁ Χριστός, μέ τήν Ἀνάστασή Του ἀνανεώνεται. Μέ τή νέα ὀμορφιά τοῦ Χριστοῦ ἄς στολισθοῦμε.ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὁ καινούργιος οὐρανός γίνεται σήμερα, ἕνας οὐρανός πιό λαμπρός ἀπό τόν οὐρανό πού ἀντικρύζομε. Γιατί δέν περιμένει τόν ἥλιο πού κάθε μέρα βασιλεύει, ἀλλά τόν Ἥλιο πού ὑψωμένο στό Σταυρό τόν ντράπηκε τοῦτος ὁ δοῦλος ἥλιος καί χάθηκε. Ἔχει τόν ἥλιο, πού γι᾽ αὐτόν εἶπε ὁ προφήτης.θ᾽ ἀνατείλῃ γιά τούς φοβισμένους τόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τόν Ἰησοῦ, Ἥλιο πού τήν Ἐκκλησία καταυγάζει φωτεινός καί αἰώνιος. Γι᾽ αὐτόν λέει ἡ Γραφή.Ἥλιος βγῆκε στή γῆ καί Λωτός φύτρωσε, γιά νά ὑποτυπώσῃ τό νόμο, μπῆκε στή Σιγώρ, πού σημαίνει μικρότητα. Αὐτός ὁ Ἥλιος κάνει σοφούς τούς ἄσοφους καί αὐτός ὁ Ἥλιος στήν ἀκλόνητη πέτρα μαζί μέ τήν πίστι μας ἔχει ρίξει θεμέλιο.

Γι᾽ αὐτόν τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τό Χριστό, ἔχει γίνει οὐρανός ἡ Ἐκκλησία καί δέν ἔχει φεγγάρι πού μεγαλώνει καί μικραίνει παρά τή χάρη πού λάμπει πάντα. Δέν ἀνατέλλει κάποια ἀστέρια πλανητικά ἀλλά ἀστέρια νεοφώτιστα μέσα ἀπό τήν κολυμβήθρα. Δέ βγάζει σύννεφα πού προκαλοῦν τή βροχή.ἔχει ἡ Ἐκκλησία θεολόγους δασκάλους. Δέν κρέμεται πάνω σέ θολά νερά, ἀλλά ἔχει θεμελιωθῆ πάνω στά ἱερά δόγματα. Δέν φέρνει χειμωνιάτικη βροχή καί συγκινεῖ τούς ἀνθρώπους ὄχι μέ κρωγμούς ἀγριοπουλιῶν ἀλλά μέ τίς ὁμιλίες τῶν δασκάλων.

Αὐτή εἶναι ἡμέρα, πού βγῆκε ἀπ᾽ τά χέρια τοῦ Κυρίου. Ἄς νιώσωμε τήν πνευματική της ἀναγάλλια καί τή θεϊκή εὐφροσύνη της. Αὐτή εἶναι γιά μᾶς ἡ πιό γιορτινή ἀπ᾽ ὅλες τίς ἑορτές. Αὐτή εἶναι ἡ ἑορτή, γιά τήν ὁποία τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς προτρέπει καί μᾶς λέει: Ἑτοιμάσετε ἑορτή μέ πυκνόφυλλα, χαρούμενα κλαδιά ὥς τίς ἄκρες τοῦ θυσιαστηρίου.αὐτή εἶναι ὅλου τοῦ κόσμου ἡ ἑορτή, πού τόν ἀνακαινίζει καί τόν σώζει. Αὐτή ἡ ἑορτή εἶναι ὅλων τῶν ἑορτῶν ἡ κορυφή καί ἡ ἀκρόπολη.αὐτή εἶναι ἡμέρα πού τήν εὐλόγησε ὁ Θεός καί τήν ἁγίασε, γιατί αὐτή τή μέρα σταμάτησε ἀπό ὅλα τά ἔργα Του, ὁλοκληρώνοντας τή σωτηρία τῶν ζωντανῶν μαζί καί τῶν νεκρῶν. Τή μέρα αὐτή σταμάτησε τῶν μολυσμένων εἰδωλολατρῶν τίς τελετές καί τούς χορούς. Τή μέρα αὐτή σταμάτησε τή δύναμη ὅλων τῶν ἀνηθίκων. Τή μέρα αὐτή σταμάτησε τήν κνίσσα καί τίς θυσίες τῶν εἰδωλικῶν αἱμάτων.αὐτή τή μέρα σταμάτησε τή δύναμη τοῦ τυράννου καί τό κεντρί πού κέντρωνε τούς ἀνθρώπους. Σ᾽ αὐτή σταμάτησε τίς Ἰουδαϊκές θυσίες καί τίς πρωτομηνιές.σ᾽ αὐτή ἔβαλε καινούργιους νόμους καί κανόνες στή χτίση.σ᾽ αὐτή σταμάτησε τό Πάσχα τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου καί τῶν Ἰουδαίων.σ᾽ αὐτήν ὁλοκλήρωσε κάθε τύπο, σκιά καί προφητεία.

Κατά τό Πάσχα μας, τό Πάσχα τό ἀληθινό, θυσιάστηκε ὁ Χριστός καί ἰδού ἡ καινούργια χτίση τοῦ Χριστοῦ, ἡ καινούργια πίστη τοῦ Χριστοῦ, οἱ καινούργιοι νόμοι, ὁ καινούργιος λαός τοῦ Θεοῦ. Καινούργιος, ὄχι παλιός Ἰσραήλ καί νέο Πάσχα, νέα καί πνευματική περιτομή.νέα καί ἀναίμακτη θυσία.νέα καί θεϊκή διαθήκη. Σήμερα ἀνανεωθῆτε καί ἴσιο φρόνημα, νέο ἐγκαταστῆστε στίς καρδιές σας καί γιά νά δεχθῆτε τῆς νέας κι ἀληθινῆς ἑορτῆς τά μυστικά καί νά δοκιμάσετε σήμερα τρυφήν οὐράνια, πραγματική καί νά φύγετε φωτισμένοι στά μυστικά τοῦ νέου Πάσχα καί πού δέν παλιώνουν, καί πῆραν τή θέση τῶν ἀντίστοιχων μυστικῶν τοῦ παλιοῦ, γιά νά ἀντιληφθῆτε πόση εἶναι ἡ ἀπόσταση καί ἡ διαφορά τῶν δικῶν μας ἀπό τά Ἰουδαϊκά καί ποιά σύγκριση μπορεῖ νά σταθῆ τῶν ἄδειων τύπων μέ τήν ἀλήθεια. Ἄς ἀρχίσουμε τό λόγο γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐμφάνισή Του ἀπ᾽ αὐτό τό σημεῖο.

Ἔστειλε κάποτε ὁ Θεός ἀπό ψηλό βουνό γιά τή σωτηρία τοῦ λαοῦ τό νομοθέτη Μωυσῆ, γιά νά φέρη τόν τύπο τοῦ νόμου. Στάλθηκε κι ὁ νομοθέτης Κύριος, Θεός ἀπό Θεό, ὄρος ἀπό ὄρος τῆς οὐρανίας ὀροσειρᾶς γιά τή σωτηρία τοῦ λαοῦ μας, πού εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλά ὁ Μωυσῆς ἔδωσε ἐλευθερία ἀπό τόν Φαραώ καί τούς Αἰγυπτίους, ἐνῶ ὁ Χριστός μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τό διάβολο καί τούς δαίμονες. Ὁ Μωυσῆς ἐσκότωσε κι ἔθαψε στήν ἄμμο ἐκεῖνον πού ἐνίκησε τόν Ἰουδαῖο. Ἔδωσε κι ὁ Χριστός τόν θάνατο στό διάβολο, στήν ἄβυσσο ἐξαποστέλλοντάς τον. Συμφιλίωσε ὁ Μωυσῆς τούς δύο ἀδελφούς του πού φιλονικοῦσαν.συμφιλίωσε κι ὁ Χριστός τούς δύο λαούς Του, ἑνώνοντας τά οὐράνια μέ τά γήϊνα. Ἐκεῖ ἡ κόρη τοῦ Φαραώ ἦρθε νά λουστῆ καί βρῆκε τό Μωυσῆ καί ἡ Ἐκκλησία, κόρη τοῦ Χριστοῦ, μέ τό Βάπτισμα παίρνει τό Χριστό, ὄχι τριῶν μηνῶν ἀπό τό κοφίνι, ὅπως τό Μωυσῆ, ἀλλά τριῶν ἡμερῶν ἀπό τόν τάφο ἀντί τοῦ Μωυσῆ. Ἐκεῖ τυπικά καί σέ νυχτερινό σκοτάδι ἔκαμε ὁ Ἰσραήλ τό Πάσχα του, ἐδῶ φωτεινά καί μέσα στήν ἡμέρα τό Πάσχα ἑορτάζομε. Ἐκεῖ στῆς ἡμέρας τό βράδιασμα.ἐδῶ στό βράδιασμα τοῦ χρόνου καί τῶν καιρῶν. Ἐκεῖ τά πορτόφυλλα σημαδεύτηκαν μέ τό αἷμα.ἐδῶ τῶν πιστῶν οἱ καρδιές σφραγίζονται μέ τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἦταν θυσία νυχτερινή καί σέ ὥρα νύχτας ἔγινε τῆς Ἐρυθρᾶς τό πέρασμα.ἐδῶ εἶναι σωτηρία καί φωτερή ἡ Ἐρυθρά θάλασσα τοῦ Βαπτίσματος καί μέ τή φωτιά τοῦ Πνεύματος φωτίζει, ἐδῶ ἀληθινά Πνεῦμα Θεοῦ πνέει καί φανερώνεται πάνω στό ἴδιο νερό καί συντρίβει τήν κεφαλή τοῦ δράκοντα ἄρχοντα τῶν δρακόντων, τῶν δαιμονικῶν λαῶν τοῦ διαβόλου. Ἐκεῖ ὁ Μωυσῆς σώζει τούς Ἰσραηλῖτες μέ νυχτερινό βάπτισμα.ἐκεῖ τό σύννεφο γίνεται σκέπη τοῦ λαοῦ.στό λαό τοῦ Χριστοῦ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου ρίχνει τόν εὐεργετικό ἴσκιο της. Ἐκεῖ γιά τή σωτηρία τοῦ λαοῦ χόρεψε ἡ Μαρία, τοῦ Μωυσῆ ἡ ἀδελφή: ἐδῶ πού γίνεται ἡ σωτηρία τῶν Ἐθνικῶν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στό σύνολό της γιορτάζει. Ἐκεῖ στήν πέτρα τή φυσική καταφεύγει ὁ Μωυσῆς.ἐδῶ στήν πέτρα τῆς πίστεως καταφεύγει ὁ λαός. Ἐκεῖ οἱ πλάκες τοῦ νόμου συντρίβονται καί μηνᾶνε συνάμα τό πέρασμα τοῦ νόμου καί τό πάλιωμα, ἐδῶ ἀρράγιστοι οἱ θεϊκοί νόμοι σώζονται. Ἐκεῖ τό μοσχάρι καιγόταν στή φωτιά γιά τιμωρία τοῦ λαοῦ.ἐδῶ θυσιάζεται ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ γιά τοῦ λαοῦ τή σωτηρία. Ἐκεῖ μέ τό ραβδί ἡ πέτρα δέχεται κτύπημα.ἐδῶ ἡ Πέτρα, ὁ Χριστός δέχεται τρύπημα στήν πλευρά. Ἐκεῖ βγαίνει ἀπ᾽ τήν πέτρα νερό.ἐδῶ Αἷμα καί νερό πηγάζει ἀπ᾽ τή ζωοποιό πλευρά. Ἐκεῖνοι δέχτηκαν ἀπ᾽ τόν οὐρανό τό κρέας τῶν ὀρτυκιῶν.ἐμεῖς ἀπ᾽ τά ὕψη δεχόμαστε τό περιστέρι τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνοι ἐφήμερο μάννα ἔφαγαν καί πέθαναν.ἐμεῖς τόν Ἄρτο τρῶμε γιά νά ζοῦμε στόν αἰῶνα.

Μά ἐκεῖνα, παλιά πράγματα καί ἴσκιοι ψεύτικοι πάλιωσαν καί τελείωσαν.τοῦ δικοῦ μας λαοῦ ἡ πίστη αὐξάνει καί θάλλει καί μένει παντοτεινά. Αὐτή εἶναι ἡ προτύπωση τοῦ δικοῦ μας Πάσχα.τό σκιερό πέρασμα τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ἔτσι πρέπει νά κοιτάξης τήν ἑορτή καί ἔτσι νά ἐξετάσης τά ὅσα ὁ Μωυσῆς καί οἱ Προφῆτες λένε γιά τήν ἡμέρα καί ἡ Ἀνάσταση θά σέ πείση, γιατί ὅλους τούς ἔχει ἡ ἀπιστία τυλίξει. Εἶναι πολλοί οἱ τύποι τῆς ἑορτῆς καί ἀπερίγραπτοι γιά τήν Ἀνάσταση ἀπό τούς νεκρούς καί τή συνέχιση τῆς ζωῆς. Μάρτυράς της, πού ἀξίζει νά τόν πιστέψης, εἶναι ἡ σφαγή τοῦ Ἰσαάκ.τύπος της ὁ λάκκος τοῦ Ἰωσήφ, ὅπου τόν ἔρριξαν τ᾽ ἀδέλφια του καί ἀπ᾽ ὅπου βγῆκε ἀθάνατος.τύπος της ὁ λάκκος τοῦ Ἱερεμία, ὅπου μιά φορά ἀπό τή φθορά καί τό βόρβορο βγῆκε. Τοῦ Χριστοῦ τήν Ἀνάσταση ὑποτυπώνει τό κῆτος τοῦ Ἰωνᾶ, ἀπό ὅπου βγῆκε σέ τρεῖς μέρες. Ἔχεις στή διάθεσή σου κι ἄλλο σημάδι γιά τό δεσμωτήριο τοῦ Ἅδη, τό δεσμωτήριο τοῦ Ἰωσήφ, ὅπου τόν κατασφάλισε ἡ παράνομη συναγωγή κι ἀπ᾽ ὅπου βγῆκε ἀπείρακτος ἔπειτα ἀπό τρία χρόνια, ὅπως βγῆκε ὁ Χριστός σέ τρεῖς μέρες ἀπό τούς νεκρούς. Μαζί μ᾽ αὐτούς κι ὁ Δανιήλ μέ τό λάκκο τῶν λεόντων προτυπώνει τόν τάφο τοῦ Σωτήρα, ἀπ᾽ ὅπου βγῆκε ὁ Ἰησοῦς καί σώθηκε ἀπό τόν Ἅδη καί τό θάνατο, ὅπως ἀπό λεοντάρια. Μέ αὐτά νά ἐλέγξης τούς Ἰουδαίους καί νά τούς ἐπιτιμήσης. Ἔτσι ν᾽ ἀπολογηθῆς γιά τό πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτά τά ὅπλα σύμμαχος σοῦ χαρίζει ο λόγος.αὐτά τά μυστήρια σοῦ διδάσκει ἡ ἑορτή.

Καί ἔπειτα τί ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτά; Ἐμεῖς γιορτάζομε μόνο ἤ θά φροντίσωμε καί γιά τόν ἀδελφό μας; Ἐμεῖς θά πανηγυρίσωμε ἤ θά μιλήσωμε καί γιά τούς ἄλλους; Εἶναι ἀνάγκη μέσα στή δική μας ἑορτή ν᾽ ἀκουσθῆ ἕνας θεάρεστος καί καλόδεκτος, κοινός στεναγμός τῆς Ἐκκλησίας πρός τό Θεό κι ἄς θυμηθοῦμε τούς ἀδελφούς μας πού βρίσκονται σ᾽ ἀνάγκες, τούς δικούς μας πού βασανίζονται ἀπό τίς στερήσεις στίς ἐρημιές.

Ἄς μποῦμε στά δεσμά τῶν δεσμωτῶν, ἄς ἀναδεχτοῦμε τόν πόνον ὅσων πονοῦν.γιατί ἄν ὑποφέρη ἕνα μέλος, ὑποφέρουν μαζί ὅλα τά μέλη. Ἄς συμμεριστοῦμε λοιπόν τό πάθος τῶν ἀδελφῶν μας, τῶν ἴδιων τῶν μελῶν μας.ἄλλοι μέ χρήματα, ἄλλοι μέ λόγους, ἄλλοι μέ εὐεργεσίες, ὅλοι μέ τήν ἱκεσία μας γι᾽ αὐτούς στό Θεό. Ἄς γίνωμε πρεσβευταί, παρακαλῶ, ὅλοι ἀπό κοινοῦ σήμερα πρός τό Θεό, γιατί κοινή εἶναι ἡ αἰχαμαλωσία μας. Κοινή παρακαλῶ ἄς εἶναι ἡ δέησή μας, ἀφοῦ κοινή εἶναι καί ἡ τιμωρία. Ἄς ἀκούσωμε αὐτόν πού λέει: προσευχηθῆτε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, γιά νά σωθῆτε. Ἄς ἀκούσωμε τό Χριστό πού λέει.ἄν δύο ἤ τρεῖς συμφωνήσουν στήν προσευχή, κάθε αἴτημα πού θά ζητήσουν, θά τούς δοθῆ. Μεγάλο ὅπλο, ἀδελφοί, ἡ εὐχή τῆς Ἐκκλησίας.μεγάλο τεῖχος ἀδελφοί, ἡ σύμφωνη προσευχή ὅλων πρός τόν Θεό καί μάλιστα τοῦ λαοῦ πού στήν αἰχμαλωσία του ἔμεινε πιστός. Κανείς ἄς μήν τολμήση νά πῆ ὅτι ὁ Θεός δέν ἀκούει τούς ἁμαρτωλούς. Περισσότερο δέχεται τή δέηση τῶν ταπεινῶν καί μάλιστα ἐκείνων πού καταπονοῦνται γιά τό ὄνομά Του, πού μαστιγώνονται, πού φυλακίζονται, πού θλίβονται, πού τούς κατηγοροῦν οἱ ἐχθροί τους κι ὅμως δέν ἀρνήθηκαν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπ᾽ αὐτούς ὑπάρχουν πολλοί καί πολλές μέσα στίς τάξεις μας κι ἔγιναν τοῦ Χριστοῦ ὁμολογηταί, καί πού Ἐκεῖνος ἀμέσως τούς ἀκούει. Μεγάλο ὅπλο, ἀγαπητοί, ἡ εὐχή ἐκείνων.ὅλους αὐτούς τούς λογαριάζει ὁ Χριστός γιά τούς κινδύνους πού καθημερινά διατρέχουν.

Γι᾽ αὐτό καί θαρραλέοι ἐμεῖς ἀπό τίς προσευχές τους καί βλέποντας τό θάρρος πού ἔχουν μπροστά στό Θεό αὐτοί, ἀπό κοινοῦ, μ᾽ ἐπιμονή ἄς προσευχηθοῦμε γιά τούς ἀδελφούς μας πού βρίσκονται σέ ἀνάγκες. Γιατί πολλές φορές ἡ βασιλική φιλανθρωπία κατά τίς ἑορτές σέ πολλούς καταδίκους χαρίζει τήν ἄφεση καί τήν ἀπελευθέρωση. Μεγάλη, τό ξαναλέω, ἀδελφοί, ἡ εὐχή τῆς Ἐκκλησίας, καί μάλιστα ἡ πίστη πού δέν χάνεται κατά τήν αἰχμαλωσία. Γιατί κι ὁ βασιλιάς πολλές φορές λογαριάζει τήν παράκληση τοῦ λαοῦ καί χαρίζει τούς καταδίκους στόν ὄχλο πού παρακαλεῖ. Γι᾽ αὐτό παρακαλοῦμε τήν ἀγάπη ὅλων σας μ᾽ ἐπιμονή νά θυμᾶστε (στίς προσευχές σας) τούς ἀδελφούς μας πού βρίσκονται σ᾽ ἀνάγκη.ἀκόμα καί ἐκείνη τήν ὥρα τήν φρικτή, πού τόν ἀτίμητο μαργαρίτη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ θά δεχτοῦμε στά χέρια μας.

Ἔτσι μ᾽ ἐπιμονή γιά τούς ἀδελφούς μας ἄς προσευχηθοῦμε καί ἄς ποῦμε στό Χριστό: «Σύ ὁ μόνος καί τότε καί τώρα ἀγαθός Θεός καί φιλάνθρωπος κυρίαρχος, πού μέ τό Πάσχα τούς Ἰσραηλῖτες ἀπό τή σκλαβιά τῆς Αἰγύπτου ἔσωσες καί μέ τό αἷμα τοῦ ἀμνοῦ τούς χάρισες τήν ἐλευθερία, Σύ καί τήν ὥρα τούτη μέ τό ἄχραντο Σῶμα Σου καί τό ἀκριβό Σου Αἷμα δώρησε στόν κόσμο Σου ἐλευθερία ἀπό τήν πικρή σκλαβιά. Σύ πού δέχτηκες τά κλάματα τῆς ἁμαρτωλῆς πόρνης, δέξου σήμερα καί τῆς Ἐκκλησίας Σου τό στεναγμό τῆς αἰχμαλωσίας της. Σύ πού δέχτηκες τοῦ πιστοῦ ληστῆ τήν παράκληση, δέξου καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ Σου τήν δέηση.Σύ πού δέχτηκες τή μετάνοια καί τούς στεναγμούς τοῦ Πέτρου, δέξου καί μᾶς τῶν φτωχῶν τό κλάμα, Σύ πού δέν ἔστρεψες τό πρόσωπο στά δάκρυα τῆς Χαναναίας, δέξου καί τή μικρή Ἐκκλησία νά πρεσβεύη γιά μεγάλη αἰχμαλωσία καί κραυγάζοντας σέ Σένα τό Θεό σήμερα νά λέη.Θεέ μου, πού σέ τρεῖς μέρες ἀναστήθηκες ἀπό τούς νεκρούς, σήκωσε τόν πεσμένο ἀπ᾽ τῶν ἐχθρῶν τά χτυπήματα πιστό λαό Σου. Σύ πού τόν Ἀδάμ ἀπ᾽ τούς νεκρούς ἀνάστησες, τόνωσε τό φρόνημα τῶν Χριστιανῶν, Σύ ὁ τότε καί τώρα Θεός, πού πῆρες τή μορφή τοῦ δούλου Σου, λύτρωσε ἀπ᾽ τούς ἄλλους τόν ταπεινό λαό Σου. Σύ πού ἔκρινες ἄξιο νά γίνης παιδί γιά μᾶς, σῶσε ἀπό τό μαχαίρι τό πλῆθος τῶν παιδιῶν μας.

Σύ ὁ τότε Θεός, πού ξενιτεύθηκες μέ τή μητέρα Σου στήν Αἴγυπτο, φέρε πίσω ἀπό τήν ξενιτειά τίς μάννες καί τά παιδιά τους. Σύ πού θεληματικά πουλήθηκες γιά τήν σωτηρία τῶν πολλῶν σταμάτησε τήν ἀγοραπωλησία τοῦ λαοῦ τῶν Ἐκκλησιῶν. Σύ πού δέχτηκες στήν πλάτη γιά μᾶς τό μαστίγωμα, τοῦ Πιλάτου τίς φοβέρες, Σύ πού κοπίασες γιά μᾶς μέ ὁδοιπορίες, παῦσε τά βάσανα τοῦ λαοῦ Σου καί τίς ταλαιπωρίες. Σύ πού φώναξες στό Σταυρό ‘Διψῶ’ δρόσισε ψυχές πού διψοῦν καί πεινοῦν φοβερά, Σύ πού μαζί μέ τούς ἀνόμους ἀπό ἀνόμους καταδικάστηκες σῶσε καί ἐμᾶς ἀπ᾽ τό συνέδριο τῶν ἀνόμων. Σύ πού γυμνώθηκες ἀπό τούς ἀνόμους σάν κακοῦργος, Σύ ὁ Ἴδιος Κύριε, πού φυλακίστηκες ἀπό τούς ἀνόμους ἐλευθέρωσε τούς ριγμένους στῆς φυλακῆς τά δεσμά. Σύ πού ἔδωσες παράκληση στή μητέρα Σου ἀπό τό θρῆνο καί τό κλᾶμα τοῦ Σταυροῦ, Σύ πού τότε κραύγασες στίς Μυροφόρες τό ΄Χαίρετε΄ Σύ φώναξε καί τώρα ‘Χαίρετε’ στίς Ἐκκλησίες Σου. Σύ πού καρφώθηκες μέ τά τίμια καρφιά στά πόδια καί τά χέρια, ἐλευθέρωσε χέρια καί πόδια λαῶν σιδηροδεμένων. Ναί, Κύριε, φιλάνθρωπε, πού εἶπες ‘περίλυπη εἶναι ἡ ψυχή μου ὡς τό θάνατο’, λύτρωσε τό λαό Σου ἀπό τή λύπη καί τό θάνατο. Σύ πού ἡ λόγχη τρύπησε τήν πλευρά Σου, σπάσε τή λόγχη τῶν ἐχθρῶν Σου μέ τό χέρι Σου τό δυνατό καί θυμήσου, Κύριε, ὅπως τόν πιστό ληστή καί τό λαό Σου. Σύ πού ἔχυσες τό ἄχραντο Αἷμα Σου γιά μᾶς, σταμάτησε τό ἄφθονο χύσιμο τοῦ αἵματός μας. Σῶσε τό λαό Σου Δέσποτα, λυπήσου τούς κληρονόμους Σου. Σηκώσου, γιατί, Κύριε, ἔχεις παραδοθῆ στόν ὕπνο; Γιατί δείχνεις μακροθυμία στούς ἐχθρούς; Γιατί παίρνεις ἀπό μᾶς τό πρόσωπό Σου; Σηκώσου, μή μᾶς κρατᾶς σ᾽ ἀπόσταση ὡς τό τέλος.μή μᾶς παραβλέπης ὁλότελα. Θυμήσου τό Σταυρό Σου, θυμήσου τό λαό Σου, θυμήσου τήν εὐσπλαγχνία Σου. Σύ, Κύριε, πού βάσταξες γιά χάρι μας σαράντα ἡμέρες τόν πειρασμό, θυμήσου τούς λαούς Σου πού πειράζονται στήν ἀπάτη καί ξηρή ἐρημία. Αὐτούς θυμήσου μαζί μέ μᾶς, Κύριε, καί πρίν ἀπό μᾶς, φιλάνθρωπε. Σ᾽ αὐτούς δῶσε πρίν ἀπό μᾶς τή βοήθειά Σου.ἐκείνους τέλος νά ἐπισκεφθῆς. Ἐκείνους τούς πιό ἀξιολύπητους ἀπ᾽ ὅλους, πού εἶναι ἀπ᾽ ὅλους πιό ταπεινοί πάνω στῆ γῆ.ἐκείνους πού στήν ἔρημο ξεχάστηκαν ἀπ᾽ τούς ἀνθρώπους.πού ἀπό τό χέρι Σου διώχτηκαν μακρυά πρίν ἀπό τό θάνατό τους. Αὐτούς πού βαριά τούς παίδεψε ὁ θυμός Σου κι ἡ ὀργή Σου τούς ἤλεγξε.ἐκεῖνοι πού σάν νεκροί ἀπό τούς ἀνθρώπους λησμονήθηκαν, πού καταδικάστηκαν καί ζοῦν μέ τ᾽ ἄγρια θηρία. Αὐτοί πού τή στένεψή τους κανείς δέν παρατηρεῖ παρά μόνο τ᾽ ἀκοίμητό Σου μάτι.πού τήν ἀνάγκη τους, Σύ, Κύριε, γνωρίζεις καί κανείς ἄλλος δέν ἄκουσε, ἀφοῦ χωρισμένοι ἀπό τούς δικούς τους, μακρυά ἀπό τούς ἀνθρώπους, ζοῦνε ἔχοντας ξεχάσει τίς ἐκκλησίες καί μή ξαίροντας τίς μέρες τῶν ἑορτῶν.

Λίγη καλοσύνη σ᾽ αὐτούς δεῖξε, Κύριε.δέ γυρεύω πολλή. Ἔλα σ᾽ ἐκείνους, Θεέ μου, πού τούς ἐπαίδεψες.ἔλα στά ἄλλοτε παιδιά Σου, γιατί κι αὐτοί κάποτε ἦσαν κοντά Σου, ἦσαν κι αὐτοί Χριστιανοί, κι αὐτοί κοπάδια Σου κι αὐτοί μέλη τοῦ Σώματός Σου κι αὐτοί κοινωνοῦσαν τό ἄχραντο Σῶμα Σου καί τώρα κοινωνοῦν τό Σῶμα ἀλόγων ζώων. Γι᾽ αὐτό, Κύριε, ρίξε σ᾽ αὐτούς τό βλέμμα Σου γεμᾶτο ἔλεος καί εὐσπλαγχνία. Κοίταξε αὐτῶν τῶν ἀθλίων τή στένεψη καί δεῖξε τους τή σωτηρία.κοίταξε τή βαθειά ἐρημιά τους καί κάμε τήν εὐσπλαγχνία Σου. Ἄν καί δίκαια τούς παίδεψες, σῶσε τους ὅμως. Ἄν καί τούς παρέδωσες στόν ἐχθρό ἄξια, ὅμως μάζεψέ τους. Τούς ἐχτύπησες, παρηγόρησέ τους, τούς παρέδωσες, λύτρωσέ τους. Ἄν πολλές φορές ἁμαρτήσαμε, ὅμως ξαναθυμήσου μας πάλι, καί πάλι σκῦψε στή δέησή μας καί πιό πολύ ἄκουσε ὅσους βρίσκονται στίς ἐρημιές, στά σπήλαια καί τά βαθουλώματα τῆς γῆς, σ᾽ ἀπάτητους τόπους, ἀδελφούς μας χριστιανούς καί λαό δικό Σου. Γιατί ἄν ἐμεῖς εἴμαστε στίς Ἐκκλησίες μαζί μέ τούς πιστούς, ἐκεῖνοι ζοῦν στήν ἐρημιά μαζί μέ τούς ἐχθρούς.ἄν ἐμεῖς χαιρώμαστε τίς ἑορτές, ἐκεῖνοι βρίσκονται σέ μέγα σκότος. Ὑπέρμετρη εἶναι ἡ δυστυχία τους, μεγάλος ὁ φόβος τους, τό τραῦμα τους φοβερό, πικρή ἡ συμφορά τους, ἀνεκδιήγητη ἡ καταστροφή τους, μεγάλο τό ἀγκάθι, πολλή ἡ τραγωδία τους, Κύριε.

Μή μᾶς ἀφήσης γιά πάντα ἔξω, ἀλλά μαζί μέ τήν παιδεία δεῖξε μας καί τή φιλανθρωπία Σου, γιά νά μή μείνη ἡ τελευταία καύχηση στούς Ἰουδαίους, γιά νά μήν ποῦν γιά μᾶς οἱ εἰδωλολάτρες: ποῦ εἶναι ὁ Θεός τους, δέν εἶναι ὁ Χριστός τους, δέν εἶναι ὁ Σταυρός τους; Ποῦ εἶναι ἡ ἐλπίδα τους; Ποῦ ἡ πίστη τῶν Χριστιανῶν; Γιά νά μήν τά ποῦνε αὐτά, γρήγορα ἄς δοῦν τά ἐλέη Σου σ᾽ ἐμᾶς. Ἄς μᾶς προφτάση γρήγορα ἡ εὐσπλαγχνία Σου Κύριε, Κύριε, γιατί εἴμαστε πολύ φτωχοί, γιατί εἴμαστε πολύ ταπεινοί, γιατί λιγοστέψαμε πολύ. Ἄς φτάση λοιπόν ὡς Ἐσένα ὁ στεναγμός τῶν δεμένων.θά Σέ μαλακώσουν τά δάκρυα τῶν ἄκακων νηπίων, πού τά κατασφάζουν, θά Σέ συγκινήση ὁ θρῆνος τῶν μητέρων πού χάνουν τά παιδιά τους.

Εἶναι παρακλήσεις τά ὅσα λέμε, Κύριε, κι ὄχι ἀντιλογίες. Σέ παρακαλοῦμε, δέν ἀντιδικοῦμε μέ Σένα. Παρακαλοῦμε, γιατί οἱ ἄνομοι μᾶς βρίζουν καί οἱ Ἕλληνες μᾶς καταπονοῦν. Δέ φιλονικοῦμε, ἐξομολογούμαστε, κλαῖμε γιατί καί οἱ ἄλλοι εἶναι σέ κίνδυνο. Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλά εἴμαστε καί Χριστιανοί. Εἴμαστε τιποτένιοι ἀλλά ὁπαδοί τῆς δικῆς Σου πίστεως. Δέν ἀξίζομε τή φιλανθρωπία Σου ἀλλά εἴμαστε πρόβατα τῆς Ἐκκλησίας Σου στήν ἴδια μάντρα μαζεμένοι. Αὐτήν τήν ἱκεσία σέ Σένα οἱ φτωχοί γιά τόν ἀμέτρητο λαό τῆς αἰχμαλωσίας προσφέρομε στήν τριήμερη Ἀνάστασή Σου, κλῆρος καί λαός, νέοι καί νέες, γέροντες μέ νεώτερους, τά παιδιά μέ τίς μητέρες τους, κάθε ψυχή ὅσων πιστεύουν σέ Σένα. Αὐτούς ὅλους λύτρωσέ τους ἀπό τή φοβέρα πού σιμώνει, καί κάνε τους, ἄξιους τῆς Βασιλείας Σου μέ τή Χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Μονογενοῦς Σου Υἱοῦ καί κυριάρχου Θεοῦ καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τό Πανάγιο καί ζωοποιό Του Πνεῦμα. Τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων, Ἀμήν.»

Λόγος εἰς τὸ Πάσχα

Λόγος εἰς τὸ Πάσχα

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

1. «Θά σταματήσω εἰς τόν φυλάκιόν μου», λέγει ὁ θαυμάσιος Ἀββακούμ (Ἀββακ. 2, 1). Καί ἐγώ θά σταματήσω μαζί του σήμερα ἐπάνω εἰς τήν ἐξουσίαν καί τήν διορατικήν ἱκανότητα τήν ὁποίαν μοῦ ἔχει δώσει τό Πνεῦμα, καί θά κατοπτεύσω καί θά ἀναγνωρίσω ὅ,τι θά μοῦ φανερωθῇ καί ὅ,τι θά λεχθῇ πρός ἐμέ. Καί ἐσταμάτησα καί κατόπτευσα. Καί νά ἄνδρας ὁ ὁποῖος κάθεται ἐπάνω εἰς τά νέφη καί ὁ ὁποῖος εἶναι πανύψηλος. Ἡ ὄψις του εἶναι ὁμοία πρός τήν ὄψιν ἀγγέλου καί ἡ στολή του ὡσάν λάμψις ἀστραπῆς ἡ ὁποία σχίζει τόν οὐρανόν (πρβλ. Ναούμ 2, 5). Καί ἐσήκωσε τήν χεῖρα του πρός τήν ἀνατολήν καί ἐφώναξε μέ δυνατήν φωνήν (ἡ φωνή του ἦταν ὡσάν φωνή σάλπιγγος καί γύρω του ὑπῆρχε πλῆθος ἀπό μίαν οὐρανίαν στρατιάν) καί εἶπε:

«Σήμερα ἦλθεν ἡ σωτηρία εἰς τόν κόσμον, τόν ὁρατόν καί τόν ἀόρατον. Ὁ Χριστός ἀνεστήθη ἀπό τούς νεκρούς, ἀναστηθῆτε μαζί του. Ὁ Χριστός ἐπανῆλθεν εἰς τήν θέσιν του, ἐπανέλθετε καί σεῖς. Ὁ Χριστός ἠλευθερώθη ἀπό τά δεσμά τοῦ τάφου, ἐλευθερωθῆτε καί σεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Αἱ πύλαι τοῦ ἅδου ἀνοίγονται, ὁ θάνατος καταλύεται, ὁ παλαιός Ἀδάμ ἀπομακρύνεται καί ὁ νέος συμπληρώνεται. Ἐάν ὑπάρχῃ κάποια νέα δημιουργία εἰς τόν Χριστόν, ἀνανεωθῆτε καί σεῖς».

Αὐτά ἔλεγεν αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀνυμνοῦσαν, ὅπως εἶχε γίνει καί προηγουμένως, ὅταν ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς ὁ Χριστός μέ τήν ἐπίγειον γέννησίν του, μέ τό «δόξα εἰς τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, καί εἰρήνη ἐπάνω εἰς τήν γῆν, συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του πρός τούς ἀνθρώπους» (Λουκ. 1, 14). Μαζί μέ αὐτούς λέγω καί ἐγώ τά ἴδια πρός σᾶς. Μακάρι δέ νά ἀποκτοῦσα καί φωνήν ἰσάξιαν πρός τήν φωνήν τῶν ἀγγέλων, ἡ ὁποία νά ἀντηχοῦσε ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς.

2. Πάσχα τοῦ Κυρίου, Πάσχα, καί πάλιν θά εἴπω Πάσχα πρός τιμήν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτή εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν καί ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων, ἡ ὁποία τόσον πολύ ξεπερνᾷ ὄχι μόνον τάς ἀνθρωπίνας καί τάς προερχομένας ἀπό τήν γῆν, ἀλλά ἀκόμη καί ἐκείνας τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καί ὅσας τελοῦνται πρός τιμήν Του, ὅσον ξεπερνᾷ ὁ ἥλιος τούς ἀστέρας. Εἶναι μέν καλή καί ἡ χθεσινή μας λαμπροφορία καί ἡ φωταψία, τήν ὁποίαν ἐκάμαμεν καί ὁ καθένας μόνος του καί ὅλοι μαζί ἀπό κοινοῦ, καί κατά τήν ὁποίαν κάθε ἄνθρωπος καί σχεδόν κάθε τι τό ὁποῖον ἔχει ἀξίαν κατεφωτίσαμεν μέ πλῆθος πυρσῶν τήν νύκτα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἀποτελεῖ σύμβολον τοῦ μεγάλου φωτός, ὅπως καί ὁ οὐρανός φωτίζει ἀπό ἐπάνω, καταυγάζων ὅλον τόν κόσμον μέ τήν ὡραιότητά του, ὅπως αἱ ὑπερουράνιοι φύσεις καί οἱ ἄγγελοι, ἡ πρώτη φωτεινή φύσις μετά τήν πρώτην, ἐπειδή ἀπό ἐκείνην προέρχεται, καί ὅπως ἡ Τριάς ἀπό τήν ὁποίαν ἔχει δημιουργηθῆ ὅλον τό φῶς, ἀλλά εἶναι ἀκόμη ὡραιοτέρα καί πιό ἐπίσημος ἡ σημερινή. Καθόσον χθές μέν τό φῶς ἦτο προάγγελος τοῦ μεγάλου Φωτός, τό ὁποῖον ἀνασταίνεται, καί κατά κάποιον τρόπον μία προεόρτιος χαρά, σήμερα δέ ἑορτάζομεν τήν ἰδίαν τήν Ἀνάστασιν, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ πλέον ἀντικείμενον ἐλπίδος, ἀλλά ἔχει ἤδη γίνει πραγματικότης καί ἔχει συγκεντρώσει γύρω της ὅλον τόν κόσμον.

Ὁ καθένας μέν λοιπόν μέ τόν τρόπον του ἄς προσφέρῃ τόν καρπόν του καί τόν χρόνον αὐτόν καί ἄς προσφέρῃ δῶρον ἑορταστικόν ἀπό τά πνευματικά τά ὁποῖα ἀγαπᾷ ὁ Θεός, μικρόν ἤ μεγαλύτερον ἀναλόγως πρός τάς δυνάμεις του. Διότι τό νά προσφέρῃ κανείς δῶρον ἀντάξιον πρός τήν ἑορτήν θά ἠμποροῦσαν ἴσως μόλις καί μετά βίας νά τό ἐπιτύχουν οἱ ἄγγελοι, οἱ πρῶτοι πνευματικοί καί καθαροί καί θεαταί καί μάρτυρες τῆς οὐρανίου δόξης, ἔστω καί ἄν εἶναι προσιτόν εἰς αὐτούς κάθε εἶδος ἐξύμνησις. Ἡμεῖς δέ θά προσφέρωμεν τόν λόγον, τό πιό ὡραῖον καί πολύτιμον ἀπό τά μέσα τά ὁποῖα διαθέτομεν, ὑμνοῦντες καί κατ᾽ ἄλλον τρόπον τόν Λόγον διά τάς εὐεργεσίας Του πρός τούς ἀνθρώπους.

Θά ἀρχίσω δέ ἀπό τό σημεῖον αὐτό. Διότι δέν ἀνέχομαι, ἐνῷ προσφέρω ὡς θυσίαν τούς λόγους μου περί τοῦ μεγάλου Θύματος καί τῆς πιό μεγάλης ἀπό τάς ἡμέρας, νά μήν ἀνατρέξω εἰς τόν Θεόν καί νά κάμω ἀπό ἐκεῖ τήν ἀρχήν. Καθαρίσατε πρός χάριν μου καί τόν νοῦν καί τήν ἀκοήν καί τήν διάνοιαν, ὅσοι ἐντρυφᾶτε εἰς αὐτά τά πράγματα (ἐπειδή ὀ λόγος ἀναφέρεται εἰς τόν Θεόν καί εἶναι θεῖος), διά νά ἀναχωρήσετε ἀφοῦ θά ἔχετε ἐντρυφήσει πραγματικά εἰς ἐκεῖνα τά ὁποῖα δέν τελειώνουν ποτέ. Θά εἶναι δέ ὁ λόγος μου πλήρης ἀλλά καί συνάμα πολύ σύντομος, εἰς τρόπον ὥστε, οὔτε νά σᾶς λυπήσῃ μέ τάς ἐλλείψεις του, οὔτε καί νά γίνῃ ἀνιαρός ἐξ αἰτίας τοῦ κορεσμοῦ, τόν ὁποῖον τυχόν θά σᾶς ἔφερε.

3. Ὁ Θεός ὑπῆρχε μέν πάντοτε, καί ὑπάρχει, καί θά ὑπάρχῃ, ἤ, καλύτερα, ὑπάρχει πάντοτε. Διότι τό “ὑπῆρχε” καί “θά ὑπάρχῃ”, εἶναι τμήματα τοῦ χρόνου καί τῆς φθαρτῆς φύσεώς μας. Ὁ ὅρος ὅμως “ὁ ὑπάρχων” ἐκφράζει τό αἰώνιον, καί μέ αὐτόν αὐτοτιτλοφορεῖται ὅταν ἐμφανίζεται εἰς τόν Μωϋσῆ ἐπάνω εἰς τό ὄρος (Ἔξ. 3, 14). Διότι ἔχει συγκεντρώσει καί διατηρεῖ ὅλην τήν “ὕπαρξιν”, ἡ ὁποία οὔτε ἄρχισε ποτέ οὔτε καί θά λήξη ποτέ, ὡσάν κάποιος ἀπέραντος καί ἀπεριόριστος ὠκεανός οὐσίας, ὁ ὁποῖος ξεπερνᾷ κάθε ἔννοιαν καί τοῦ χρόνου καί τῆς φύσεως, καί ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νά σκιαγραφηθῇ κάπως μόνον μέ τόν νοῦν. Καί ἀπό αὐτόν πάλιν μόνον πολύ ἀμυδρά καί περιωρισμένα, ὄχι ἀπό τήν οὐσίαν του ἀλλά ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα βρίσκονται γύρω του, διά νά σχηματισθῇ ἀπό τήν συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων ἐξωτερικῶν φαινομένων μία κάποια εἰκόνα τῆς ἀληθείας ἡ ὁποία χάνεται προτοῦ προλάβωμεν νά τήν κρατήσωμεν, καί ἐξαφανίζεται προτοῦ ἠμπορέσωμεν νά τήν συλλάβωμεν μέ τόν νοῦν. Ἡ εἰκόνα δέ αὐτή λάμπει εἰς τόν νοῦν μας, καί μάλιστα μόνον ὅταν αὐτός εἶναι καθαρός, ὅπως ἡ ἀστραπή ἡ οποία διαρκεῖ ἐλάχιστα.

Νομίζω δέ (ὅτι γίνεται αὐτό) ἀπό τήν μία μεριά μέν διά νά προσελκύῃ μέ ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἠμπορεῖ νά γίνῃ κατανοητόν (διότι τό τελείως ἀκατανόητον ἀπογοητεύει καί ἐξουδετερώνει κάθε διάθεσιν προσεγγίσεως), ἀπό τήν ἄλλην δέ διά νά προκαλῇ τόν θαυμασμόν μέ τό ἀκατανόητον.μέ τόν θαυμασμόν νά δημιουργῇ περισσότερον πόθον, μέ τόν πόθον νά καθαρίζῃ καί μέ τήν κάθαρσιν νά κάνῃ τόν νοῦν μας θεόμορφον. Ἀφοῦ γίνωμεν δέ τέτοιοι, τολμῶ νά τό εἴπω, νά συναναστρεφώμεθα μέ τό Θεῖον ὡσάν συγγενεῖς. Ὁ Θεός νά ἑνώνεται καί νά ἐπιτρέπῃ νά Τόν γνωρίσουν θεοί, καί μάλιστα τόσον πολύ, ὅσον γνωρίζει κι ὅλας ἐκείνους τούς ὁποίους γνωρίζει. Εἶναι λοιπόν ἄπειρον τό θεῖον καί δυσκολονόητον. Τό μόνον δέ τό ὁποῖον εἶναι κατανοητόν ἀπ᾽ αὐτό εἶναι τό ὅτι εἶναι ἄπειρον, ἔστω καί ἄν θά νομίζῃ κάποιος ὅτι εἶναι ἁπλῆς φύσεως ἤ καθ᾽ ὁλοκληρίαν ἀκατανόητον, ἤ τελείως κατανοητόν. Διότι πῶς θά ἐπιθυμήσωμεν κάποιον ὁ ὁποῖος εἶναι ἁπλός ἀπό τήν φύσιν του; Ἡ ἁπλότης λοιπόν δέν ἀποτελεῖ τήν φύσιν του, ὅπως καί εἰς τά σύνθετα τήν φύσιν των δέν ἀποτελεῖ μόνον τό ὅτι εἶναι σύνθετα.

4. Ἐπειδή δέ τό ἄπειρον ἐξετάζεται ἀπό δύο πλευράς, ἀπό τήν ἀρχήν δηλαδή καί τό τέλος (διότι ὅ,τι ξεπερνᾶ τά ὅρια αὐτά καί δέν περιορίζεται μέσα σ᾽ αὐτά εἶναι ἄπειρον), ὅταν μέν στραφῇ ὁ νοῦς πρός τό οὐράνιον βάθος, ἐπειδή δέν ἔχει ποῦ νά σταθῇ διά νά στηρίξῃ τά ἐξωτερικά γνωρίσματα μέ τά ὁποῖα ἀντιλαμβάνεται τόν Θεόν, ὀνομάζει τό ἄπειρον καί τό ἀδιέξοδον τό ὁποῖον προκύπτει ἀπό αὐτά ἄναρχον. Ὅταν δέ στραφῇ πρός τά ἐπίγεια καί τά μέλλοντα, τό ὀνομάζει ἀθάνατον καί ἄφθαρτον. Ὅταν δέ ἐξετάσῃ τά πάντα, τό ὀνομάζει αἰώνιον. Διότι αἰών δέν εἶναι οὔτε χρόνος, οὔτε κάποιο τμῆμα τοῦ χρόνου (διότι δέν μετρᾶται). Ἀλλά ὅ,τι εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μετρᾶται μέ τήν περιφοράν τοῦ ἡλίου, αὐτό εἶναι διά τά αἰώνια ὁ αἰών, ὁ ὁποῖος ἐπεκτείνεται μαζί μέ τά ὄντα, ὡσάν κάποιο χρονικό κίνημα καί διάστημα.

Εἰς αὐτά λοιπόν ἄς ἀρκεσθῇ ἡ τωρινή μου φιλοσοφική ἐνασχόλησις μέ τόν Θεόν. Διότι δέν ὑπάρχει χρόνος δι᾽ αὐτά, ἐπειδή ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔχομεν νά ἐξετάσωμεν εἶναι ἡ οἰκονομία καί ὄχι ἡ θεολογία. Ὅταν δέ εἴπω Θεόν, ἐννοῶ τόν Πατέρα, τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Καί ἡ θεότης οὔτε διαχέεται πέρα ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν παραδεχθῶμεν πολλούς θεούς, οὔτε περιορίζωνται εἰς ἕνα ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν κατηγορηθῶμεν ὅτι δεχόμεθα πτωχήν θεότητα, καί νά μήν μᾶς εἴπουν εἴτε ἰουδαΐζοντας ἐξ αἰτίας τῆς μονοθεΐας, εἴτε ἑλληνίζοντας ἐξ αἰτίας τῆς πολυθεΐας. Διότι καί εἰς τά δύο ὑπάρχει τό ἴδιον κακόν, ἔστω καί ἄν εὑρίσκεται μέσα εἰς ἀντίθετα πράγματα. Ἔτσι λοιπόν τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα δέν ἀποκαλύπτονται οὔτε εἰς τά ἴδια τά Σεραφείμ, καί τά ὁποῖα δοξάζονται μέ τόν Τρισάγιον ὕμνον (βλ. Ἠσ. 6, 2 ἑ.), συγκεντρώνονται εἰς μίαν ἀρχήν καί μίαν Θεότητα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἔχει ἐξετάσει κατά τρόπον ἄριστον καί ὑψηλόν καί κάποιος ἄλλος ἀπό τούς πρίν ἀπό ἡμᾶς.

5. Ἐπειδή ὅμως δέν ἦτο τοῦτο ἀρκετόν εἰς τήν ἀγαθότητα, τό νά κινῆται μόνον μέ τήν σκέψιν της, ἀλλά ἔπρεπε νά διασκορπισθῇ τό ἀγαθόν καί νά ἐξαπλωθῇ, εἰς τρόπον ὥστε νά γίνουν περισσότερα τά εὐεργετούμενα (διότι αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς ἀπείρου ἀγαθότητος), κατ᾽ ἀρχήν μέν δημιουργεῖ μέ τήν σκέψιν τούς ἀγγέλους καί τάς οὐρανίας δυνάμεις. Καί ἡ σκέψις της γίνεται ἔργον, τό ὁποῖον συμπληρώνεται ἀπό τόν Λόγον καί ὁλοκληρώνεται ἀπό τό Πνεῦμα. Καί ἔτσι ἐδημιουργήθησαν δεύτεραι λαμπρότητες, ὑπηρέται τῆς πρώτης λαμπρότητος, τάς ὁποίας πρέπει νά θεωρήσωμεν εἴτε νοερά πνεύματα, εἴτε πῦρ, κατά κάποιον τρόπον, ἄϋλον καί ἀσώματον, εἴτε ὡς κάποιαν ἄλλην φύσιν, ἡ ὁποία νά ταιριάζῃ ὅσον τό δυνατόν περισσότερον πρός τά λεχθέντα. Θέλω μέν νά εἴπω ὅτι δέν ἠμποροῦν νά κινηθοῦν πρός τό κακόν, καί ὅτι μόνον πρός τό καλόν ἠμποροῦν νά βαδίσουν, ἐπειδή εὑρίσκονται γύρω ἀπό τόν Θεόν καί φωτίζονται πρῶται ἀπ᾽ Αὐτόν (διότι ὁ φωτισμός τῶν ἐπιγείων ἀποτελεῖ δεύτερον φωτισμόν). Μέ ἀναγκάζει ὅμως νά θεωρήσω καί νά εἴπω, ὅτι δέν εἶναι ἀκίνητοι ἀλλά μόνον δυσκίνητοι, ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη ἔτσι ἐξ αἰτίας τῆς λαμπρότητός του (βλ. Ἠσ. 14, 12) καί ὁ ὁποῖος ἔγινε σκοτάδι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφάνειάς του, καί αἱ δυνάμεις αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν ὑπό τήν ἀρχηγίαν του, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τό κακόν μέ τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τό καλόν καί τό ἐπροκάλεσαν καί εἰς ἡμᾶς.

6. Ἔτσι λοιπόν καί διά τόν λόγον αὐτόν ἐδημιουργήθη ὑπ᾽ Αὐτοῦ ὁ νοητός κόσμος, εἰς τρόπον ὥστε νά ἠμπορῶ ἐγώ νά ἐξετάζω τά πράγματα αὐτά, καταμετρῶν μέ τόν μικρόν λόγον μεγάλα πράγματα. Ἐπειδή δέ τά πρῶτα ἦσαν καλά (Γεν. κεφ. 1) δι᾽ Αὐτόν, ἐννοεῖ (καί δημιουργεῖ) δεύτερον κόσμον, ὑλικόν καί ὁρατόν ( αὐτός δέ ὁ κόσμος εἶναι τό ὀργανωμένον σύστημα καί σύνολον τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς καί τῶν μεταξὐ αὐτῶν εὑρισκομένων, ἀξιέπαινον μέν διά τήν τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, ἀλλά ἀκόμη πιό ἀξιέπαινον ἐξ αἰτίας τοῦ ταιριάσματος καί τῆς ἁρμονίας ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπ΄ ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ταιριάζουν τό ἕνα μέ τό ἄλλο καί ὅλα μεταξύ των, διά νά συμπληρώσουν ἕνα ἁρμονικόν σύνολον), διά νά ἀποδείξῃ ὅτι ἠμπορεῖ νά φέρῃ εἰς τήν ὕπαρξιν ὄχι μόνον φύσιν ὁμοίαν πρός Αὐτόν ἀλλά καί τελείως διαφορετικήν ἀπό Αὐτόν. Διότι εἶναι μέν ὅμοια πρός τήν Θεότητα τά πνευματικά ὄντα, τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά μόνον μέ τόν νοῦν, ἀλλά ταυτοχρόνως εἶναι τελείως διαφορετικά τά ὄντα τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά μέ τάς αἰσθήσεις, καί ἀκόμη περισσότερον διαφορετικά ἀπ᾽ αὐτά εἶναι ἐκεῖνα τά ὁποῖα εἶναι τελείως ἄψυχα καί ἀκίνητα.

7. Ὁ νοῦς μέν λοιπόν καί ἡ αἴσθησις, τά ὁποῖα διεχωρίσθησαν κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, παρέμειναν τό καθένα μέσα εἰς τήν φύσιν των καί ἔφεραν ἐντός των τό μεγαλεῖον τοῦ δημιουργοῦ Λόγου, σιωπηλοί ἐγκωμιασταί καί μεγαλόφωνοι κήρυκες τοῦ μεγαλουργήματος. Δέν ὑπῆρχε δέ ἀκόμα κράμα καί ἀπό τά δύο, οὔτε κάποια ἕνωσις τῶν ἀντιθέτων, δεῖγμα ἀνωτέρας σοφίας καί τῆς ποικιλίας τῶν φύσεων, οὔτε ἦτο γνωστός ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος. Ἐπειδή δέ ὁ δημιουργός Λόγος αὐτό ἀκριβῶς τό πρᾶγμα ἤθελε νά δείξῃ, καί νά παρουσιάσῃ ἕνα ὄν ἀπό τήν ἕνωσιν καί τῶν δύο (τῆς ἀοράτου δηλαδή καί τῆς ὁρατῆς φύσεως), ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον. Καί ἀφοῦ ἔλαβε μέν ἀπό τήν ὕλην, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἤδη, τό σῶμα, καί ἀφοῦ ἔβαλεν εἰς αὐτό τήν πνοήν του (τήν ὁποίαν ὁ λόγος ὁρίζει ὡς νοεράν ψυχήν καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ), τόν ἔστησεν ἐπί τῆς γῆς ὡσάν ἄλλον κόσμον, κατά κάποιον τρόπον, μεγάλον μέσα εἰς τήν μικρότητά του, ὡσάν ἄλλον ἄγγελον, ὡσάν μικρόν προσκυνητήν, φύλακα τῆς ὁρατῆς κτίσεως καί ἱερουργόν τῆς ἀοράτου, βασιλέα τῶν εὑρισκομένων ἐπί τῆς γῆς καί κυβερνώμενον ταυτοχρόνως ἀπό τόν Οὐρανόν, ἐπίγειον καί οὐράνιον, προσωρινόν καί ἀθάνατον, ὁρατόν καί ἐννοούμενον, εὑρισκόμενον εἰς τό μέσον μεταξύ μεγαλείου καί ταπεινότητος.τόν ἴδιον πνεῦμα καί σάρκα.

Πνεῦμα πρός χάριν του, καί σάρκα διά νά ἠμπορῇ νά ἐξυψώνεται. Τό μέν ἕνα διά νά ζῇ καί νά δοξάζῃ τόν Εὐεργέτην, τό δέ ἄλλο διά νά ὑποφέρῃ, νά ἐνθυμῆται καί νά διαπαιδαγωγῆται ἀπό τό πάθος του, ἐπιδιώκων νά ἀνυψωθῇ πρός τό μεγαλεῖον. Ὄν τό ὁποῖον διαμένει μέν εἰς τήν γῆν, ἀλλά μεταβαίνει εἰς ἄλλον κόσμον, καί ὡσάν τέλος τοῦ μυστηρίου γίνεται θεός ἀπό τήν ἐπιθυμίαν του πρός Αὐτόν. Διότι εἰς αὐτό, κατά τήν γνώμην μου, ὁδηγεῖ ἡ μετρία λάμψις τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τήν γῆν, εἰς τό νά ἴδωμεν δηλαδή καί νά αἰσθανθῶμεν τήν λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνταξία πρός Ἐκεῖνον ὁ Ὁποῖος μᾶς συνέθεσε, καί ὁ Ὁποῖος θά μᾶς διαλύσῃ καί θά μᾶς συνθέσῃ πάλιν κατά τρόπον ἀκόμη πιό ἔνδοξον.

8. Καί τόν ἐτοποθέτησεν εἰς τόν Παράδεισον (ὅποιος καί ἄν ἦτο ὁ Παράδεισος αὐτός), ἀφοῦ τόν ἐτίμησε μέ τό αὐτεξούσιον, διά νά ἀνήκῃ τό ἀγαθόν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θά τό ἐπιλέξῃ ὄχι ὀλιγώτερον ἀπό ὅσον εἰς Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τά σπέρματα τοῦ ἀγαθοῦ, τόν ἔκαμε γεωργόν ἀθανάτων φυτῶν, δηλαδή τῶν θείων ἐννοιῶν, καί τῶν ἁπλουστέρων καί τῶν τελειοτέρων, γυμνόν ἐξ αἰτίας τῆς ἁπλότητος καί τῆς χωρίς πονηρίαν ζωῆς, καί χωρίς κανένα κάλυμμα καί πρόβλημα. Διότι τέτοιος ἔπρεπε νά εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος. Καί τοῦ δίδει τόν νόμον ὡς ἀντικείμενον τοῦ αὐτεξουσίου. Ὁ δέ νόμος ἦτο ἡ ἐντολή ἀπό ποῖα φυτά ἠμποροῦσε νά φάγῃ καί ποῖα δέν θά ἔπρεπε νά ἀγγίξῃ.

Εἰς αὐτά δέ ἀνῆκε τό δένδρον τῆς γνώσεως, τό ὁποῖον οὔτε ἐφυτεύθη ἀπό τήν ἀρχήν μέ κακόν σκοπόν, οὔτε ἀπηγορεύθη ἀπό φθόνον (ἄς μή φθάσουν μέχρις ἐκεῖ αἱ γλῶσσαι τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, καί ἄς μήν μιμηθοῦν τόν ὄφιν!), ἀλλ᾽ ἦτο μέν καλόν ἐάν τό ἐδοκίμαζε κανείς εἰς τόν κατάλληλον καιρόν (διότι τό δένδρον, κατά τήν ἄποψίν μου, ἦτο ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν ἠμποροῦσαν νά πλησιάσουν χωρίς νά κινδυνεύουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελειοποιηθῆ μέ τήν ἄσκησιν), ἀλλά δέν ἦτο καλόν διά τούς ἀδοκιμάστους ἀκόμη καί τούς πιό λαιμάργους ὡς πρός τήν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἡ σκληρά τροφή δέν εἶναι ὠφέλιμος δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκόμη ἀδύνατοι καί ἔχουν ἀνάγκην ἀπό γάλα. Ἀφοῦ δέ ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου τοῦ διαβόλου καί τῆς παρακινήσεως τῆς γυναικός, ἡ ὁποία ὑπέκυψε σάν πιό ἀδύνατη καί τόν παρεκίνησε καί αὐτόν σάν ἡ πιό κατάλληλη δι᾽ αὐτό (ἀλλοίμονον εἰς τήν ἀδυναμίαν μου! διότι ἡ ἀδυναμία τοῦ προπάτορος εἶναι καί ἰδική μου), ἐλησμόνησε μέν τήν ἐντολήν, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε δοθῇ.

Ἐνικήθη ἀπό τήν προσωρινήν γευστικήν δοκιμήν καί ἔτσι ἐξεδιώχθη αὐτομάτως ἀπό τό δένδρον τῆς ζωῆς, ἀπό τόν Παράδεισον καί ἀπό τόν Θεόν ἐξ αἰτίας τῆς κακίας του, καί ἐνεδύθη μέ δερμάτινα ἐνδύματα (πιθανόν μέ τήν πιό βαρειά σάρκα, τήν φθαρτήν καί ἀντίθετον). Καί ὡσάν πρῶτον ἀποτέλεσμα ἀντιλαμβάνεται τήν καταισχύνην του καί κρύπτεται ἀπό τόν Θεόν. Κερδίζει, βεβαίως, κάτι ἀπ᾽ αὐτό: τό ὅτι γίνεται θνητός καί τό ὅτι διακόπτεται ἡ ἁμαρτία διά νά μήν γίνῃ ἀθάνατον τό κακόν, καί ἔτσι ἡ τιμωρία ἀποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι ἐγώ ἔτσι πιστεύω ὅτι τιμωρεῖ ὁ Θεός.

9. Ἀφοῦ δέ ἐτιμωρήθη προηγουμένως διά τά πολλά ἁμαρτήματα (ἀπό τά ὁποῖα ἐφύτρωσεν ἡ ρίζα τῆς κακίας) ἀπό διαφόρους αἰτίας καί κατά διαφόρους χρόνους, μέ τόν λόγον, τόν νόμον, τούς προφήτας, τάς εὐεργεσίας, τάς ἀπειλάς, τάς τιμωρίας, τάς πλημμύρας, τάς πυρκαϊάς, τούς πολέμους, τάς νίκας, τάς ἥττας, τά σημεῖα ἀπό τόν οὐρανόν , τά σημεῖα ἀπό τόν ἀέρα, τήν γῆν καί τήν θάλασσαν, μέ τάς ἀνελπίστους μεταβολάς ἀνθρώπων, πόλεων καί λαῶν, πράγματα τά ὁποῖα ἀποσκοποῦσαν εἰς τό νά ἐξαφανισθῇ ἡ κακία, ἔχει ἀνάγκην τελικά ἀπό κάποιο ἰσχυρότερον φάρμακον διά τάς φοβερωτέρας ἀσθενείας, τάς ἀδελφοκτονίας δηλαδή, τάς μοιχείας, τάς ἐπιορκίας, τάς ἀνωμάλους ἐπιθυμίας καί τό χειρότερον καί μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά κακά, τήν εἰδωλολατρείαν καί τήν μετατόπισιν τῆς προσκυνήσεως ἀπό τόν δημιουργόν εἰς τά δημιουργήματα.

Ἐπειδή δέ εἶχεν ἀνάγκην ἀπό μεγαλυτέραν βοήθειαν, τοῦ δίδεται καί τέτοια: Ἦτο δέ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ προαιώνιος, ὁ ἀόρατος, ὁ μή δυνάμενος νά περιορισθῇ, ὁ ἀσώματος, ἡ Ἀρχή ἡ προερχομένη ἀπό τήν Ἀρχήν, τό Φῶς τό προερχόμενον ἐκ τοῦ Φωτός, ἡ πηγή τῆς ἀθανασίας καί τῆς ζωῆς, τό ἀντίγραφον τοῦ πρωτοτύπου κάλλους, ἡ ἀναλλοίωτος σφραγίς, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών, ὁ ὅρος καί ὁ Λόγος τοῦ Πατρός. Αὐτός εἰσέρχεται εἰς τήν ἰδίαν τήν εἰκόνα Του, ἐνδύεται μέ σάρκα πρός χάριν τῆς σαρκός καί μέ ψυχήν πνευματικήν πρός χάριν τῆς ψυχῆς μου, καθαρίζων ἔτσι τό ὅμοιον μέ τό ὅμοιόν Του. Καί γίνεται κατά πάντα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτίαν, τέλειος ἄνθρωπος (Ἑβρ. 4, 15). Γεννηθείς μέν ἀπό τήν Παρθένον, τῆς ὁποίας καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα εἶχε καθαρισθῆ προηγουμένως ἀπό τό Πνεῦμα (διότι ἔπρεπε μέν καί νά τιμηθῇ ἡ γέννησις, ἀλλά καί νά προτιμηθῇ ἡ παρθενία), παραμείνας δέ Θεός μετά τήν πρόσληψιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Γενόμενος ἕν ἀπό τά δύο ἀντίθετα, ἀπό τήν σάρκα δηλαδή καί τό Πνεῦμα, ἀπό τά ὁποῖα τό μέν ἕνα ἔκαμε τό ἄλλο Θεόν, ἐνῷ τό ἄλλο ἔγινε Θεός. Ὤ πόσον ἀξιοθαύμαστος εἶναι ἡ νέα ἕνωσις!

Ὤ πόσον παράδοξος εἶναι ἡ σύνθεσις! Ὁ ὑπάρχων δημιουργεῖται, ὁ ἀδημιούργητος πλάθεται, καί ὁ ἀπεριόριστος περιορίζεται διά μέσου τῆς νοερᾶς ψυχῆς, ἡ ὁποία μεσιτεύει εἰς τήν Θεότητα καί διά μέσου τῆς ὑλικῆς φύσεως τῆς σαρκός. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τόν πλοῦτον, γίνεται πτωχός.διότι γίνεται πτωχός κατά τό ὅτι παίρνει τήν σάρκα μου διά νά γίνω ἐγώ πλούσιος μέ τήν θεότητά Του. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι γεμᾶτος ἀδειάζει.διότι ἀδειάζει ἀπό τήν δόξαν Του δι᾽ ὀλίγον καιρόν, διά νά γευθῶ ἐγώ τήν πληρότητά Του. Ποῖος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Ποῖον εἶναι τό μυστήριον τό ὁποῖον μέ περιβάλλει; Ἔλαβα τήν θείαν εἰκόνα καί δέν τήν ἐφύλαξα. Παίρνει τήν σάρκα μου, καί διά νά διατηρήσῃ τήν εἰκόνα, ἀλλά καί διά νά κάμῃ ἀθάνατον τήν σάρκα. Ἔρχεται εἰς δευτέραν συνάφειαν πολύ πιό παράδοξον ἀπό τήν πρώτην, καθόσον, τότε μέν ἔδωσε τό καλύτερον, τώρα δέ παίρνει τό χειρότερον. Αὐτό εἶναι ἀκόμη πιό ταιριαστόν εἰς τόν Θεόν, αὐτό εἶναι, δι᾽ ὅσους διαθέτουν κρίσιν, ἀκόμη πιό ὑψηλόν.

10. «Ἀλλά τί μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά;», θά ἠμποροῦσε νά εἴπῃ κάποιος ἀπό τούς πολύ φιλεόρτους καί ἐνθουσιώδεις πιστούς. «Σπηρούνισε τό πουλάρι, διά νά φθάσωμεν εἰς τό τέρμα». «Μίλησέ μας διά τήν ἑορτήν καί δι᾽ ἐκεῖνα διά τά ὁποῖα ἔχομεν συγκεντρωθῆ σήμερα». Αὐτό λοιπόν καί θά κάμω, ἔστω καί ἄν ἄρχισα κάπως ἀπό ὑψηλότερα πράγματα, ἐπειδή μέ παρακινοῦσε ὁ πόθος καί μέ παρέσυρεν ἡ ρύμη τοῦ λόγου. Δέν θά ἦτο δέ ἴσως ἄσχημον διά τούς φιλομαθεῖς καί φιλοκάλους νά ἐξετάσωμεν δι᾽ ὀλίγων τά σχετικά μέ τήν ἰδίαν τήν ὀνομασίαν τοῦ Πάσχα. Κάτι τέτοιο δέν θά ἀποτελοῦσε ἄσχημον ἐμπειρίαν διά τήν ἀκοήν μας. Τό Πάσχα αὐτό, τό μέγα καί ἀξιοσέβαστον, ἀποκαλεῖται ἀπό τούς Ἑβραίους Φάσκα σύμφωνα μέ τήν γλῶσσαν των.

Ἡ ὀνομασία δέ αὐτή σημαίνει τό πέρασμα, ἱστορικῶς μέ τήν φυγήν ἀπό τήν Αἴγυπτον καί τήν μετανάστευσιν εἰς τήν γῆν Χαναάν, πνευματικῶς δέ τήν ἀνάβασιν καί τήν πρόοδον ἐκ τῶν κάτω πρός τά ἄνω καί πρός τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Ἐκεῖνο δέ τό ὁποῖον ἔχομεν ἴδει νά συμβαίνῃ εἰς πολλά σημεῖα τῆς Γραφῆς, τό νά μεταπλάθωνται δηλαδή ὡρισμένα ὀνόματα ἀπό μίαν κάπως ἀσαφῆ ἔννοιαν εἰς κάποιαν σαφεστέραν, ἤ ἀπό μίαν κάπως τραχεῖαν εἰς κάποιαν πιό εὐπρεπῆ, τό βλέπομεν νά συμβαίνῃ καί ἐδῶ. Διότι, ἐπειδή ὡρισμένοι ἐνόμισαν ὅτι τό «φάσκα» ἀποτελοῦσε τήν ὀνομασίαν τοῦ σωτηρίου πάθους, ἀφοῦ ἐξελλήνισαν ἐν συνεχείᾳ τήν ὀνομασίαν, συμφώνως πρός τήν μεταβολήν τοῦ φῖ εἰς πῖ καί τοῦ κάππα εἰς χῖ, ἀπεκάλεσαν τήν ἡμέραν Πάσχα. Ἀφοῦ δέ παρέλαβεν ἡ συνήθεια τήν ὀνομασίαν, τήν ἰσχυροποίησεν ἀκόμη περισσότερον, ἐπειδή ἡ ἀκοή τῶν πολλῶν ἀποδέχεται μέ περισσοτέραν εὐχαρίστησιν τήν ὀνομασίαν αὐτήν ὡς πιό εὐσεβῆ.

11. Ὁ θεῖος μέν λοιπόν Ἀπόστολος ἀπεφάνθη πρίν ἀπό ἡμᾶς ὅτι ὁλόκληρος ὁ νόμος εἶναι σκιά τῶν μελλόντων (Κολ. 2, 17) καί ἐκείνων τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά ἀπό τήν ψυχήν καί τήν διάνοιαν. Ἐπίσης καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό τόν Ἀπόστολον εἶχεν ἐμφανισθῆ εἰς τόν Μωϋσῆ ὅταν ἔδιδε τόν νόμον γύρω ἀπ᾽ αὐτά τά πράγματα. Διότι λέγει: «Φρόντισε νά κάνῃς τά πάντα συμφώνως πρός τόν τύπον ὁ ὁποῖος σοῦ ὑπεδείχθη εἰς τό ὄρος», ἐμφανίζων ἔτσι ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔβλεπεν ὁ Μωϋσῆς ὡσάν σκιαγράφησιν, τρόπον τινά, καί προτύπωσιν ἐκείνων τά ὁποῖα δέν ἐφαίνοντο.

Καί πιστεύω ὅτι τίποτε δέν ἔχει διαταχθῆ εἰς τήν τύχην, οὔτε χωρίς λογικήν αἰτίαν , οὔτε κατά τρόπον ταπεινόν, οὔτε κατά τρόπον ἀνάξιον πρός τήν νομοθεσίαν τοῦ Θεοῦ καί τήν ὑπηρεσίαν τοῦ Μωϋσέως, ἔστω καί ἄν εἶναι δύσκολον νά εὑρεθῇ τό πνευματικόν στοιχεῖον τό ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς κάθε μίαν ἀπό τάς σκιάς ὅταν τάς ἐξετάσωμεν λεπτομερῶς, δηλαδή τά ὅσα ἔχουν νομοθετηθῆ σχετικά μέ τήν ἰδίαν τήν σκηνήν, τάς διαστάσεις της, τά ὑλικά κατασκευῆς της, τούς Λευΐτας καί λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι τά βαστάζουν, καί τά σχετικά μέ τάς θυσίας, μέ τούς καθαρισμούς καί μέ τάς προσφοράς.

Γίνονται δέ αὐτά κατανοητά μόνον ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὁμοιάζουν ὡς πρός τήν ἀρετήν εἰς τόν Μωϋσῆ, ἤ ἀπό ἐκείνους πού ἔχουν παραπλησίαν πρός αὐτόν μόρφωσιν. Ἐπειδή καί εἰς τό ἴδιο τό ὄρος ὁ Θεός ἐμφανίζεται εἰς τούς ἀνθρώπους, ἀφ᾽ ἑνός μέν καταβαίνων ὁ ἴδιος ἀπό τήν ὑψηλήν του θέσιν, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ἀνυψώνων ἡμᾶς ἀπό τήν γηΐνην ταπείνωσιν, διά νά εἰσέλθῃ κάπως καί ὅσον εἶναι ἀσφαλές Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ἠμπορεῖ νά περιορισθῇ εἰς τήν θνητήν ἀνθρωπίνην φύσιν. Διότι δέν θά ἦτο δυνατόν κατ᾽ ἄλλον τρόπον νά κατανοήσῃ τόν Θεόν τό ὑλικόν σῶμα καί ὁ δέσμιος εἰς τήν ὕλην νοῦς, ἐάν δέν βοηθηθῇ.

Τότε λοιπόν δέν φαίνεται ὅτι ὅλοι ἔχουν ἀξιωθῆ νά εὑρίσκωνται εἰς τήν ἰδίαν τάξιν καί στάσιν, ἀλλά ἄλλος μέν εἶναι ἄξιος διά τήν μίαν ἄλλος δέ διά τήν ἄλλην, ἀναλόγως, ὅπως νομίζω, πρός τήν καθαρότητά του ὁ καθένας. Ἄλλοι δέ, ὅσοι εἶναι ὅμοιοι μέ τά θηρία ὡς πρός τήν συμπεριφοράν καί ἀνάξιοι διά τά θεῖα μυστήρια, ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ὁλότελα καί τό μόνον τό ὁποῖον τούς ἐπιτρέπεται εἶναι νά ἀκούουν τήν φωνήν τοῦ Θεοῦ.

12. Ἡμεῖς ὅμως, ἀκολουθοῦντες τήν μέσην ὁδόν μεταξύ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὁλότελα ὑλικήν διάνοιαν καί ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι πολύ θεωρητικοί καί προηγμένοι εἰς τά πνευματικά, διά νά μήν μένωμεν οὔτε ἐντελῶς ἄπρακτοι καί ἀκίνητοι, διά νά μήν γίνωμεν ἀνάξιοι καί ξένοι δι᾽ ἐκεῖνα τά ὁποῖα μᾶς προσφέρονται (διότι τό μέν πρῶτον εἶναι κατά κάποιον τρόπον Ἰουδαϊκόν καί ἀνάξιον, τό δέ ἄλλο ἴδιον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μαντεύουν ἀπό τά ὄνειρα, καί τά δύο δέ ἐξ ἴσου κατακριτέα), ἔτσι ἄς ὁμιλήσωμεν διά τά πράγματα αὐτά, κατά τρόπον δηλαδή προσιτόν πρός ἡμᾶς καί ὄχι πολύ παράδοξον καί καταγέλαστον εἰς τούς πολλούς. Διότι νομίζομεν ὅτι, ἐπειδή ἐπέσαμεν ἀπ᾽ ἀρχῆς ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας καί παρεσύρθημεν ἀπό τήν ἡδονήν καί ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ νά γίνωμεν εἰδωλολάτραι καί νά κάνωμεν αἰσχράς θυσίας, ἔπρεπε νά συνέλθωμεν πάλιν καί νά ἐπιστρέψωμεν εἰς τήν πρώτην κατάστασιν διά τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἡμῶν, ὁ ὁποῖος δέν ἀνείχετο νά ζημιωθῇ τόσον τό ἔργον τῆς χειρός Του, ὁ ἄνθρωπος.

Πῶς λοιπόν πρέπει νά ἀναπλασθῶμεν καί τί νά γίνωμεν; Πρέπει μέν νά ἀποδοκιμασθῇ ἡ αὐστηρά θεραπεία, ἐπειδή δέν ἠμπορεῖ οὔτε νά πείσῃ οὔτε νά κτυπήσῃ τό κακόν, τό ὁποῖον ἔχει γίνει δευτέρα φύσις ἀπό τήν συνήθειαν, νά χρησιμοποιηθῇ δέ ἡ ἐπιεικής καί φιλάνθρωπος μέθοδος τῆς θεραπείας, διά νά ἐπιτευχθῇ ἡ διόρθωσις. Διότι οὔτε βλαστός ὁ ὁποῖος ἔχει κυρτώσει δέν ἠμπορεῖ νά ἀντέξῃ τήν ἀπότομον εὐθυγράμμισιν καί τήν βίαν τῆς χειρός ἡ ὁποία προσπαθεῖ νά τόν εὐθυγραμμίσῃ (εὐκολώτερα μέν λοιπόν θά ἠμποροῦσε νά σπάσῃ παρά νά διορθωθῇ), οὔτε καί εὐέξαπτον καί ἠλικιωμένον ἄλογον, θά ἠμποροῦσε νά ἀνεχθῇ τήν ἐξουσίαν τοῦ χαλινοῦ, χωρίς κάποιο καλόπιασμα καί χαϊδευτικόν κάλεσμα.

Διά τοῦτο μᾶς ἔχει δοθῆ ὡς βοηθός ὁ νόμος, σάν ἕνα περιτείχισμα μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν εἰδώλων, ἀφ᾽ ἑνός μέν διά νά μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τόν Θεόν. Καί συγχωρεῖ ὡρισμένα πράγματα εἰς τήν ἀρχήν, διά νά ἐπιτύχῃ τό πιό σπουδαῖον. Συγχωρεῖ κατ᾽ ἀρχήν τάς θυσίας, διά νά ἐγκαταστήσῃ μέσα μας τόν Θεόν. Ἔπειτα ὅμως, ὅταν φθάσῃ ὁ κατάλληλος καιρός, θά καταργήσῃ καί τάς θυσίας, θά μᾶς ἀλλάξῃ κατά τρόπον σοφόν μέ τμηματικάς μεταβολάς καί θά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀφοῦ θά εἴμεθα ἤδη προετοιμασμένοι νά τό ἀκολουθήσωμεν πειθήνια.

13. Ἔτσι μέν λοιπόν καί διά τόν λόγον αὐτόν μᾶς ἐδόθη ὁ γραπτός νόμος, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τόν Χριστόν, καί αὐτός εἶναι ὁ λόγος τῶν θυσιῶν, ὅπως πιστεύω ἐγώ. Διά νά μήν ἀγνοῇς δέ τό βάθος τῆς σοφίας καί τόν πλοῦτον τῶν ἀνεξιχνίαστων κριμάτων τοῦ Θεοῦ, δέν ἄφησεν οὔτε αὐτάς τάς θυσίας τελείως ἀνιέρους καί ἀτελεσφόρους οὔτε νά ἔχουν μόνον τήν σημασίαν τοῦ ἁπλοῦ αἵματος, ἀλλά εἰς τάς νομικάς θυσίας ἔχει ἀναμιχθῃ τό ἀθυσίαστον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τήν πρώτην φύσιν του, σφάγιον , διά νά τό εἴπω ἔτσι, τό ὁποῖον δέν καθαρίζει μόνον μικρόν μέρος τῆς οἰκουμένης οὔτε δι᾽ ὀλίγον μόνον χρόνον, ἀλλά καθαρίζει ὁλόκληρον τόν κόσμον καί μάλιστα εἰς τούς αἰῶνας.

Διά τόν λόγον αὐτόν λαμβάνεται ὡς σφάγιον ἀφ᾽ ἑνός μέν πρόβατον (Ἐξ. 12, 3 ἑ.), λόγῳ τῆς ἀθωότητός του καί τοῦ ὅτι ἀποτελοῦσε τό ἔνδυμα τῆς ἀρχαίας γυμνότητος (διότι τέτοιο ἦτο τό σφάγιον τό ὁποῖον ἐθυσιάσθη πρός χάριν μας, τό ὁποῖον καί εἶναι καί ὀνομάζεται ἔνδυμα ἀφθαρσίας), ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ἀρτιμελές, ὄχι μόνον λόγῳ τῆς Θεότητος, ἀπό τήν ὁποίαν δέν ὑπάρχει τίποτε τελειότερον, ἀλλά καί λόγῳ τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία προσελήφθη καί ἐχρίσθη ἀπό τήν Θεότητα καί ἡ ὁποία ἔγινεν ὁμοία μέ ἐκεῖνο τό ὁποῖον τήν εἶχε χρίσει, καί τολμῶ νά τό εἴπω, ὁμοία μέ τόν Θεόν. Λαμβάνεται δέ πρόβατον ἄρρεν ἐπειδή προσφέρεται ὑπέρ τοῦ Ἀδάμ, ἤ καλύτερα, ἐπειδή τό πιό σταθερόν προσφέρεται ὑπέρ τοῦ σταθεροῦ, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ὑπέκυψε πρῶτος εἰς τήν ἁμαρτίαν, ἤ τέλος, ἐπειδή δέν φέρει ἐπάνω του κανένα θηλυκόν καί ἀδύνατον χαρακτηριστικόν καί ἐπειδή ἀπεσπάσθη βιαίως ἀπό τούς παρθενικούς καί μητρικούς δεσμούς καί ἐγεννήθη ἄρρεν ἀπό τήν προφήτιδα, ὅπως ὑπόσχεται ὁ Ἠσαΐας (Ἠσ. 8, 3). Ἑνός ἔτους δέ ὡσάν ἥλιον δικαιοσύνης ἤ προερχόμενον ἀπ᾽ αὐτόν ἤ περιοριζόμενον ἀπό ἐκεῖνο τό ὁποῖον φαίνεται καί ἐπανερχόμενον εἰς τόν ἑαυτόν του, τό ὁποῖον εὐλογεῖται ὡς στέφανος ἀγαθότητος (Ψαλμ. 64, 12) καί εἶναι ἀπό ὅλας τάς πλευράς ἴσον καί ὅμοιον πρός τόν ἑαυτόν του, ὄχι μόνον δέ διά τόν λόγον αὐτόν, ἀλλά καί ἐπειδή δίδει ζωήν εἰς τόν κύκλον τῶν ἀρετῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναμιγνύονται καί ἀλληλοσυμπληρώνονται συμφώνως πρός τόν νόμον τῆς φιλίας καί τῆς ἁρμονίας. Καθαρόν δέ καί γνήσιον, ἐπειδή θεραπεύει ἀπό τάς κατηγορίας καί ἀπό τά ἐλαττώματα καί τούς μολυσμούς τῆς κακίας. Διότι ἄν καί ἐσήκωσε τάς ἁμαρτίας μας καί ἐβάστασε τάς ἀσθενείας μας (Ἠσ. 53, 4), ὁ Ἴδιος δέν ἔπαθε τίποτε ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην θεραπείας. Διότι ἐδοκιμάσθη καθ᾽ ὅλα ὅπως καί ἡμεῖς, ἀλλά παρέμεινεν ἀναμάρτητος (Ἑβρ. 4, 15), ἐπειδή ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατεδίωξε τό φῶς τό ὁποῖον φωτίζει εἰς τό σκότος (Ἰω. 1, 5), δέν κατώρθωσε νά τόν νικήσῃ.

14. Τί ἀκόμη; Εἰσάγεται μέν ὁ πρῶτος μήνας, ἤ, καλύτερα, ἡ ἀρχή τῶν μηνῶν (Ἐξ. 12, 2), εἴτε ἐπειδή ἦταν τέτοιος ἀπό τήν ἀρχήν διά τούς Ἰουδαίους εἴτε ἐπειδή ἔγινε κατόπιν διά τόν λόγον αὐτόν καί ἔλαβεν ἀπό τό μυστήριον τό νά εἶναι πρῶτος. Ἀκόμη δέ ἡ δεκάτη τοῦ μηνός, ἐπειδή τό δέκα εἶναι ὁ πιό πλήρης ἀπ᾽ ὅλους τούς ἀριθμούς, ἡ πρώτη τελεία μονάς ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπό μονάδας καί ἡ ὁποία δημιουργεῖ τελειότητα. Διατηρεῖται δέ εἰς τήν πέμπτην ἡμέραν, ἴσως ἐπειδή τό θύμα διά τό ὁποῖον ὁμιλῶ καθαρίζει τάς αἰσθήσεις ἀπό τάς ὁποίας προῆλθε τό παράπτωμα καί γύρω ἀπό τάς ὁποίας διεξάγεται ὁ πόλεμος, ἐπειδή αὐταί δέχονται τό κεντρί τῆς ἁμαρτίας. Ἐκλέγεται δέ ὄχι μόνον ἀπό τά ἀρνία (Ἐξ. 12, 5) ἀλλά καί ἀπό τό χειρότερον εἶδος καί ἀπό τήν ἀριστεράν χεῖρα τῶν ἐριφίων (Ματθ. 25, 33), ἐπειδή δέν θυσιάζεται μόνον διά τούς δικαίους ἀλλά καί διά τούς ἁμαρτωλούς. Μάλιστα δέ πρό παντός δι᾽ αὐτούς, καθόσον ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην μεγαλυτέρας φιλανθρωπίας.

Δέν εἶναι δέ παράδοξον ἐάν τό πρόβατον ἀναζητῆται μέν κατ᾽ ἀρχήν εἰς κάθε οἰκίαν καί ἐάν δέν εὑρεθῇ τότε ἀνευρίσκεται κατόπιν ἐράνου, λόγῳ τῆς πτωχείας ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, ἀπό τούς οἴκους τῶν μεγάλων οἰκογενειῶν, ἐπειδή τό καλύτερον μέν εἶναι νά ἔχῃ τήν ἱκανότητα ὁ καθένας νά τελειωθῇ προσωπικά καί νά προσφέρῃ ζωντανήν καί ἁγίαν θυσίαν εἰς τόν Θεόν ὁ ὁποῖος τόν καλεῖ, καθαγιαζόμενος πάντοτε καί μέ κάθε μέσον. Ἄν δέ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν, τότε ἄς χρησιμοποιήσωμεν καί συνεργούς εἰς αὐτό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι συγγενεῖς μέ ἡμᾶς ὡς πρός τήν ἀρετήν καί ἄνθρωποι τοῦ ἰδίου ἤθους. Διότι αὐτό νομίζω ὅτι θέλει νά δείξη τό παράδειγμα, τό νά ἐρχόμεθα εἰς ἐπαφήν μέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πολύ κοντά εἰς τό σφάγιον, ἐάν αὐτό ἤθελε χρειασθῆ.

15. Ἀπ᾽ ἐδῶ προέρχεται ἡ «ἱερά νύξ», ἡ ἀντίθετος τῆς νυκτός ἡ ὁποία εἶναι διασκορπισμένη εἰς τόν παρόντα βίον, κατά τήν ὁποίαν διαλύεται τό πρωτόγονον σκότος καί τά πάντα ἔρχονται εἰς τό φῶς, τακτοποιοῦνται καί ἀποκτοῦν μορφήν καί ἔτσι ἀποκτᾷ ὡραιότητα ἡ προηγουμένη ἀσχήμια. Ἀπό ἐδῶ ἀπομακρυνόμεθα ἀπό τήν Αἴγυπτον, τήν σκυθρωπήν ἁμαρτίαν ἡ ὁποία μᾶς καταδιώκει, ἀπό τόν Φαραώ τόν ἀόρατον τύραννον καί ἀπό τούς σκληρούς ἐργοδότας, καί μεταφερόμεθα εἰς τόν οὐράνιον κόσμον. Καί ἀπελευθερωνόμεθα ἀπό τόν πηλόν καί τήν κατασκευήν πλίνθων, ἀπό τήν ἀχυρένια καί εὔθραυστον κατασκευήν τοῦ σώματος, ἡ ὁποία εἰς τούς πολλούς δέν ἔχει οὔτε κἄν τήν ἀντοχήν ἀχυρένιων λογισμῶν. Ἀπό ἐδῶ θυσιάζεται ὁ ἀμνός καί σφραγίζονται μέ τό τίμιον αἷμα ἡ πρᾶξις καί ὁ λόγος, δηλαδή ἡ συνήθεια καί ἡ ἐνέργεια, αἱ ὁποῖαι στέκονται εἰς τάς θύρας μας –λέγω δέ θύρας τά κινήματα καί τά δόγματα τοῦ νοῦ, τά ὁποῖα ἀνοίγουν καί κλείονται καλῶς ἀπό τήν θεωρίαν− ἐπειδή κατά κάποιον τρόπον ἡ θεωρία ἀποτελεῖ τό μέτρον τῆς πνευματικῆς ἱκανότητάς μας.

Ἀπό ἐδῶ δίδεται ἡ τελευταία καί πιό βαρεῖα πληγή εἰς τούς διώκτας καί ἡ ὁποία ἀξίζει πραγματικά εἰς τούς διώκτας, καί ἡ Αἴγυπτος θρηνεῖ τά πρωτότοκα τῶν λογισμῶν καί τῶν πράξεών της (τό ὁποῖον ὀνομάζεται καί ἐξυψώνεται ὡς σπέρμα Χαλδαϊκόν ἀπό τήν Γραφήν (Ἰουδίθ 5, 6) καί νήπια τῆς Βαβυλῶνος τά ὁποῖα ρίπτονται μέ δύναμιν ἐπάνω εἰς τήν πέτραν καί διαλύονται (Ψαλμ. 136, 8-9), καί τά πάντα εἶναι γεμᾶτα ἀπό τήν βοήν καί τήν κραυγήν τῶν Αἰγυπτίων, ἐνῷ ἀπό ἡμᾶς θά ἀπομακρυνθῇ ἐξ αἰτίας τῆς θυσίας τοῦ ἀρνίου ὁ ἐξολοθρευτής ἄγγελος, ἀπό σεβασμόν καί φόβον διά τό χρίσιμον τῆς θύρας.

Ἀπό ἐδῶ προέρχεται καί τό ἑπταήμερον φούσκωμα τῆς ζύμης (Ἐξ. 12, 19) (διότι τό ἑπτά εἶναι ὁ πιό μυστικός ἀπό τούς ἀριθμούς, ὁ ὀποῖος ἀντιστοιχεῖ πρός τόν κόσμον αὐτόν), τῆς παλαιᾶς καί ξυνῆς κακίας (διότι δέν προέρχεται ἀπό ἐκείνην ἡ ὁποία δημιουργεῖ τό ψωμί καί ζωογονεῖ), διά νά μήν διατρεφώμεθα μέ τό Αἰγυπτιακόν προζύμι καί τό λείψανον τῆς φαρισαϊκῆς διδασκαλίας (Ματθ. 16, 6).

16. Καί αὐτοί μέν ἄς θρηνοῦν, ἀπό ἡμᾶς δέ θά φαγωθῇ τό ἀρνί. Θά φαγωθῇ δέ κατά τήν ἑσπέραν (Ἐξ. 12, 18), ἐπειδή τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἔγινε διά τό τέλος τῶν αἰώνων, καί ἐπειδή παρέδωσε τό Μυστήριον εἰς τούς μαθητάς Του κατά τήν ἑσπέραν, διαλύων τήν σκοτοδίνην τῆς ἁμαρτίας. Δέν μαγειρεύεται δέ ἀλλά προσφέρεται ψητόν, διά νά μήν ἔχῃ ὁ λόγος μας τίποτε τό ρευστόν καί εὐκολοδιάλυτον, ἀλλά νά εἶναι καλοστημένος καί σταθερός καί δοκιμασμένος ἀπό τό πῦρ τό ὁποῖον καθαρίζει, καί ἐλεύθερος ἀπό κάθε τι τό γήϊνον καί ἀπέριττος, καί νά βοηθούμεθα ἀπό τά καλά κάρβουνα, τά ὁποῖα ἀνάπτονται ἀπό Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἦλθε νά βάλῃ φωτιάν εἰς τήν γῆν (Λουκᾶ 12, 49), τήν φωτιάν ἐκείνην ἡ ὁποία κατακαίει τάς πονηράς συνηθείας καί ἡ ὁποία ἐπιταχύνει τό ἄναμμα.

Ὅσον μέν λοιπόν μέρος τοῦ λόγου εἶναι σαρκῶδες καί φαγώσιμον, θά φαγωθῇ καί θά καταναλωθῇ (Ἐξ. 12, 8 ἑ.) μαζί μέ τά ἐντόσθια καί τά κρυφά μέρη τοῦ νοῦ καί θά παραδοθῇ εἰς πνευματικήν χώνευσιν μέχρι τό κεφάλι καί μέχρι τά πόδια, μέχρι δηλαδή τάς πρώτας ἐνατενίσεις τῆς θεότητος καί τάς τελευταίας σκέψεις περί τῆς σαρκώσεως. Δέν θά βγάλωμεν δέ τίποτε ἔξω ἀπό τήν οἰκίαν, οὔτε καί θά κρατήσωμεν τίποτε διά τήν ἑπομένην ἡμέραν (Ἐξ. 12, 10), ἐπειδή τά περισσότερα ἀπό τά Μυστήριά μας δέν πρέπει νά παρουσιάζωνται εἰς τούς ἐκτός τῆς πίστεως, ἐπειδή δέν ὑπάρχει κάθαρσις ἡ ὁποία νά ξεπερνᾷ αὐτήν τήν νύκτα καί ἐπειδή δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν γίνει κοινωνοί τοῦ Λόγου δέν εἶναι πρᾶγμα ἀξιέπαινον ἡ ἀναβολή. Διότι, ὅπως εἶναι καλόν καί ἀγαπητόν εἰς τόν Θεόν, νά μή διατηρῆται ἡ ὀργή μέχρι νά τελειώσῃ ἡ ἡμέρα, ἀλλά νά ἐξαφανίζεται πρίν ἀπό τήν δύσιν τοῦ ἡλίου (Ἐφ. 4, 26), ὅπως καί νά τό ἐκλάβῃς αὐτό, εἴτε ἀπό χρονικήν εἴτε καί ἀπό πνευματικήν ἄποψιν (διότι δέν εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ἀσφαλές τό νά δύῃ ἡ ἥλιος ἐνῷ διατηροῦμεν ἀκόμη τήν ὀργήν μας), ἔτσι δέν πρέπει καί τό φαγητόν αὐτό νά διατηρῆται καθ᾽ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς νυκτός, οὔτε νά φυλάσσεται διά τήν ἑπομένην.

Ὅσον δέ μέρος ἔχει κόκκαλα καί δέν ἠμπορεῖ νά φαγωθῇ οὔτε νά γίνῃ ἀπό ἡμᾶς κατανοητόν, δέν πρέπει νά θραυσθῇ (Ἐξ. 12, 46), διαμοιραζόμενον καί κατανοούμενον κατά τρόπον ἐσφαλμένον (διότι θά παραλείψω νά εἴπω ὅτι καί ἀπό τόν Ἰησοῦν, συμφώνως πρός τήν ἱστορίαν, δέν ἐθραύσθη τίποτε (Ἰω. 19, 36), ἄν καί οἱ σταυρωταί ἤθελαν νά ἐπισπεύσουν τόν θάνατόν Του ἐξ αἰτίας τοῦ Σαββάτου), οὔτε νά ἀπορριφθῇ καί νά συρθῇ ἐδῶ καί ἐκεῖ διά νά μήν δοθοῦν τά ἅγια εἰς τούς σκύλους, εἰς τούς κακούς κατασπαρακτάς τοῦ Λόγου, ὅπως δέν πρέπει ἐπίσης νά δοθῇ εἰς τούς χοίρους ἡ λαμπρότης καί τό μαργαριτάρι τοῦ Λόγου (Ματθ. 7, 6), ἀλλά θά πρέπει νά καταναλωθῇ ἀπό τήν φωτιάν ἡ ὁποία κατακαίει καί τά ὁλοκαυτώματα, νά ἐκλεπτυνθῇ καί νά διατηρηθῇ ἀπό τό Πνεῦμα τό ὁποῖον ἐρευνᾷ καί γνωρίζει τά πάντα, καί νά μήν χαθῇ μέσα εἰς τά ὕδατα, οὔτε νά διασπαρῇ, ὅπως συνέβη μέ τήν κεφαλήν τοῦ μόσχου τήν ὁποίαν ἐσχεδίασεν ὁ Μωϋσῆς διά τόν Ἰσραηλιτικόν λαόν διά νά κατακρίνῃ τήν σκληρότητά του (Ἐξ. 32, 19 ἑ.).

17. Ἀξίζει δέ νά μήν παραβλέψωμεν οὔτε τόν τρόπον κατά τόν ὁποῖον ἐτρώγετο τό ἀρνί, ἐπειδή αὐτό δέν τό ἔκαμεν οὔτε ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται νά κρύβῃ τήν θεωρίαν (τό πνεῦμα) μέ τό γράμμα του. Διότι θά καταναλώσωμεν τό σφάγιον μέ ζῆλον καί θά φάγωμεν ἄζυμα μαζί μέ πικρά χόρτα καί θά σφίξωμεν μέ ζώνην τήν μέσην μας καί θά δέσωμεν τά ὑποδήματά μας καί θά κρατήσωμεν μπαστούνι (Ἐξ. 12, 8 ἑ) ὅπως οἱ γέροντες. Θά τά κάμωμεν δέ αὐτά μέ ζῆλον διά νά μήν πάθωμεν ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔπαθεν ὁ Λώτ, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθῆ τήν ἀπαγορευτικήν ἐντολήν. Ἄς μήν κυττάξωμεν γύρω καί ἄς μήν σταματήσωμεν εἰς ὅλα τά περίχωρα.

Ἄς φθάσωμεν εἰς τό ὄρος, διά νά μήν καταστραφῶμεν ἀπό τό παράδοξον πῦρ τό ὁποῖον κατέφαγε τά Σόδομα καί διά νά μήν γίνωμεν στήλη ἅλατος (Γεν. 19, 12 ἑ.) ἀπό τήν ἐπιστροφήν εἰς τά χειρότερα πράγματα, πρᾶγμα τό ὁποῖον προκαλεῖ ἡ ἀργοπορία. Ἄς τό φάγωμεν δέ μέ πικρά χόρτα (Ἐξ. 12, 8), ἐπειδή ἡ σύμφωνος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ζωή εἶναι δύσκολη καί ἀνηφορική, πρό παντός δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τήν ἀρχήν, καί ἀπέχει πάρα πολύ ἀπό τήν ἡδονήν. Διότι, ἄν καί εἶναι καλός ὁ νέος ζυγός καί τό φορτίον ἐλαφρόν (Ματθ. 11, 30), ὅπως ἀκούεις, τοῦτο συμβαίνει λόγῳ τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀνταμοιβῆς, ἡ ὁποία εἶναι πολύ πιό πλουσιοπάροχη ἀπό τήν κακοπάθησιν εἰς τήν γῆν, ἐπειδή, ἀλλοιῶς, ποῖος δέν θά ἔλεγε ὅτι τό Εὐαγγέλιον εἶναι πολύ πιό κοπιαστικόν καί δύσκολον; Διότι, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τήν διάπραξιν τῶν ἁμαρτημάτων, ἐμεῖς κατηγορούμεθα καί διά τά αἴτια τῶν ἁμαρτημάτων, ὡσάν νά τά εἴχαμεν σχεδόν διαπράξει.

Ὁ νόμος λέγει: «Μή μοιχεύσῃς» (Ἐξ. 20, 13), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά μήν ἀποκτήσῃς οὔτε ἐπιθυμίαν (Ματθ. 5, 28), διά νά μήν δώσῃς εὐκαιρίαν μέ τό περίεργον καί πονηρόν βλέμμα νά ἀνάψῃ τό πάθος. Ἐκεῖνος λέγει: «μή φονεύσεις» (Ἐξ. 20, 15), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν ὄχι μόνον νά μήν ἀνταποδώσῃς τό κτύπημα, ἀλλά καί νά ἀφήσῃς τόν ἑαυτόν σου εἰς τήν διάθεσιν ἐκείνου ὁ ὁποῖος σέ ἐκτύπησε (Ματθ. 5, 39). Πόσον πιό φιλοσοφημένα εἶναι αὐτά ἀπό ἐκεῖνα! Ὁ νόμος λέγει: «μή παραβῇς τόν ὅρκον σου» (Ἐξ. 20, 7), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά μήν ὁρκισθῇς καθόλου (Ματθ. 5, 34), οὔτε μικρόν οὔτε μεγαλύτερον ὅρκον, ἐπειδή ὁ ὅρκος γεννᾷ τήν ἐπιορκίαν. Ἐκεῖνος λέγει νά μήν προσαρτίσῃς ἄλλην οἰκίαν εἰς τήν οἰκίαν σου καί ἄλλον ἀγρόν εἰς τόν ἀγρόν σου (Ἠσ. 5, 8) καταπιέζων τόν πτωχόν, ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά ἀποχωρισθῇς μέ προθυμίαν καί ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπέκτησες δικαίως καί νά γυμνωθῇς πρός χάριν τῶν πτωχῶν, διά νά σηκώνῃς μέ εὐκολίαν τόν σταυρόν καί νά γίνῃς πλούσιος ἀπό ἀγαθά τά ὁποῖα δέν φαίνονται (Ματθ. 19, 21).

18. Ἡ μέση δέ εἰς τά ἄλογα μέν ἄς μένῃ χαλαρή καί χωρίς περίδεσιν (πρβλ. Ἐξ. 12, 11), ἐπειδή δέν διαθέτουν τήν λογικήν ἡ ὁποία χαλιναγωγεῖ τάς ἡδονάς (δέν θά ἰσχυρισθῶ ὅτι καί ἐκεῖνα γνωρίζουν περιορισμόν τῆς φυσικῆς των ὁρμῆς), ἐνῷ σύ πρέπει νά χαλιναγωγῇς μέ ζώνην καί μέ τήν σύνεσιν τάς ἐπιθυμίας καί τήν διάθεσιν διά χρεμέτισμα (Ἰερεμ. 5,8) (ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ἡ ὁποία διασύρει μέ τόν τρόπον αὐτόν τήν αἰσχρότητα τοῦ πάθους), διά νά τρώγῃς καθαρός τό Πάσχα, ἀφοῦ νεκρώσῃς τά γήϊνα μέλη σου (Κολ. 3,5) καί ἀφοῦ μιμηθῇς τήν ζώνην τοῦ Ἰωάννου (Ματθ. 3, 4) τοῦ ἐρημίτου, τοῦ Προδρόμου καί μεγάλου Κήρυκος τῆς ἀληθείας. Γνωρίζω καί ἄλλην ζώνην – ἐννοῶ τήν στρατιωτικήν καί ἀνδρικήν – ἀπό τήν ὁποίαν ὀνομάζονται ὡρισμένοι Σύροι εὔζωνοι ἤ μονόζωνοι (Δ’ Βασ. 5, 2), καί λόγῳ τῆς ὁποίας ὁ Θεός ἀπευθυνόμενος πρός τόν Ἰώβ λέγει: «δέσε μέ ζώνην ὡς ἄνδρας τήν μέσην σου καί δός μου ἀπάντησιν ἀνδρικήν» (Ἰώβ 38, 3).

Αὐτήν ὑπερηφανεύεται καί ὁ θεῖος Δαυίδ ὅτι ἔχει περιζωσθῇ ὡς δύναμιν ἐκ Θεοῦ (Ψαλμ. 17, 33) καί παρουσιάζει τόν Θεόν ὡς ἐνδεδυμένον καί περιζωσμένον μέ δύναμιν (Ψαλμ. 92, 1), ὡπλισμένον δηλαδή κατά τῶν ἀσεβῶν, ἐκτός ἄν προτιμᾷ κάποιος τήν δύναμιν, ἡ ὁποία τόν κυκλώνει καί σχηματίζει τρόπον τινά ζώνην, νά τήν παρομοιάζῃ μέ ἱμάτιον, ἐπειδή ὁ Θεός ἐνδύεται τό φῶς (Ψαλμ. 103, 2). Διότι ποῖος θά ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ δύναμις καί τό φῶς Του εἶναι ἄσχετα μεταξύ των; Ἀναζητῶ κάτι κοινόν μεταξύ τῆς μέσης τοῦ σώματος καί τῆς ἀληθείας; Πῶς πρέπει νά ἐννοήσωμεν ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγει ὁ ἅγιος Παῦλος: «σταθῆτε λοιπόν μέ θάρρος ἀφοῦ ζωσθῆτε εἰς τήν μέσην σας τήν ζώνην τῆς ἀληθείας» (Ἐφ. 6, 14); Μήπως τυχόν ἐπειδή τό πνευματικόν στοιχεῖον περισφίγγει τό ἐπιθυμητικόν καί δέν τό ἀφήνει νά παρασυρθῇ εἰς ἄλλα πράγματα; Διότι δέν θέλει, ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἀγαπᾷ κάτι, νά ἔχῃ τήν ἰδίαν δύναμιν καί πρός τάς ἄλλας ἡδονάς.

19. Τά ὑποδήματά του δέ, ἐκεῖνος μέν ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἐγγίσῃ τήν ἁγίαν καί θεοβάδιστον γῆν, ἄς τά λύῃ, ὅπως ἔκαμε καί ὁ Μωϋσῆς ἐκεῖνος ἐπάνω εἰς τό ὄρος (Ἐξ. 3, 5), διά νά μήν φέρῃ ἐπάνω του τίποτε τό νεκρόν, οὔτε τίποτε τό ὁποῖον νά παρεμβάλλεται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ὅπως ἐπίσης καί ἄν ἀποστέλλεται κάποιος μαθητής διά νά κηρύξῃ τό Εὐαγγέλιον, στέλλεται κατά τρόπον ἀσκητικόν καί ἁπλόν (Λουκ. 10, 3 ἑ. ). Ὀφείλει, ἐκτός ἀπό τό νά μήν ἔχῃ ἐπάνω του νομίσματα, οὔτε ράβδον καί ἐκτός ἀπό τό νά διαθέτῃ μόνον ἕνα χιτῶνα, νά κυκλοφορῇ ἀνυπόδητος, διά νά φανοῦν πόσον ὡραῖοι εἶναι οἱ πόδες ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κηρύττουν τήν εἰρήνην (Ἠσ. 52, 7), καί κάθε ἄλλο ἀγαθόν. Ἐκεῖνος δέ ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπό τήν Αἴγυπτον καί ἀπό τά σχετικά μέ τήν Αἴγυπτον, ἄς φορέσῃ ὑποδήματα (Ἐξ. 12, 11), διά νά εἶναι ἀσφαλής ἀπό τά ἄλλα πράγματα καί ἐπιπροσθέτως ἀπό τούς σκορπιούς καί τά φίδια, ἀπό τά ὁποῖα ἔχει ἀφθονίαν ἡ Αἴγυπτος, διά νά μήν βλάπτεται ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κεντοῦν τήν πτέρναν καί τούς ὁποίους ἔχομεν ἐντολήν νά συντρίβωμεν μέ τά πόδια μας (Λουκᾶ 10, 19). Διά τό μπαστούνι (Ἐξ. 12, 11) δέ καί διά τόν σχετικόν μέ αὐτό συμβολισμόν ἡ ἄποψίς μου εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Ἀπό τήν μίαν πλευράν τό θεωρῶ σάν ὑποστήριγμα καί ἀπό τήν ἄλλην ὡς καθοδηγητικόν καί διδασκαλικόν, τό ὁποῖον ἐπαναφέρει εἰς τήν ὀρθήν πίστιν τά λογικά πρόβατα. Ἀλλά διά σέ τώρα παραγγέλλει ὁ νόμος ἐκεῖνο τό ὁποῖον χρησιμοποιεῖται σάν ὑποστήριγμα, διά νά μήν γονατίσῃ κάπου ὁ λογισμός σου ἀκούων δι᾽ αἷμα καί πάθος καί θάνατον Θεοῦ, καί διά νά μήν περιπέσῃς τυχόν εἰς ἀθεΐαν ἀπό τήν πρόθεσιν σου νά ὑπερασπισθῇς τάχα τόν Θεόν.

Ἀλλά χωρίς ἐντροπήν καί χωρίς ἐνδοιασμούς φάγε τό Σῶμα καί πίε τό Αἷμα, ἐάν ἐπιθυμῇς νά ζήσῃς, χωρίς νά ἀπιστῇς εἰς τούς λόγους τούς σχετικούς μέ τήν σάρκα, καί χωρίς νά σέ ἐνοχλοῦν οἱ λόγοι οἱ σχετικοί μέ τό πάθος. Νά στέκεσαι γερά στηριγμένος, σταθερός καί ἀκλόνητος, χωρίς νά ἠμπορῇ νά σέ μετακινήσῃ κανείς ἀπό τούς ἀντιπάλους, καί χωρίς νά παρασύρεσαι ἀπό λόγους οἱ ὁποῖοι φαίνονται πειστικοί. Σταμάτησε εἰς τό ὕψος σου, στῆσε τά πόδια σου εἰς τάς αὐλάς τῆς Ἰερουσαλήμ (Ψαλμ. 121, 2) καί στηρίξου εἰς τήν πέτραν, διά νά μήν ἠμπορῇ νά κλονισθῇ ἡ πορεία σου πρός τόν Θεόν.

20. Τί λέγεις; Ἔτσι τυχαίως ἐθεωρήθη καλόν νά ἐξέλθῃς ἀπό τήν Αἴγυπτον, ἀπό τό σιδερένιο αὐτό καμίνι (Δευτ. 4, 20), νά ἐγκαταλείψῃς τήν πολυθεΐαν ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε ἐκεῖ, νά ὁδηγηθῇς ἀπό τόν Μωϋσῆ καί ἀπό τήν νομοθεσίαν καί τήν στρατηγικήν του καθοδήγησιν; Θά σοῦ παρουσιάσω μίαν ἑρμηνείαν ὄχι ἰδικήν μου, ἤ καλύτερα, πολύ ἰδικήν μου, ἄν ἐξετάσῃς τό θέμα πνευματικῶς. Δανείσου ἀπό τούς Αἰγυπτίους σκεύη χρυσᾶ καί ἀσημένια (Ἐξ. 11, 2), καί πάρε τα μαζί σου εἰς τήν πορείαν. Πάρε ὡς ἐφόδια τά ξένα πράγματα, ἤ καλύτερα, τά ἰδικά σου, ἐπειδή σοῦ ὀφείλεται μισθός διά τήν ἐργασίαν καί τήν κατασκευήν τῶν πλίνθων. Χρησιμοποίησε τέχνασμα διά νά ἱκανοποιήσῃς τήν ἀπαίτησίν σου καί ἀφαίρεσέ τα, ὅπως εἶναι δίκαιον. Ἔστω, ἔχεις ταλαιπωρηθῆ ἐδῶ, ἀγωνιζόμενος μέ τόν πηλόν, τό πονηρόν αὐτό καί ἀκάθαρτον σῶμα, καί οἰκοδομῶν πόλεις ξένας καί ἐπισφαλεῖς, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις θά ἐξαφανισθῇ μέ κρότον. Τί λοιπόν; Φεύγεις ἀφοῦ ἐδούλεψες δωρεάν καί χωρίς νά πάρῃς μισθόν;

Τί λοιπόν; θά ἀφήσῃς εἰς τούς Αἰγυπτίους καί εἰς τάς ἀντιπάλους δυνάμεις ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπέκτησαν ἄδικα καί τά ὁποῖα θά καταναλώσουν κατά τρόπον ἀκόμη χειρότερον; Δέν εἶναι ἰδικά των. Τά ἔκλεψαν καί τά ἅρπαξαν ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶπεν: «ἰδικόν μου εἶναι τό ἀσῆμι καί ἰδικόν μου εἶναι τό χρυσάφι» (Ἀγγ. 2, 8) καί θά τό δώσω εἰς ὅποιον θέλω (Δαν. 4, 17). Χθές ἀνῆκεν εἰς ἐκείνους, ἐπειδή αὐτός τό εἶχεν ἐπιτρέψει. Σήμερα τό φέρει ὁ Κύριος καί τό δίνει εἰς σέ, ὁ ὁποῖος θά τό χρησιμοποιήσῃς σωστά διά νά σωθῇς. Ἄς ἀποκτήσωμεν φίλους ἀπό τά ἄδικα πλούτη μας, διά νά μᾶς ἀνταποδώσουν τάς εὐεργεσίας μας ὅταν ἀποθάνωμεν, κατά τήν μέλλουσαν κρίσιν (Λουκ. 16, 9).

21. Ἐάν μέν εἶσαι κάποιος ὅμοιος μέ τήν Ραχήλ ἤ τήν Λείαν, ψυχή δηλαδή ὁμοία μέ ἐκείνας τῶν προπατόρων τῆς Παλ. Διαθήκης καί μεγάλη, κλέψε καί τά εἴδωλα τά ὁποῖα θά εὕρῃς ἀπό τόν πατέρα σου, ὄχι διά νά τά διαφυλάξῃς, ἀλλά διά νά τά καταστρέψῃς (Γεν. 31, 19). Ἐάν δέ εἶσαι σοφός Ἰσραηλίτης, μετάφερέ τα εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, διά νά στενοχωρηθῇ δι᾽ αὐτά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σέ καταδιώκει καί νά σκεφθῇ καί νά κατανοήσῃ ὅτι ἄδικα κατεδυνάστευε καί μετεχειρίζετο ὡς δούλους ἀνθρώπους καλυτέρους ἀπ᾽ αὐτόν. Ἄν πράξῃς κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον καί φύγῃς ἔτσι ἀπό τήν Αἴγυπτον, γνωρίζω καλά ὅτι θά σέ ὁδηγήσῃ στήλη ἀπό φωτιάν καί ἀπό σύννεφον κατά τήν νύκτα καί κατά τήν ἡμέραν (Ἐξ. 13, 21 ἑ.), ἡ ἔρημος θά ἡμερώσῃ, ἡ θάλασσα θά χωρισθῇ πρός χάριν σου, ὁ Φαραώ θά πνιγῇ μέσα εἰς αὐτήν, ὁ ἄρτος θά πέσῃ ὡς βροχή ἀπό τόν οὐρανόν, ὁ βράχος θά ἀναβλύσῃ νερό, οἱ Ἀμαληκῖται θά κατανικηθοῦν (ὄχι μέ ὅπλα μόνον ἀλλά καί μέ τάς ἐχθρικάς διά τούς ἀντιπάλους χεῖρας τῶν δικαίων, αἱ ὁποῖαι συμβολίζουν ταυτοχρόνως δέησιν καί τό ἀνίκητον τρόπαιον τοῦ Σταυροῦ), ὁ ποταμός θά ἀνακόψῃ τόν ροῦν του (Ἰησ. Ναυῆ 3, 15), ὁ ἥλιος θά σταματήσῃ, ἡ σελήνη θά ἀναχαιτισθῇ (Ἰησ. Ναυῆ 10, 12), τά τείχη θά κατακρημνισθοῦν χωρίς τήν χρῆσιν κανενός πολεμικοῦ μηχανήματος, πλήθη (ἀγγέλων) θά τρέξουν μπροστά διά νά ἀνοίξουν δρόμον εἰς τούς Ἰσραηλίτας καί νά ἐμποδίσουν τούς ἀλλοφύλους, καί θά σοῦ δοθοῦν καί ὅλα τά ἄλλα, τά ὁποῖα ἀναφέρει ἡ Γραφή ὅτι συνέβησαν μαζί καί μετά ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν μακρύνω ἀκόμη περισσότερον τόν λόγον. Τέτοιαν ἑορτήν ἑορτάζεις σήμερα.

Μέ τέτοια πράγματα σέ φιλοδωρεῖ ἡ γέννησις Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη πρός χάριν σου καί ὁ ἐπιτάφιος Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔπαθεν. Τέτοιο εἶναι διά σέ τό μυστήριον τοῦ Πάσχα. Αὐτά ἐσκιαγράφησεν ὁ νόμος καί τά ὡλοκλήρωσεν ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος κατέλυσε τό γράμμα καί ὡλοκλήρωσε τό πνεῦμα, καί ὁ Ὁποῖος, ἐνῷ μέ ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔπαθεν ἐδίδαξε τό πάθος, μέ ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα ἐδοξάσθη μᾶς χαρίζει τήν δυνατότητα νά δοξασθῶμεν μαζί Του.

22. Ἠμποροῦμεν λοιπόν νά ἐξετάσωμεν τό πρᾶγμα καί τό δόγμα, τό ὁποῖον ἀπό τούς περισσοτέρους μέν παραβλέπεται, ἀλλά ἀπό ἐμέ ἐξετάζεται ἐκτενέστατα. Διότι, εἰς ποῖον ἐδόθη τό αἷμα τό ὁποῖον ἐχύθη πρός χάριν μας καί διά ποῖον πρᾶγμα ἐχύθη τό μεγάλο καί περιβόητον Αἷμα τοῦ Θεοῦ καί ἀρχιερέως καί θύματος ταυτοχρόνως; Διότι εὑρισκόμεθα μέν ὑπό τήν ἐξουσίαν τοῦ πονηροῦ εἰς τόν ὁποῖον εἴχαμεν πωληθῆ ἀπό τήν ἁμαρτίαν μέ ἀντίτιμον τήν ἀπόλαυσιν τῆς κακίας. Ἐάν δέ τό λύτρον δέν ἀνήκει εἰς κανένα ἄλλον παρά εἰς τόν κάτοχον τοῦ δούλου, ἐρωτῶ νά μάθω εἰς ποῖον προσεφέρθη τοῦτο καί διά ποῖον λόγον. Ἐάν μέν προσεφέρθη εἰς τόν πονηρόν, μακρυά ἀπό ἐμέ τέτοια βλασφημία! (ἐάν ὄχι μόνον ἀπό τόν Θεόν, ἀλλά καί τόν ἴδιον τόν Θεόν παίρνῃ ὡς λύτρον ὁ ληστής, καί παίρνῃ τόσον ὑψηλόν μισθόν διά τήν δουλείαν τῶν ἀνθρώπων τό θέλημά του, γεγονός διά τό ὁποῖον θά ἦτο δίκαιον νά λυπηθῇ καί νά ἀφήσῃ ἐλευθέρους καί ἡμᾶς). Ἐάν δέ εἰς τόν Πατέρα, κατ᾽ ἀρχήν πῶς ἔγινεν αὐτό; Διότι δέν ἐκρατούμεθα αἰχμάλωτοι ἀπό ἐκεῖνον.

Κατά δεύτερον δέ λόγον, διατί τάχα θά εὐχαριστοῦσε τό Αἷμα τοῦ Μονογενοῦς τόν Πατέρα, ὁ Ὁποῖος δέν ἐδέχθη οὔτε τόν Ἰσαάκ, ὅταν τοῦ εἶχε προσφερθῆ ὡς θυσία ἀπό τόν Πατέρα του, ἀλλά ἄλλαξε τήν θυσίαν καί ἐτοποθέτησε κριάρι εἰς τήν θέσιν τοῦ λογικοῦ θύματος (Γεν. 22, 13); Εἶναι ἑπομένως φανερόν ὅτι τό λαμβάνει μέν ὁ Πατήρ, ἀλλά διά νά ἐκπληρωθῇ τό σχέδιον τῆς σωτηρίας καί ἐπειδή ἔπρεπε νά ἁγιασθῇ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Θεοῦ, διά νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ κατενίκησε μέ τήν βίαν τόν τύραννον, καί διά νά μᾶς ἐπαναφέρῃ κοντά Του μέ τήν μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔδωσε τό Αἷμα Του διά νά μᾶς σώσῃ πρός τιμήν τοῦ Πατρός, εἰς τόν Ὁποῖον φαίνεται ὅτι παραχωρεῖ τά πάντα.

Αὐτά μέν λοιπόν τά σχετικά μέ τόν Χριστόν καθώς καί ὅλα τά ἄλλα ἄς τά τιμῶμεν μέ σιωπήν. Ὁ δέ χάλκινος ὄφις κρεμᾶται μέν ἐναντίον τῶν ὄφεων οἱ ὁποῖοι δαγκώνουν, ἀλλά σάν ἀντίθετος εἰκών καί ὄχι σάν εἰκών Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔπαθε πρός χάριν μας, διότι ὁ ὄφις σώζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τόν βλέπουν, ὄχι ἐπειδή τυχόν πιστεύουν ὅτι εἶναι ζωντανός, ἀλλά ἐπειδή εἶναι νεκρός καί νεκρώνει μαζί του τάς δυνάμεις αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπό τήν ἐξουσίαν του, ἀφοῦ ἔχει καταργηθῆ καί ὁ ἴδιος, ὅπως τοῦ ἄξιζε (πρβλ. Ἀριθμ. 21, 8-9). Ποῖον λοιπόν ἐπιτάφιον λόγον ἁρμόζει νά τοῦ ἀπαγγείλωμεν; «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Ὀσ. 13, 14, Κορ. 15, 55). Ἔχεις πληγωθῆ ἀπό τόν Σταυρόν καί ἔχεις θανατωθῆ ἀπό Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δίδει ζωήν. Εἶσαι χωρίς πνοήν, νεκρός, ἀκίνητος, χωρίς ἐνέργειαν, ἔστω καί ἄν διατηρῇς τήν μορφήν τοῦ ὄφεως, καθώς ἔχεις τοποθετηθῆ ὑψηλά διά νά στιγματισθῇς.

23. Θά γίνωμεν δέ μέτοχοι τοῦ Πάσχα, τώρα μέν τυπικά ἀκόμη καί, ἄν αὐτό εἶναι τό παλαιόν, ἀκόμη πιό ἀνεπίσημα (διότι τό Πάσχα τοῦ νόμου, τολμῶ νά τό εἴπω, ἦτο ἀκόμη πιό ἀμυδρός τύπος τοῦ τύπου), ὕστερα δέ ἀπό λίγο πολύ τελειότερα καί καθαρώτερα, ὅταν θά τό πίνῃ μαζί μας νέον ὁ Λόγος εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Πατρός (Ματθ. 26, 29) καί θά μᾶς ἀποκαλύπτῃ καί θά μᾶς διδάσκῃ ἐκεῖνα τά ὁποῖα μᾶς ἔχει δείξει τώρα ὄχι τόσον καθαρά. Διότι εἶναι πάντοτε νέον ἐκεῖνο τό ὁποῖον γνωρίζομεν τώρα. Ποία δέ εἶναι ἡ πόσις καί ἡ ἀπόλαυσις, ἐμεῖς μέν πρέπει νά τό μάθωμεν, Ἐκεῖνος δέ νά τό διδάξῃ καί νά ἀνακοινώσῃ εἰς τούς μαθητάς Του τόν λόγον. Διότι ἡ διδασκαλία εἶναι τροφή καί δι᾽ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τρέφει.

Ἀλλά ἐμπρός ἄς γίνωμεν καί ἡμεῖς μέτοχοι τοῦ νόμου, κατά τρόπον ὅμως πνευματικόν καί ὄχι κατά γράμμα, κατά τρόπον τέλειον καί ὄχι ἀτελῆ, αἰωνίως καί ὄχι προσωρινῶς. Ἄς κάμωμεν πρωτεύουσάν μας ὄχι τήν κάτω Ἰερουσαλήμ, ἀλλά τήν οὐράνιον μητρόπολιν.Ὄχι ἐκείνην ἡ ὁποία καταπατεῖται τώρα ἀπό στρατεύματα, ἀλλά ἐκείνη ἡ ὁποία δοξάζεται ἀπό τούς Ἀγγέλους. Ἄς θυσιάσωμεν ὄχι νοερά μοσχάρια, οὔτε ἀρνία «τά ὁποῖα ἔχουν κέρατα καί νύχια» (Ψαλμ. 68, 32), τό μεγαλύτερον μέρος τῶν ὁποίων εἶναι νεκρόν καί δέν αἰσθάνεται τίποτε, ἀλλά «ἄς προσφέρωμεν εἰς τόν Θεόν εὐχαριστήριον θυσίαν» (Ψαλμ. 49, 14) εἰς τό οὐράνιον θυσιαστήριον μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων.

Ἄς διασχίσωμεν τό πρῶτον χώρισμα (τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου), ἄς προχωρήσωμεν εἰς τό δεύτερον καί ἄς πλησιάσωμεν μέ σεβασμόν εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Θά εἴπω τό μεγαλύτερον, ἄς προσφέρωμεν τούς ἑαυτούς μας θυσίαν εἰς τόν Θεόν, ἤ καλύτερα, ἄς Τοῦ προσφέρωμεν θυσίαν κάθε ἡμέραν καί μέ κάθε κίνησίν μας. Ἄς δεχώμεθα τά πάντα χάριν τοῦ Λόγου, ἄς μιμούμεθα μέ τά πάθη μας τό πάθος Του, ἄς τιμῶμεν τό αἷμά Του μέ τό αἷμά μας καί ἄς ἀνερχώμεθα μέ προθυμίαν εἰς τόν σταυρόν. Τά καρφιά εἶναι γλυκά, ἔστω καί ἄν προκαλοῦν φοβερούς πόνους. Διότι τό νά ὑποφέρῃ κανείς μαζί μέ τόν Χριστόν καί χάριν τοῦ Χριστοῦ εἶναι προτιμώτερον ἀπό τό νά ζῇ ζωήν ἀπολαύσεων κοντά σέ ἄλλους.

24. Ἄν εἶσαι Σίμων Κυρηναῖος (Λουκ. 23, 26), σήκωσε τόν Σταυρόν καί ἀκολούθησέ Τον. Ἄν σταυρωθῇς μαζί Του ὡς ληστής (Λουκ. 23, 40 ἑ.), δεῖξε καλήν προαίρεσιν καί γνώρισε τόν Θεόν. Ἐάν Ἐκεῖνος ἐτοποθετήθη μεταξύ τῶν παρανόμων ἐξ αἰτίας σου καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας σου, σύ νά γίνῃς πρός χάριν Του πιστός εἰς τόν νόμον Του.

Προσκύνησε Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὑψώθη πρός χάριν σου εἰς τόν Σταυρόν, ἀκόμη καί ἄν ἔχῃς ὑψωθῆ καί σύ. Κέρδισε κάτι καί ἀπό τήν κακίαν. Ἐξαγόρασε μέ τόν θάνατον τήν σωτηρίαν. Εἴσελθε εἰς τόν Παράδεισον μαζί μέ τόν Ἰησοῦν, διά νά μάθῃς ἀπό ποῖα ἀγαθά ἔχεις ἀπομακρυνθῆ. Παρατήρησε τά κάλλη τά ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκεῖ. Τόν ληστήν ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται καί ὑβρίζει, ἄφησέ τον νά ἀποθάνῃ ἔξω μαζί μέ τήν βλασφημίαν του. Καί ἄν εἶσαι ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας (Λουκ. 23, 50), ζήτησε τό Σῶμα ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τόν σταυρώνει. Ἄς γίνῃ ἰδικόν σου τό Σῶμα ἐκεῖνο τό ὁποῖον καθαρίζει τόν κόσμον. Καί ἄν εἶσαι ὁ Νικόδημος, ὁ θεοσεβής ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος Τόν ἐπεσκέφθη τήν νύκτα (Ἰω. 19, 39), ἐνταφίασέ Τον μέ μύρα. Καί ἄν εἶσαι κάποια Μαρία, ἤ ἡ ἄλλη Μαρία, ἤ ἡ Σαλώμη, ἤ ἡ Ἰωάννα, πήγαινε πρωί-πρωί νά Τόν θρηνήσῃς (Μάρκ. 16,1). Δές πρώτη κυλισμένον τόν λίθον, ἐνδεχομένως καί τούς ἀγγέλους καί τόν ἴδιον τόν Ἰησοῦν. Πές Του κάτι καί ἄκουσε τήν φωνήν Του. Ἄν ἀκούσῃς «μή μέ ἐγγίζῃς» (Ἰω. 20, 17), σταμάτησε μακρυά, δεῖξε σεβασμόν πρός τόν Λόγον, ἀλλά μή λυπηθῇς. Διότι γνωρίζει εἰς ποίους θά ἐμφανισθῇ πρῶτα.

Βοήθησε τήν Εὔαν, ἡ ὁποία ἔπεσε πρώτη, νά χαιρετήσῃ καί πρώτη τόν Χριστόν καί νά τό ἀνακοινώσῃ εἰς τούς μαθητάς (Ἰω. 20, 14 καί 18). Γίνε Πέτρος ἤ Ἰωάννης καί σπεῦσε εἰς τόν τάφον, τρέχων μαζί ἤ προπορευόμενος (Ἰω. 20, 4) καί συναγωνιζόμενος εἰς τόν καλόν συναγωνισμόν. Καί ἄν σέ προλάβῃ εἰς τήν ταχύτητα, νίκησέ τον μέ τήν συστηματικότητά σου καί μήν ἀρκεσθῇς μόνον νά πλησιάσῃς τό μνημεῖον, ἀλλά νά εἰσέλθῃς καί μέσα (Ἰω. 20, 5-6). Καί ἄν λείψῃς, ὅπως ὁ Θωμᾶς, ἀπό τήν συγκέντρωσιν τῶν μαθητῶν εἰς τούς ὁποίους ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς, ὅταν Τόν ἴδῃς, ἄς μήν ἀπιστήσῃς (Ἰω. 20, 24 ἑ.). Καί ἄν ἀπιστήσῃς, πίστευσε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σοῦ τό λέγουν. Ἐάν δέ δέν τούς πιστεύσῃς οὔτε αὐτούς, ἄς πεισθῇς ἀπό τά σημάδια τῶν καρφιῶν. Ἄν κατεβαίνῃ εἰς τόν Ἅδην, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε καί τά ἐκεῖ μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, ποῖον εἶναι τό σωτηριῶδες σχέδιον τῆς διπλῆς καταβάσεως καί ποῖος ὁ λόγος της: Σώζει μέ τήν ἐμφάνισίν Του ἐκεῖ τούς πάντας, ἤ καί ἐκεῖ σώζει μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Τόν πιστεύουν;

25. Καί ἄν ἀνεβαίνῃ εἰς τούς οὐρανούς, ἀνέβα μαζί Του. Ἐντάξου εἰς τούς ἀγγέλους οἱ ὁποῖοι Τόν προπέμπουν ἤ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Τόν ὑποδέχονται. Πρόσταξε νά σηκωθοῦν αἱ πύλαι καί νά γίνουν ὑψηλότεραι (Ψαλμ. 23, 7), διά νά ὑποδεχθοῦν πιό μεγαλόπρεπα Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει ἀπό τό πάθος. Ἀπάντησε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποροῦν διά τό σῶμα καί τά σύμβολα τοῦ Πάθους, μέ τά ὁποῖα ἀνέρχεται, ἐνῷ δέν τά εἶχε μαζί Του ὅταν εἶχε κατέβει, καί οἱ ὁποῖοι διά τόν λόγον αὐτόν ἐρωτοῦν νά μάθουν «ποῖος εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης;», ὅτι εἶναι «Κύριος κραταιός καί δυνατός» (Ψαλμ. 23, 7-8) μέ ὅλα ὅσα ἀνέκαθεν ἔχει κάνει καί μέ ὅσα κάνει καί μέ τόν τωρινόν πόλεμον καί τήν περίλαμπρον νίκην Του πρός χάριν τῆς ἀνθρωπότητος, καί δῶσε εἰς τήν διπλῆν ἐρώτησιν διπλῆν τήν ἀπάντησιν. Καί ἄν ἀποροῦν λέγοντες, συμφώνως πρός τήν δραματικήν προφητείαν τοῦ Ἠσαΐου, «ποῖος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ἔχει ἔλθει ἀπό τήν Ἐδώμ (Ἠσ. 63, 1) καί ἀπό τά γήϊνα πράγματα;», ἤ «διατί εἶναι κόκκινα τά ἐνδύματα ἐκείνου ὁ ὁποῖος δέν ἔχει οὔτε αἷμα οὔτε σῶμα, ὡσάν νά ἔχῃ ἔλθει ἀπό πατητῆρι καί νά ἔχῃ πατήσει ὁλόκληρον πατητῆρι γεμᾶτον ἀπό σταφύλια;»(Ἠσ. 63, 2),νά τούς ἐκθειάσῃς τήν ὡραιότητα τῆς στολῆς τοῦ σώματος τό ὁποῖον ἔχει πάθη καί τό ὁποῖον ἔχει καλλωπισθῆ ἀπό τό Πάθος καί ἔχει ἀποκτήσει ἀπό τήν Θεότητα τήν λαμπρότητα ἐκείνην ἀπό τήν ὁποίαν δέν ὑπάρχει τίποτε πιό ἐπιθυμητόν καί πιό ὡραῖον.

26. Τί θά μᾶς εἴπουν δι᾽ αὐτά οἱ συκοφάνται, οἱ πικρόχολοι ἐλεγκταί τῆς Θεότητος, οἱ κατήγοροι ἐκείνων τά ὁποία ἐπαινοῦνται, οἱ σκοτεινοί ἐν σχέσει πρός τό φῶς, οἱ ἀστοιχείωτοι ἐν σχέσει πρός τήν σοφίαν, ἐκεῖνοι χάριν τῶν ὁποίων ἀπέθανεν ὁ Χριστός χωρίς νά ζητήσῃ ἀντάλλαγμα, τά ἀχάριστα δημιουργήματα, τά πλάσματα τοῦ πονηροῦ; Κατηγορεῖς τόν Θεόν διά τήν εὐεργεσίαν Του; Διά τοῦτο εἶναι μικρός, ἐπειδή ἐταπεινώθη πρός χάριν σου; Ἐπειδή ὁ καλός Ποιμήν, ὁ Ὁποῖος δίνει καί τήν ψυχήν Του διά τά πρόβατα (Ἰω. 10, 11), ἦλθε πρός τό πρόβατον τό ὁποῖον εἶχε χαθῆ (βλ. Λουκ. 15, 4-10), ἐπάνω εἰς τούς λόφους καί τά βουνά εἰς τά ὁποῖα ἐθυσίαζες (πρβλ. Ὠσ. 4, 13), καί ἀφοῦ τό εὗρε τό ἐσήκωσεν ἐπάνω εἰς τούς ὤμους Του, ἐπάνω εἰς τούς ὁποίους ἐσήκωσε καί τόν Σταυρόν, καί τό ἐπανέφερεν εἰς τήν οὐρανίαν ζωήν καί ἀφοῦ τό ἀνύψωσεν ἐκεῖ τό ἔβαλεν εἰς τήν ἰδίαν θέσιν μέ ἐκεῖνα τά ὁποῖα εἶχαν μείνει ἐκεῖ;

Τόν κατηγορεῖς ἐπειδή ἤναψε λύχνον, τήν ἰδίαν τήν σάρκα Του, καί ἐσκούπισε τήν οἰκίαν (καθαρίζων τόν κόσμον ἀπό τήν ἁμαρτίαν) καί ἀνεζήτησε τήν δραχμήν, τήν εἰκόνα δηλαδή τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία εἶχε καταχωνιασθῆ ἀπό τά πάθη, καί ἐπειδή συγκεντρώνει διά τήν εὕρεσιν τῆς δραχμῆς τάς φιλικάς πρός Αὐτόν δυνάμεις, τάς ὁποίας εἶχε μυήσει καί εἰς τό μυστήριον τῆς σωτηρίας, καί τάς κάνει μετόχους εἰς τήν χαράν Του; Τόν κατηγορεῖς ἐπειδή τόν λύχνον, ὀ ὁποῖος ἑτοιμάζει τόν δρόμον, καί ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζει εἰς τόν Κύριον λαόν ἐκλεκτόν καί καθαρίζει καί προετοιμάζει διά τό Πνεῦμα μέ τό ὕδωρ, τόν ἀκολουθεῖ τό ὑπέρλαμπρον Φῶς, τήν φωνήν τήν ἀκολουθεῖ ὁ Λόγος καί τόν ὁδηγόν τοῦ νυμφίου ὁ Νυμφίος; Δι᾽ αὐτό κατηγορεῖς τόν Θεόν; Δι᾽ αὐτά Τόν θεωρεῖς κατώτερον, ἐπειδή βάζει εἰς τήν μέσην Του τήν ποδιάν καί πλύνει τά πόδια τῶν μαθητῶν Του (Ἰω. 13, 4) καί δείχνει τόν καλύτερον τρόπον νά ὑψωθῇ κανείς, δηλαδή τήν ταπείνωσιν; Ἐπειδή ταπεινώνεται χάριν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἔχει κυρτώσει πρός τά κάτω διά νά ἀνυψώσῃ μαζί του ἐκεῖνο τό ὁποῖον κλίνει πρός τά κάτω ἀπό τήν ἁμαρτίαν; Πῶς δέ δέν τόν κατηγορεῖς διά τό ὅτι γευματίζει μαζί μέ τούς τελώνας (Λουκᾶ 5, 27 ἑ.) καί εἰς τάς οἰκίας τελωνῶν, καί ὅτι κάνει μαθητάς Του τελώνας διά νά κερδίσῃ καί Αὐτός κάτι; Τί δηλαδή; Τήν σωτηρίαν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὡσάν νά ἠμποροῦσε κανείς νά κατηγορήσῃ τόν ἰατρόν, ὅτι σκύβει μέ κατανόησιν ἐπάνω εἰς τάς πληγάς καί ἀνέχεται τήν δυσωδίαν, διά νά δώσῃ τήν ὑγείαν εἰς τούς ἀσθενεῖς, ἤ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος σκύβει ἀπό εὐσπλαγχνίαν ἐπάνω ἀπό τόν βόθρον διά νά βγάλῃ ἀπό ἐκεῖ τό ζῶον τό ὁποῖον ἔχει πέσει μέσα (πρβλ. Δευτερον. 22, 4, Ματθ. 12, 11), ὅπως λέγει ὁ νόμος.

27. Ἀπεστάλη μέν, ἀλλά ὡς ἄνθρωπος (ἐπειδή ἦτο διπλοῦς τήν φύσιν), ἐπειδή καί ἔνιωσε κούρασιν καί ἐπείνασε καί ἐδίψασε καί ἐδάκρυσε κατά τούς φυσικούς νόμους. Ἐάν δέ ἐστάλη καί ὡς Θεός, τί σέ ἐνοχλεῖ αὐτό; Τήν θέλησιν τοῦ Πατρός, ἀπό τόν Ὁποῖον προέρχεται, καί τόν Ὁποῖον τιμᾷ ὡς ἀρχήν ἄχρονον, νά τήν θεωρῇς ὡς ἀποστολήν, καί νά μή πιστεύῃς ὅτι εἶναι κάτι τό ἀταίριαστον διά τόν Θεόν. Ἐπειδή λέγεται καί ὅτι ἔχει παραδοθῆ, ἀλλά ἔχει γραφῆ ἐπίσης ὅτι ἔχει παραδώσει τόν Ἑαυτόν του. Καί ὅτι ἔχει ἀναστηθῆ ἀπό τόν Πατέρα καί ἔχει ἀναληφθῆ, ἀλλά καί ὅτι ἔχει ἀναστήσει τόν Ἑαυτόν του καί ὅτι θά ἔλθῃ πάλιν. Ἐκεῖνα προέρχονται ἀπό τήν θέλησιν τοῦ Πατρός, αὐτά ἀπό τήν δύναμίν του. Σύ δέ τά μέν πρῶτα τά θεωρεῖς μειωτικά, τά δέ ἄλλα, τά ὁποῖα ἐξυψώνουν, τά παραβλέπεις. Καί τό ὅτι μέν ἔπαθε, τό ὑπολογίζεις. Τό ὅτι δέ ἔπαθε μέ τήν θέλησίν Του, δέν τό ἀναφέρεις.

Τί παθαίνει ἀκόμη καί τώρα ὁ Λόγος! Ἀπό ἄλλους μέν τιμᾶται ὡς Θεός καί ταυτίζεται μέ αὐτόν, ἀπό ἄλλους δέ περιφρονεῖται, ἐπειδή εἶναι ἄνθρωπος, καί χωρίζεται ἀπό τόν Θεόν. Ἐναντίον ποίων νά ὀργισθῇ περισσότερον; Ἤ, καλύτερα, ποίους νά συγχωρήσῃ; Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἑνώνουν λανθασμένα, ἤ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χωρίζουν; Διότι καί ἐκεῖνοι ἔπρεπε νά διαχωρίζουν καί τοῦτοι νά ἑνώνουν. οἱ μέν μέ τόν ἀριθμόν, οἱ δέ μέ τήν Θεότητα. Ἐμποδίζεσαι ἀπό τήν σάρκα; Αὐτό κάνουν καί οἱ Ἰουδαῖοι. Μήπως τυχόν Τόν ὀνομάζεις καί Σαμαρείτην; Τήν συνέχειαν ὅμως δέν θά τήν ἀναφέρω (πρβλ. Ἰω. 8, 48).

Δέν πιστεύεις εἰς τήν Θεότητα; Αὐτό δέν συμβαίνει οὔτε μέ τούς δαίμονας. Δύστυχε, πόσον πιό ἄπιστος εἶσαι ἀκόμη καί ἀπό τούς δαίμονας, καί πόσον πιό ἀχάριστος ἀπό τούς Ἰουδαίους! Ἐκεῖνοι τήν ὀνομασίαν τοῦ Υἱοῦ τήν ἐθεώρησαν ὡς ἔκφρασιν ἰσοτιμίας (πρβλ. Ἰω. 8, 19), διότι δέν ἐγνώριζαν ἀκόμη τόν Θεόν ὁ ὁποῖος τόν εἶχε στείλει. Διότι ἐπίστευαν μόνον ἀφοῦ ἐπάθαιναν. Σύ δέ δέν δέχεσαι οὔτε τήν ἰσότητα, οὔτε καί ἀναγνωρίζεις τήν Θεότητα. Θά ἦταν καλύτερα διά σέ νά εἶσαι περιτετμημένος καί νά εὑρίσκεσαι ὑπό τήν ἐπήρειαν τοῦ δαίμονος, διά νά ἐκφρασθῶ κατά τρόπον ἀστεῖον, παρά νά κατέχεσαι ἀπό πονηρίαν καί ἀθεΐαν, ἐνῷ εἶσαι ὑγιής καί ἀπερίτμητος. Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ πόλεμος ἐναντίον τούτων ἤ ἄς σταματήσῃ, ἐάν βεβαίως θά ἤθελαν νά συνετισθοῦν ἔστω καί τήν τελευταίαν στιγμήν, ἤ ἄς ἀναβληθῇ, ἐάν δέν θέλουν νά συνετισθοῦν καί παραμένουν ὅπως ἔχουν. Πάντως ἐμεῖς δέν θά φοβηθοῦμεν τίποτε ἐνῷ θά ἀγωνιζώμεθα διά τήν Τριάδα, μέ σύμμαχόν μας τήν ἰδίαν τήν Τριάδα.

28. Τώρα δέ εἴμεθα πλέον ἀναγκασμένοι νά ἀνακεφαλαιώσωμεν ὡς ἑξῆς τόν λόγον. Ἔχομεν δημιουργηθῆ διά νά εὐεργετηθοῦμεν. Ἔχομεν εὐεργετηθῆ ἐπειδή ἔχομεν δημιουργηθῆ. Μᾶς παρεδόθη ὁ Παράδεισος διά νά εὐτυχήσωμεν. Ἐλάβαμεν τήν ἐντολήν, διά νά δοξασθῶμεν ἀφοῦ τήν φυλάξωμεν, ὄχι ἐπειδή τυχόν ἀγνοοῦσε ὁ Θεός ἐκεῖνο τόν ὁποῖον θά ἐγίνετο, ἀλλά ἐπειδή ἤθελε νά μᾶς παραχωρήσῃ τό αὐτεξούσιον. Ἔχομεν ἐξαπατηθῆ, ἐπειδή μᾶς ἐφθόνησαν.

Ἔχομεν πέσει, ἐπειδή ἔχομεν παραβῆ τήν ἐντολήν, ἔχομεν ἀναγκασθῆ εἰς νηστείαν ἐπειδή δέν ἐνηστεύσαμεν καί μᾶς κατανίκησεν ἡ ἐπιθυμία τῆς γεύσεως τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως. Διότι ἡ ἐντολή ἦτο παλαιά καί σύγχρονος μέ ἡμᾶς, ἕνα μέσον διαπαιδαγωγήσεως τῆς ψυχῆς καί σωφρονισμοῦ ἀπό τάς ἀπολαύσεις. Τήν ἐλάβαμεν δέ εὐλόγως διά νά ἀπολαύσωμεν, ἀφοῦ τήν τηρήσωμεν, ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐχάσαμεν ἐπειδή δέν τήν ἐτηρήσαμεν. Εἴχαμεν ἀνάγκην ἀπό Θεόν ὁ Ὁποῖος ἐσαρκώθη καί ἀπέθανε, διά νά ζήσωμεν. Ἔχομεν ἀποθάνει μαζί Του διά νά καθαρισθῶμεν. Ἔχομεν ἀναστηθῆ μαζί Του ἐπειδή ἔχομεν συναποθάνει καί ἔχομεν δοξασθῆ ἐπειδή ἔχομεν συναναστηθῆ.

29. Πολλά μέν λοιπόν εἶναι τά θαύματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ὁ Θεός σταυρώνεται, ὁ ἥλιος σκεπάζεται ἀπό σκότος καί κατόπιν ἀνατέλλει πάλιν (διότι ἔπρεπε καί τά δημιουργήματα νά συμπάσχουν μέ τόν Δημιουργόν), τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίζεται (Λουκ. 23, 44-45, Ματθ. 27, 51), αἷμα καί ὕδωρ χύνεται ἀπό τήν πλευράν (Ἰω. 19, 34) (τό μέν ἐπειδή ἦτο ἄνθρωπος, τό δέ ἐπειδή ἦτο ἀνώτερος ἀπό τόν ἄνθρωπον), ἡ γῆ συγκλονίζεται, αἱ πέτραι σχίζονται πρός χάριν τῆς Πέτρας (Ματθ. 27, 51, Α’ Κορ. 10, 4), οἱ νεκροί ἀνασταίνονται (Ματθ. 27, 52), ὡς ἀπόδειξις διά τήν τελευταίαν καί κοινήν Ἀνάστασιν. Τά σημεῖα δέ τά ὁποῖα ἔγιναν εἰς τόν τάφον καί τά μετά τήν ταφήν (Ματθ. 28, 1 ἑ., Μάρκ. 16, 1 ἑ., Λουκ. 24, 1 ἑ. καί Ἰω. 20, 1 ἑ.), ποῖος θά ἠμποροῦσε νά τά ἐξυμνήσῃ ἐπαξίως; Τίποτε δέ δέν εἶναι ἰσάξιον μέ τό θαῦμα τῆς σωτηρίας μου. Ὀλίγαι σταγόνες αἵματος αἱ ὁποῖαι ἀναδημιουργοῦν ὁλόκληρον τόν κόσμον καί γίνονται ὡσάν χυμός γάλακτος δι᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί μᾶς συνδέουν καί μᾶς συγκεντρώνουν εἰς ἕνα σύνολον.

30. Ἀλλά, ὦ Πάσχα, τό μέγα καί ἱερόν, τό ὁποῖον καθαρίζεις ὁλόκληρον τόν κόσμον! Διότι θά σοῦ ὁμιλήσω ὡσάν νά ἤσουν ἔμψυχον. Ὦ Λόγε τοῦ Θεοῦ καί Φῶς καί Ζωή καί Σοφία καί Δύναμις! Διότι χαίρομαι μέ ὅλα Σου τά ὀνόματα. Ὦ γέννημα καί κίνησις καί σφραγίς τοῦ μεγάλου νοῦ! Ὦ Λόγε, ὁ ὁποῖος κατανοεῖσαι καί, ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος φαίνεσαι, καί ὁ ὁποῖος φέρεις τά πάντα συγκεντρωμένα εἰς τόν λόγον τῆς δυνάμεώς σου! Τώρα μέν ἄς δεχθῇς τόν λόγον αὐτόν ὄχι ὡς τόν πρῶτον καί καλύτερον καρπόν τῆς καρποφορίας μας, ἀλλά ὡς συμπλήρωμά της ἴσως, εὐχαριστήριον ἀλλά καί συγχρόνως παρακλητικόν, διά νά μήν ὑποφέρωμεν διά τάς ἐντολάς Σου τίποτε περισσότερον ἐκτός ἀπό τά ἀναγκαῖα καί τούς ἱερούς κόπους καί πόνους, μέ τούς ὁποίους ἔχομεν ζήσει μέχρι σήμερον.

Καί ἄς σταματήσῃς τήν τυραννίαν τοῦ σώματος ἐναντίον μας (βλέπεις πόσον μεγάλη εἶναι, Κύριε, καί πόσον μᾶς γονατίζει!), ἤ τήν κρίσιν Σου, ἐάν πρόκειται νά καθαρισθῶμεν ἀπ᾽ αὐτό. Ἐάν δέ φθάσωμεν ἐπαξίως εἰς τό ποθούμενον τέρμα καί γίνωμεν δεκτοί εἰς τάς οὐρανίους σκηνάς, θά Σοῦ προσφέρωμεν μέ προθυμίαν θυσίας δεκτάς εἰς τό ἅγιόν Σου θυσιαστήριον, ὦ Πάτερ καί Λόγε καί Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπειδή εἰς Σέ ὀφείλεται κάθε δόξα, τιμή καί ἐξουσία εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου

Ἁγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

Σήμερα λοιπὸν ὁ Κύριός μας περιοδεύει στὸν Ἅδη. Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο. Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει. Ὅταν λοιπὸν συντρίψει ὁ Χριστός, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διορθώσει; Οἱ βασιλεῖς ὅταν πρόκειται νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερους τούς φυλακισμένους, δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός, ἀλλὰ δίνουν διαταγὲς καὶ ἀφήνουν στὴ θέση τους καὶ τὶς πόρτες καὶ τοὺς φύλακες, δείχνοντας μ’ αὐτὸ πῶς θὰ χρειαστεῖ νὰ μποῦν πάλι ἐκεῖ μέσα ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφυλακίστηκαν ἢ κάποιοι ἄλλοι στὴ θέση τους.

Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἐνεργεῖ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Θέλοντας νὰ δείξει ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος, συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες του. Καὶ τὶς ὀνόμασε χάλκινες ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ χαλκό, ἀλλὰ γιὰ νὰ δηλώσει τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ θανάτου. Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ χαλκὸς καὶ ὁ σίδηρος ἐκφράζουν τὴν ἀκαμψία καὶ τὴ σκληρότητα, ἄκουσε τί λέει σὲ κάποιον ἀδιάντροπο: «Τὰ νεῦρα σου εἶναι ἀπὸ σίδηρο καὶ ὁ τράχηλος καὶ τὸ μέτωπό σου ἀπὸ χαλκό». Καὶ ἐκφράστηκε ἔτσι ὄχι διότι εἶχε σιδερένια νεῦρα ἢ χάλκινο μέτωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔδειχνε πὼς εἶναι αὐστηρός, ἀδιάντροπος καὶ σκληρός.

Θέλεις νὰ μάθεις πόσο αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος καὶ ἀσυγκίνητος εἶναι ὁ θάνατος; Κανένας δὲν τὸν κατάφερε ποτὲ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο κάποιον ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους του, ἕως ὅτου ἦρθε καὶ τὸν ἀνάγκασε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων. Πρῶτα λοιπὸν συνέλαβε καὶ φυλάκισε ἐκεῖνον (τὸ θάνατο) καὶ ὕστερα τοῦ πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀνῆκε. Γι’ αὐτὸ προσθέτει: «Θησαυροὶ ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι καὶ εἶναι κρυμμένοι καὶ δὲν φαίνονται». Ἂν καὶ ἀναφέρεται σὲ ἕνα πράγμα, ἡ σημασία του εἶναι διπλή. Ὑπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ φωτιστοῦν, ἂν τοποθετήσουμε μέσα τοὺς λυχνία καὶ φῶς. Οἱ χῶροι ὅμως τοῦ Ἅδη ἦταν πολὺ σκοτεινοὶ καὶ θλιβεροὶ καὶ ποτὲ δὲν μπῆκαν μέσα τοῦ ἀκτίνες φωτός, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χαρακτήρισε σκοτεινοὺς καὶ ἀόρατους. Ἐπειδὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα σκοτεινοὶ μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ κατέβηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς κατελάμπρυνε μὲ τὸ φῶς του καὶ ἔκανε τὸν Ἅδη οὐρανό. Γιατί ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός, ὁ τόπος μεταβάλλεται σὲ οὐρανό.

Εὔλογα ὀνομάζει τὸν Ἅδη σκοτεινὸ θησαυροφυλάκιο, γιατί ἐκεῖ ὑπῆρχε σωρευμένος πολὺς πλοῦτος. Πραγματικά, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ ἀποτελοῦσε πλοῦτο τοῦ Θεοῦ ληστεύτηκε ἀπὸ τὸν διάβολο ποὺ ἐξαπάτησε τὸν πρωτόπλαστο καὶ τὸν ὑποδούλωσε στὸ θάνατο. Τὸ ὅτι τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀποτελοῦσε πλοῦτο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀποδεικνύει καὶ ὁ Παῦλος μὲ ὅσα λέει: «Ὁ Κύριος εἶναι πλούσιος σὲ ὅλους καὶ ἰδιαίτερα σ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἐπικαλεῖται». Ὅπως, λοιπόν, ἕνας βασιλιάς, ὅταν συλλάβει κάποιον ληστή, ποὺ λήστευε τὶς πόλεις, ποὺ ἅρπαζε ἀπὸ παντοῦ, ποὺ κρυβόταν μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ ἀποθήκευε ἐκεῖ τὰ κλεμμένα πλούτη, ἀφοῦ φυλακίσει τὸν ληστή, ἐκεῖνον μὲν τὸν παραδίνει σὲ τιμωρία, τοὺς δὲ θησαυροὺς του μεταφέρει στὰ βασιλικὰ ταμεῖα, ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Χριστός, μὲ τὸ θάνατό Του φυλάκισε τὸν ληστὴ καὶ τὸν δεσμοφύλακα, δηλαδὴ τὸν διάβολο καὶ τὸ θάνατο, καὶ μετέφερε ὅλα τὰ πλούτη, ἐννοῶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, στὰ βασιλικὰ ταμεῖα.

Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ Παῦλος λέγοντας: «Ὁ Κύριος μᾶς λύτρωσε ἀπ’ τὴν ὑποδούλωσή μας στὸ σκοτάδι καὶ μᾶς μετέφερε στὸ βασίλειο τῆς ἀγάπης του». Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Ἴδιος ὁ βασιλιάς, τὴ στιγμὴ ποὺ κανένας ἄλλος βασιλιὰς δὲν καταδέχτηκε νὰ κάνει κάτι παρόμοιο, ἀλλὰ δίνει ἐντολὴ στοὺς ὑπηρέτες του νὰ ἐλευθερώσουν τοὺς φυλακισμένους. Ἐδῶ ὅμως δὲν συνέβη ἔτσι, ἀλλὰ ἦρθε ὁ Ἴδιος ὁ βασιλιὰς στοὺς φυλακισμένους καὶ δὲν ντράπηκε οὔτε τὴ φυλακὴ οὔτε τοὺς φυλακισμένους. Γιατί ἦταν ἀδύνατο νὰ ντραπεῖ τὸ πλάσμα Του.

Καὶ συνέτριψε τὶς πύλες καὶ διέλυσε τοὺς μοχλοὺς καὶ κυριάρχησε στὸν Ἅδη καὶ ἐξαφάνισε ὅλη τὴ φρουρὰ καί, ἀφοῦ συνέλαβε δέσμιο τὸν δεσμοφύλακα (τὸν θάνατο), ἐπανῆλθε σ’ ἐμᾶς. Ὁ τύραννος μεταφέρθηκε αἰχμάλωτος, ὁ ἰσχυρὸς δεμένος. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πέταξε τὰ ὅπλα του καὶ ἔτρεξε ἄοπλος καὶ δήλωσε ὑποταγὴ στὸ βασιλιά.

Εἶδες τί ἀξιοθαύμαστη νίκη; Εἶδες τὰ κατορθώματα τοῦ σταυροῦ; Νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἄλλο πιὸ ἀξιοθαύμαστο; Ἂν μάθεις μὲ ποιὸν τρόπο νίκησε ὁ Χριστός, ὁ θαυμασμός σου θὰ γίνει μεγαλύτερος. Μὲ τὰ ὅπλα δηλαδὴ ποὺ νίκησε ὁ διάβολος, μὲ τὰ ἴδια τὸν ὑπέταξε ὁ Χριστός. Ἀφοῦ τοῦ ἅρπαξε (ὁ Χριστὸς) τὰ ὅπλα του, μὲ ἐκεῖνα τὸν κατετρόπωσε. Καὶ ἄκουσε πῶς; Παρθένος, ξύλο καὶ θάνατος ἦταν τὰ σύμβολα τῆς ἥττας μας. Παρθένος ἦταν ἡ Εὔα, γιατί δὲν εἶχε γνωρίσει ἀκόμα τὸν ἄνδρα της. ξύλο ἦταν τὸ δέντρο καὶ θάνατος ἡ τιμωρία τοῦ Ἀδάμ. Ἀλλὰ νά, καὶ πάλι Παρθένος καὶ ξύλο καὶ θάνατος, αὐτὰ τὰ σύμβολα τῆς ἥττας ἔγιναν σύμβολα τῆς νίκης. Γιατί ἀντὶ τῆς Εὔας ἔχουμε τὴ Μαρία, ἀντὶ τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ, καὶ ἀντὶ τοῦ θανάτου ὡς τιμωρία τοῦ Ἀδάμ, τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Βλέπεις ὅτι ὁ διάβολος νικήθηκε μὲ τὰ ὅπλα πού νίκησε ἄλλοτε; Τὸν Ἀδὰμ πολέμησε ὁ διάβολος καὶ τὸν νίκησε κοντὰ στὸ δέντρο, τὸν διάβολο νίκησε ὁ Χριστὸς πάνω στὸ σταυρό.

Τὸ ξύλο τὴν πρώτη φορὰ ἔστελνε ἀπ’ τὸν Ἅδη στὴ ζωὴ ἀκόμη κι ὅσους εἶχαν πάει ἐκεῖ. Τὸ ξύλο ἐπίσης τὴν πρώτη φορὰ ἔκρυψε τὸν αἰχμάλωτο ποὺ ἦταν γυμνός, τὴ δεύτερη ἔδειχνε σ’ ὅλους γυμνὸ τὸ νικητὴ (τὸ Χριστὸ) ποὺ ἦταν κρεμασμένος ψηλά. Καὶ ἀκόμη, ὁ πρῶτος θάνατος (τοῦ Ἀδὰμ) καταδίκασε κι ὅλους ἐκείνους ποὺ γεννήθηκαν μετὰ ἀπὸ αὐτόν, ἐνῶ ὁ δεύτερος (τοῦ Χριστοῦ) ἀνάστησε κι ἐκείνους ἀκόμη ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ Ἐκεῖνον. «Ποιὸς μπορεῖ νὰ περιγράψει μὲ λόγια τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου; Ἀπὸ νεκροὶ ποὺ ἤμασταν, γίναμε ἀθάνατοι. Αὐτὰ εἶναι τὰ κατορθώματα τοῦ σταυροῦ.

Ἔμαθες γιὰ τὴ νίκη; Ἔμαθες μὲ ποιὸν τρόπο ἐπιτεύχθηκε; Δὲς τώρα πῶς ἐπιτεύχθηκε χωρὶς κόπο. Δὲν βάψαμε τὰ ὅπλα μας στὸ αἷμα, δὲν παραταχθήκαμε σὲ θέση μάχης, δὲν τραυματιστήκαμε, οὔτε εἴδαμε κανέναν πόλεμο, κι ὅμως νικήσαμε. Ἀγωνίστηκε ὁ Κύριος καὶ μεῖς στεφανωθήκαμε. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι καὶ δική μας ἡ νίκη, ἂς ψάλλουμε ὅλοι σήμερα σὰν στρατιῶτες ὕμνο ἐπινίκιο: «Κατανικήθηκε ὁ θάνατος καὶ κατατροπώθηκε. Ποῦ εἶναι θάνατε ἡ νίκη σου; Ποῦ εἶναι Ἅδη τὸ κεντρί σου;».

Η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη

Η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη

Ἁγίου Ἐπιφανίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντίας Κύπρου

1.-. Ἐκεῖνος πού χθές, μέσα στήν ἄπειρη συγκατάβασί Του, δέν ἐκαλοῦσε νά τόν βοηθήσουν οἱ λεγεῶνες τῶν Ἀγγέλων, λέγοντας στόν Πέτρο, ὅτι εἶναι στό χέρι μου νά παρατάξω τώρα ἀμέσως, περισσότερες ἀπό δώδεκα λεγεῶνες Ἀγγέλων (Ματθ. κστ´ 53), σήμερα κατέρχεται μέ τόν θάνατό Του κατά τοῦ ἅδου καί τοῦ θανάτου, τοῦ τυράννου, ὅπως ταιριάζει σέ Θεό καί Κυρίαρχο, ἐπί κεφαλῆς τῶν ἀθανάτων καί ἀσωμάτων στρατευμάτων καί τῶν ἀοράτων ταγμάτων, ὄχι μέ δώδεκα μόνο λεγεῶνες, ἀλλά μέ μύριες μυριάδες καί χίλιες χιλιάδες Ἀγγέλων, Ἀρχαγγέλων, Ἐξουσιῶν, Θρόνων, Ἐξαπτερύγων, Πολυομμάτων, οὐρανίων ταγμάτων, τά ὁποῖα, ὡς Βασιλέα καί Κύριό τους, προπέμπουν, δορυφοροῦν καί τιμοῦν τόν Χριστό. Ὄχι, ὅτι συμμαχοῦν καί συμπολεμοῦν μαζί Του. Ὄχι, ποτέ! Γιατί ἀπό ποιά συμμαχία ἔχει ἀνάγκη ὁ παντοδύναμος Χριστός; Τόν συνοδεύουν γιατί χρωστοῦν πάντοτε καί ποθοῦν νά εἶναι κοντά στόν Θεό τους.

Οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἔτρεχαν σάν δορυφόροι ὁπλῖτες, ὡπλισμένοι μέ ξίφη καί σάν ἀστραπόμορφοι κεραυνοβόλοι, ὡπλισμένοι μέ τούς θεϊκούς καί παντοδύναμους κεραυνούς τοῦ Βασιλέως των, οἱ ὁποῖοι πρόφθαιναν μέ πολύ ζῆλο καί ξεπερνοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο στή γρηγοράδα, ὑπακούοντας στό θεϊκό μόνο νεῦμα καί κάνοντας ἔργο καί πρᾶξι τή διαταγή καί στεφανωμένοι μέ τό στέφανο τῆς νίκης κατά τῆς παρατάξεως τῶν ἐχθρῶν καί τυράννων. Γι᾿ αὐτό καί κατέρχονται στά ὑποχθόνια δεσμωτήρια τῶν πανάρχαιων νεκρῶν, πού ἦταν μέσα στήν καρδιά τοῦ Ἅδη καί βαθύτερα ἀπ᾿ ὅλη τή γῆ, γιά νά βγάλουν ἀπό ἐκεῖ μέσα τούς ἁλυσοδεμένους καί ἀπό αἰῶνες τώρα κεκοιμημένους.

2.-. Μόλις δέ φάνηκε στά κλεισμένα ἀπ᾿ ὅλες τίς πόρτες, τά ἀνήλια καί κατασκότεινα δεσμωτήρια, στά ὑπόγεια καί τά σπήλαια τοῦ Ἅδη ἡ θεϊκή καί λαμπρή παρουσία τοῦ Κυρίου, προβαίνει ἐμπρός ἀπ᾿ ὅλους ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριήλ, ἐπειδή εἶχε συνηθίσει νά φέρνη χαρᾶς εὐαγγέλια στούς ἀνθρώπους, καί μέ φωνή δυνατή, ἀρχαγγελικώτατη, ἔντονη καί λιονταρίσια φωνάζει πρός τίς ἀντίπαλες δυνάμεις: «ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν». Καί μαζί του φωνάζει ὁ Μιχαήλ: «γκρεμισθῆτε προαιώνιες πύλες». Ἔπειτα οἱ Δυνάμεις συμπληρώνουν: «κάνετε πέρα παράνομοι θυρωροί». Οἱ δέ Ἐξουσίες διατάζουν μέ ἐξουσία: «Σπᾶτε ἄλυτες ἁλυσίδες». Κι᾿ ἕνας ἄλλος Ἀρχάγγελος προσθέτει: «Αἶσχος σέ σᾶς, ἀνάλγητοι τύραννοι».

Καί καθώς συμβαίνει ὅταν παρουσιασθῆ μιά φοβερή, ἀήτητη καί παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί καί τρόπος καί ταραχή καί ὀδυνηρός φόβος κυριεύει τούς ἐχθρούς τοῦ ἀκαταγώνιστου Στρατηγοῦ, τό ἴδιο ἔγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ὁ Χριστός στά καταχθόνια τοῦ Ἅδη. Ἀπό ἐπάνω μιά δυνατή ἀστραπή ἐτύφλωνε τά πρόσωπα τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων τοῦ Ἅδη καί ταυτόχρονα ἀκούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές πού διέταζαν: «Ἄρατε πύλας, ὄχι ἀνοίξετε, ἀλλά ξερριζῶστε τις ἀπό τά θεμέλια, βγάλτε τις τελείως ἀπό τόν τόπο τους, ὥστε νά μή μποροῦν πιά νά ξανακλείσουν. Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, ὄχι γιατί δέν μπορεῖ νά τίς ἀνοίξη ὁ Κύριός μας, πού ὅταν θέλη, διατάζει καί μπαίνει μέ κλεισμένες τίς πόρτες, ἀλλά σᾶς διατάζει, σάν δραπέτες δούλους, νά σηκώσετε καί νά μεταφέρετε αὐτές τίς προαιώνιες πύλες. Γιά τοῦτο καί δέν διατάζει τούς ὄχλους σας, ἀλλά σᾶς πού παρουσιάζεσθε σάν ἀρχηγοί τους: ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν» (Ψαλμ. κγ´ 7-10).

Ἀπό τώρα καί ἔπειτα δέν θά εἶσθε πιά ἄρχοντες κανενός, παρ᾿ ὅλο πού κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στούς μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Οὔτε αὐτῶν θά εἶσθε πλέον ἄρχοντες, οὔτε ἄλλων, οὔτε τῶν ἑαυτῶν σας ἀκόμη. Ἄρατε πύλας, γιατί ἦρθε ὁ Χριστός, ἡ οὐράνια θύρα. Ἀνοίξετε δρόμο σ᾿ Αὐτόν πού ἔβαλε τό πόδι Του στή φυλακή τοῦ Ἅδη. Τό ὄνομά του εἶναι Κύριος καί ὁ Κύριος ἔχει τό δικαίωμα καί τή δύναμι νά περάση τίς πύλες τοῦ θανάτου. Γιατί τή μέν εἴσοδο τοῦ θανάτου τή φτιάξατε σεῖς, Αὐτός δέ ἦρθε γιά νά ἐπιτύχη τό πέρασμά της. Γι᾿ αὐτό ἀνοίξετε γρήγορα καί μήν ἀργοπορῆτε. Ἀνοίξετε καί κάνετε γρήγορα. Ἀνοίξετε καί μήν ἀναβάλλετε. Ἄν νομίζετε πῶς θά σᾶς περιμένουμε, κάνετε λάθος. Θά διατάξουμε τίς ἴδιες τίς πύλες νά ἀνοίξουν αὐτομάτως καί χωρίς νά βάλουμε χέρι: Ἀνοῖξτε πύλες αἰώνιες!

3.-. Καί μόλις οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἐβόησαν, τήν ἴδια στιγμή ἄνοιξαν οἱ πύλες! Τήν ἴδια στιγμή ἔσπασαν οἱ ἁλυσίδες καί οἱ μοχλοί. Ἔπεσαν τά κλειδιά καί συγκλονίσθηκαν τά θεμέλια τῆς φυλακῆς. Οἱ ἐχθρικές δυνάμεις ἐτράπησαν σέ ἄτακτη φυγή, ὁ ἕνας ἔσπρωχνε τόν ἄλλο, ἄλλος μπερδευόταν στά πόδια τοῦ ἄλλου καί καθένας φώναζε στό διπλανό του νά φεύγη γρήγορα. Ἔφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τά ἔχασαν, ἐταράχθηκαν, ἄλλαξε τό χρῶμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν καί ἀπόρησαν, ἀπόρησαν καί τρόμαξαν. Ὁ ἕνας ἔμεινε μέ ἀνοιχτό στόμα. Ἄλλος ἔκρυψε τό πρόσωπο μέσα στά γόνατά του. Ἄλλος ἔπεσε κάτω, παγωμένος ἀπό τό φόβο. Ἄλλος στάθηκε ἀκίνητος, σάν νεκρός. Ἄλλος κυριεύθηκε ἀπό δέος καί ἄλλος ἔτρεξε νά σωθῆ σέ βαθύτερο μέρος.

4.-. Τήν ὥρα αὐτή ὁ Χριστός ἀπεκεφάλισε τούς σαστισμένους τυράννους. Τότε χαλάρωσαν τά χαλινάρια τους καί ρωτοῦσαν: «Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης; Ποιός εἶναι αὐτός πού ἦρθε ἐδῶ, κάνοντας τόσα παράδοξα πράγματα; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, πού κατορθώνει τώρα στόν Ἅδη, αὐτά πού δέν ἔγιναν ποτέ; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, πού βγάζει ἀπό ἐδῶ τούς προαιώνιους φυλακισμένους; Ποιός εἶναι αὐτός πού διέλυσε καί κατέλυσε τό ἀήτητο κράτος καί τό θράσος μας; »

Σ᾿ αὐτούς ἀπαντοῦσαν οἱ δυνάμεις τοῦ Κυρίου καί τούς ἔλεγαν: «Θέλετε νά μάθετε ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης; Εἶναι ὁ Κύριος, ὁ κραταιός καί δυνατός, ὁ Κύριος, ὁ δυνατός καί πανίσχυρος στόν πόλεμο. Εἶναι ἐκεῖνος, ἐλεεινοί καί παράνομοι τύραννοι, πού σᾶς ἐξόρισε καί σᾶς ἔρριξε κάτω ἀπό τίς οὐράνιες ἀψίδες. Εἶναι αὐτός πού συνέτριψε μέσα στά νερά τοῦ Ἰορδάνη τίς κεφαλές τῶν δρακόντων σας. Εἶναι ἐκεῖνος πού ἐπάνω στό Σταυρό του σᾶς ἔκανε θέατρο, σᾶς διεπόμπευσε καί σᾶς ἀφαίρεσε κάθε δύναμι. Εἶναι αὐτός πού σᾶς ἔδεσε καί σᾶς ἔρριξε στό ζόφο καί στήν ἄβυσσο. Αὐτός εἶναι πού θά σᾶς ἐξοντώση τελειωτικά μέσα στήν αἰώνια φωτιά καί τή γέεννα. Μήν ἀργῆτε, μήν περιμένετε, ἀλλά τρέξετε γρήγορα καί βγάλετε τούς φυλακισμένους, τούς ὁποίους μέχρι τώρα κακῶς ἔχετε καταπιῆ. Ἀπό ἐδῶ κι᾿ ἐμπρός καταλύεται τό κράτος σας. Καταργεῖται ἡ τυραννική ἐξουσία σας. Ἡ ἀλαζονεία σας καταπατήθηκε οἰκτρά. Ἡ ὑπερήφανη καύχησί σας ξεκουρελιάσθηκε. ἡ δύναμί σας ἔσβησε καί χάθηκε γιά πάντα»

5.-. Αὐτά φώναζαν οἱ νικήτριες δυνάμεις τοῦ Κυρίου στίς δυνάμεις τοῦ Ἐχθροῦ καί συγχρόνως ἐνεργοῦσαν μέ βιασύνη. Ἄλλοι γκρέμιζαν τήν φυλακή ἀπό τά θεμέλια της. Ἄλλοι καταδίωκαν τούς ἐχθρούς πού ἔφευγαν γιά νά σωθοῦν στά βαθύτερα μέρη. Ἄλλοι ἔτρεχαν καί ἐρευνοῦσαν τά ὑπόγεια, τά φρούρια καί τά σπήλαια. Καί ὅλοι, ἀπό διάφορες κατευθύνσεις καθένας, ἔφερναν τούς δεσμῶτες ἐμπρός στόν Κύριο. Ἄλλοι ἔδεναν τόν τύραννο, ἐνῶ ἄλλοι ἀπελευθέρωναν τούς προαιώνιους δεσμῶτες. Καί ἄλλοι μέν ἔτρεχαν μπροστά ἀπό τόν Κύριο, καθώς προχωροῦσε βαθύτερα. Ἄλλοι δέ τόν ἀκουλουθοῦσαν νικηφόροι, ὡς Θεόν καί Βασιλέα.

6.-. Ἐνῶ λοιπόν αὐτά διεδραματίζοντο καί ἐλέγοντο στόν Ἅδη καί ἐσείοντο τά πάντα, ὁ δέ Κύριος ἐπλησίαζε νά φθάση στά πιό ἔσχατα βάθη, ὁ Ἀδάμ ὁ πρωτοδημιούργητος καί πρωτόπλαστος καί πρωτόθνητος πού βρισκόταν δεμένος γερά καί βαθύτερα ἀπό ὅλους, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Κυρίου, πού ἐρχόταν στούς φυλακισμένους καί ἀμέσως ἀνεγνώρισε τήν φωνή Του, καθώς ἐπερπατοῦσε μέσα στή φυλακή. Στράφηκε τότε πρός ὅλους τούς ἐπί αἰῶνες συγκρατουμένους του καί τούς φώναξε: Ὦ φίλοι μου! Ἀκούω νά πλησιάζη σ᾿ ἐμᾶς ὁ ἦχος τῶν βημάτων Κάποιου. Ἐάν πραγματικά μᾶς ἀξίωσε νά ἔρθη ἕως ἐδῶ, τότε εἴμαστε ἐλεύθεροι! Ἐάν τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσά μας, σωθήκαμε ἀπό τόν Ἅδη!

7.-. Καί τήν ὥρα πού ὁ Ἀδάμ ἔλεγε αὐτά πρός τούς συγκαταδίκους του, εἰσέρχεται ὁ Κύριος, κρατῶντας τό νικηφόρο ὅπλο τοῦ Σταυροῦ. Μόλις τόν ἀντίκρυσε ὁ Ἀδάμ, χτύπησε τό στῆθος ἀπό τήν χαρούμενη ἔκπληξι καί φώναξε πρός ὅλους τούς ἐπί αίῶνες κεκοιμημένους: «ὁ Κύριός μου ἄς εἶναι μαζί μέ ὅλους»! Καί ὁ Χριστός ἀπάντησε στόν Ἀδάμ: «Καί μετά τοῦ πνεύματός σου».

Ὕστερα τόν πιάνει ἀπό τό χέρι, τόν σηκώνει ἐπάνω καί τοῦ λέει: «Σήκω σύ πού κοιμᾶσαι καί ἀνάστα ἀπό τούς νεκρούς, γιατί σέ καταφωτίζει ὁ Χριστός! (Ἐφεσ. 5, 14). Ἐγώ ὁ Θεός, πού γιά χάρι σου ἔγινα υἱός σου, ἔχοντας δικούς μου πλέον καί σένα καί τούς ἀπογόνους σου, μέ τήν θεϊκή ἐξουσία μου δίνω ἐλευθερία καί λέω στούς φυλακισμένους: ἐξέλθετε. Σ᾿ αὐτούς πού κείτονται στό σκοτάδι: ξεσκεπασθῆτε. Καί σ᾿ ἐκείνους πού εἶναι πεσμένοι κάτω: σηκωθῆτε!

Σένα, Ἀδάμ, σέ προστάζω: σήκω ἀπό τόν αἰώνιο ὕπνο σου. Δέν σέ ἔπλασα, γιά νά μένης φυλακισμένος τόν Ἅδη. Ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, γιατί ἐγώ εἶμαι ἡ ζωή τῶν θνητῶν. Σήκω ἐπάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω ἐπάνω σύ πού εἶσαι ἡ μορφή μου, πού σέ δημιούργησα κατ᾿ εἰκόνα μου.Σήκω νά φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Γιατί σύ εἶσαι μέσα σέ μένα καί ἐγώ μέσα σέ σένα! Γιά σένα ὁ Κύριος ἔλαβε τή δική σου μορφή τοῦ δούλου. Γιά δική σου χάρι, ἐγώ πού βρίσκομαι ψηλότερα ἀπό τούς οὐρανούς, κατέβηκα στή γῆ καί πιό κάτω ἀπό τή γῆ. Γιά σένα τόν ἄνθρωπο ἔγινα σάν ἕνας ἀνυπεράσπιστος ἄνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι᾿ ἐγώ ἀπό τή ζωή, ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς ἄλλους νεκρούς (Ψαλμ. 87, 5). Γιά σένα πού βγῆκες μέσα ἀπό τόν κῆπο τοῦ παραδείσου, μέσα σέ κῆπο παραδόθηκα στούς Ἰουδαίους καί μέσα σέ κῆπο ἐσταυρώθηκα (Ἰωάν. 19, 41).

Κύτταξε στό πρόσωπό μου τά φτυσίματα, πού καταδέχθηκα πρός χάριν σου, γιά νά σέ ἀποκαταστήσω στήν παλαιά σου δόξα, πού εἶχα δώσει μέ τό ἐμφύσημά μου (Γεν. 2, 7). Κύτταξε στά μάγουλά μου τά ραπίσματα, πού καταδέχθηκα, γιά νά ἐπανορθώσω τήν διεστραμμένη μορφή σου καί νά τήν φέρω στήν ὄψι πού εἶχε σάν εἰκόνα μου. Κύτταξε στή ράχη μου τή μαστίγωσι πού καταδέχθηκα, γιά νά διασκορπίσω τό φορτίο τῶν ἁμαρτημάτων σου. Κύτταξε τά καρφωμένα χέρια μου, πού τά ἅπλωσα καλῶς ἀπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, γιά νά συχωρεθῆς σύ πού ἅπλωσες κακῶς τό χέρι σου στό ἀπαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τά πόδια μου πού καρφώθηκαν καί τρυπήθηκαν στό Σταυρό, γιά νά ἐξαγνισθοῦν τά δικά σου πόδια πού ἔτρεξαν κακῶς στό δένδρο τῆς ἁμαρτίας.

Τήν ἕκτη ἡμέρα βγῆκε εἰς βάρος σου τότε ἡ καταδικαστική ἀπόφασις. Γι᾿ αὐτό πάλι τήν ἕκτη ἡμέρα σέ ἀναπλάττω καί ἀνοίγω τόν παράδεισο. Πρός χάριν σου γεύθηκα τήν χολή, γιά νά σοῦ θεραπεύσω τήν πικρή ἡδονή πού γεύθηκες ἀπό ἐκεῖνον τόν γλυκό καρπό. Γεύθηκα τό ξύδι, γιά νά βγάλω ἀπό τή ζωή σου τό δριμύ καί ἔξω ἀπό τή φύσι σου ποτῆρι τοῦ θανάτου. Δέχθηκα τόν σπόγγο, γιά νά σβήσω τό κατάστιχο τῶν ἁμαρτιῶν σου. Δέχθηκα τό καλάμι, γιά νά ὑπογράψω τήν ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὕπνωσα στόν Σταυρό καί τρυπήθηκα στήν πλευρά μου, γιά σένα πού ὕπνωσα στόν παράδεισο καί ἔβγαλα ἀπό τήν πλευρά σου τήν Εὔα. Ἡ πληγωμένη πλευρά μου ἐθεράπευσε τόν πόνο τῆς πλευρᾶς σου. Ὁ δικός μου ὕπνος θά σέ βγάλη ἀπό τόν ὕπνο σου μέσα στόν Ἅδη. Ἡ ρομφαία πού χτύπησε ἐμένα, σταμάτησε τή ρομφαία πού στρεφόταν ἐναντίον σου (Γεν. 3, 24).

Σήκω, λοιπόν. Ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Τότε σέ ἐξώρισα ἀπό τόν γήϊνο παράδεισο. Τώρα σέ ἀποκαθιστῶ, ὄχι πλέον σ᾿ ἐκεῖνον τόν παράδεισο, ἀλλά σέ οὐράνιο θρόνο. Τότε σ᾿ ἐμπόδισα νά φᾶς ἀπό τό ξύλο τῆς ζωῆς (Γεν. 3, 22). Νά ὅμως τώρα πού ἑνώθηκα πλήρως μέ σένα, ἐγώ πού εἶμαι ἡ ἴδια ἡ ζωή. Ἔταξα τά Χερουβίμ νά σέ φρουροῦν σάν δοῦλο. Τώρα ὁδηγῶ τά Σεραφίμ νά σέ προσκυνήσουν σά Θεό. Κρύφθηκες τότε μπροστά στόν Θεό, ἐπειδή ἤσουν γυμνός. Νά ὅμως πού ἀξιώθηκες νά κρύψης μέσα σου γυμνό τόν ἴδιο τόν Θεό. Γι᾿ αὐτό σηκωθῆτε, ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Ἀπό τήν φθορά στήν ἀφθαρσία. Ἀπό τό σκοτάδι στό αἰώνιο φῶς. Ἀπό τήν ὀδύνη στήν ἐλευθερία. Ἀπό τή φυλακή τοῦ Ἅδη στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἀπό τά δεσμά στήν ἄνεσι. Ἀπό τή σκλαβιά στήν τρυφή τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό.

8.-. Γι᾿ αὐτό τόν σκοπό ὁ Χριστός ἀπέθανε καί ἀνέστη: γιά νά γίνη Κύριος καί νεκρῶν καί ζώντων (Ρωμ. 14, 9). Σηκωθῆτε, λοιπόν. Ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Ὁ οὐράνιος Πατέρας περιμένει μέ λαχτάρα τό χαμένο πρόβατο. Τά ἐνενῆντα ἐννέα πρόβατα τῶν ἀγγέλων (Ματθ. 18, 12) περιμένουν τόν σύνδουλό τους Ἀδάμ, πότε θά ἀναστηθῆ, πότε θά ἀνέλθη καί θά ἐπανέλθη πρός τόν Θεό. Ὁ χερουβικός θρόνος εἶναι ἕτοιμος. Αὐτοί πού θά σᾶς ἀνεβάσουν εἶναι γρήγοροι καί βιάζονται. Ὁ νυμφικός θάλαμος ἔχει προετοιμασθῆ. Τό μεγάλο ἑορταστικό δεῖπνο εἶναι στρωμένο (Ἀποκ. 19, 9, Λουκ. 14, 16). Τά θησαυροφυλάκια τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἄνοιξαν. Ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἔχει ἑτοιμασθῆ «ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. 25, 34). Ἀγαθά πού μάτια δέν τά εἶδαν καί αὐτιά δέν τά ἄκουσαν περιμένουν τόν ἄνθρωπο (Α´ Κορ 2, 9).

Αὐτά καί ἄλλα παρόμοια εἶπεν ὁ Κύριος. Καί ἀμέσως ἀνασταίνεται μαζί Του ὁ ἑνωμένος σ᾿ αὐτόν Ἀδάμ καί μαζί τους καί ἡ Εὔα. Ἀκόμη δέ καί «πολλά σώματα δικαίων, πού εἶχαν πεθάνει πρίν ἀπό αἰῶνες, ἀναστήθηκαν» (Ματθ. 27, 52), διακηρύσσοντας τήν τριήμερο Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτήν ἄς τήν ὑποδεχθοῦμε καί ἄς τήν ἀγκαλιάσουμε οἱ πιστοί μέ πολλή χαρά, χορεύοντες μέ τούς ἀγγέλους καί ἑορτάζοντες μέ τούς ἀρχαγγέλους καί δοξάζοντες τόν Χριστό, πού μᾶς ἀνέστησε ἀπό τήν φθορά. Εἰς Αὐτόν ἁρμόζει ἡ δόξα καί ἡ δύναμις, μαζί μέ τόν ἀθάνατο Πατέρα καί τό πανάγιο καί ἀγαθό καί ζωοποιό καί ὁμοούσιο Πνεῦμα, εἰς ὅλους τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.