Περιοδικό Άγιος Νικήτας – Ιανουάριος – Μάρτιος – 2018

«Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ
ὁ ἐν Σέρραις ἀθλήσας»

Διμηνιαῖο Περιοδικό
Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Σερρῶν καί Νιγρίτης,
ἐκδιδόμενο ὑπό τοῦ Ἐπικοινωνιακοῦ
καί Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος
«Ὁ Ἅγ. Νικήτας ὁ Νέος»

ΕΤΟΣ Λ΄
ΤΕΥΧΟΣ 271
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΜΑΡΤΙΟΣ 2018

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Δελτίο τύπου – Πρόγραμμα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας (12-4-2018)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΣΕΡΡΩΝ ΚΑΙ ΝΙΓΡΙΤΗΣ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

12-4-2018

Ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Σερρῶν καί Νιγρίτης ἀνακοινώνονται τά ἑξῆς ἀναφορικά μέ τό πρόγραμμα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας:

Τό Σάββατο τῆς Διακαινισίμου, 14 Ἀπριλίου, στίς 7:00 τό ἀπόγευμα, παραμονή τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγ. ἱερομάρτυρα Νικήτα τοῦ Νέου, πού ἦταν βλάστημα τῆς μαρτυρικῆς γῆς τοῦ Πόντου καί πού ἄθλησε καί μαρτύρησε στήν πόλη τῶν Σερρῶν, ὁ Σεβ. Ποιμενάρχης μας θά συμμετάσχει στόν Μεγάλο, Πανηγυρικό, πολυαρχιερατικό Ἑσπερινό, πού θά τελεσθεῖ στόν ὁμώνυμο Ἱερό Ναό τῆς πόλεως τῶν Σερρῶν. Στόν ὡς εἴρηται Ἑσπερινό θά χοροστατήσει καί θά ὁμιλήσει ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Παροναξίας κ. Καλλίνικος.

Τήν Κυριακή τοῦ Ἀντίπασχα, 15 Ἀπριλίου, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου, στόν ἑορτάζοντα Ἱερό Ναό Ἁγ. Νικήτα τοῦ Νέου Σερρῶν θά τελεσθεῖ πολυαρχιερατικό Συλλείτουργο, στό ὁποῖο θά προεξάρχει καί θά ὁμιλήσει ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ κ. Δανιήλ.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Στίς Μυροφόρες καί στή θεόσωμο ταφή τοῦ Κυρίου

Στίς Μυροφόρες καί στή θεόσωμο ταφή τοῦ Κυρίου

Ἁγ. Γρηγορίου Πατριάρχου Ἀντιοχείας

Ὁ Δεσπότης Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ Μονογενής, ἀπό δική του πρωτοβουλία, χωρίς νά ἀναγκασθεῖ ἀπό κάποιον ‒ἀφοῦ ἀνέβηκε στό Σταυρό, καί ἁπλώνοντας τά χέρια, ἀποκατέστησε τή δικαιοσύνη ὑπέρ ὅλης τῆς κτίσεως, καί ἀφοῦ ἔτσι κατετρόπωσε ὅλες τίς ἀόρατες καί πονηρές δυνάμεις μέ τό Πάθος στό ὁποῖο ὑπέβαλε τό σῶμα του‒ θέλησε νά γευθεῖ ἡ ἁγία του σάρκα τήν τριήμερη νέκρωση γιά χάρη ὅλης τῆς φύσεως, ὥστε νά χαρίσει διά μέσου αὐτῆς στό νεκρωμένο γένος τήν ἀθανασία. Καί μάλιστα, ἀφοῦ ἔγειρε τήν ἁγία κεφαλή του, διέταξε σάν δοῦλο τό θάνατο νά προσέλθει στή σάρκα.

Ἔφθασε ἀμέσως ὡς δοῦλος ὁ θάνατος, ὑπηρετώντας τό δεσποτικό πρόσταγμα, καί κράτησε τό σῶμα, πού τοῦ δόθηκε ἄδεια νά λάβει. Ὅταν δέ κρατήθηκε ἀπό τό θάνατο τό σῶμα ἐκεῖνο, τό φοβερό γιά τά Χερουβίμ καί φρικτό γιά τά Σεραφίμ, ὅπως θέλησε ὁ Κύριος τοῦ σώματος, ἔτρεξε ἡ ψυχή τοῦ Σωτήρα νά εὐαγγελισθεῖ στίς ψυχές τήν ἀπολύτρωσή τους.

Ἡ δέ Θεότης του ἔμενε καί στό σῶμα καί στήν ψυχή, διότι δέν χωρίσθηκε κατ’ οὐδένα τόπο καί τρόπο ἡ θεότητα ἀπό τήν ἀνθρωπότητα μετά τήν ἕνωσή τους. Ἀλλά καί στούς οὐρανούς ἦταν καί στόν τάφο παρευρίσκετο, χωρίς νά ἐπηρεασθεῖ καθόλου, διατηρώντας ἄφθαρτη τήν περιβολήν της.

Μετά τή φρικτή αὐτή οἰκονομία, κάποιος εὐγενής καί πλούσιος ἄνδρας, ὁ Ἰωσήφ, πού καταγόταν ἀπό τήν Ἀριμαθαία καί εἶχε γίνει μαθητής τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀποδίδοντας στό διδάσκαλό του, τό τελευταῖο χρέος μετά τήν τελευτή του, παρουσιάσθηκε στόν Πιλάτο παρακαλώντας τον καί λέγοντας: Γιά ἕνα νεκρό κάμω αὐτή τήν παράκληση, συκοφαντημένο ἀπό τούς ἐχθρούς καί, στόν καιρό τοῦ πάθους, ἐγκαταλελειμμένο ἀπό τούς φίλους.

Γιά ἕνα νεκρό ἱκετεύω, πού δέν ἔχει ἀποκτήσει οὔτε χρυσάφι οὔτε ἀσήμι οὔτε στρατιῶτες οὔτε συμμάχους οὔτε σωματοφύλακες, παρά μόνο μιά φτωχή μητέρα, ἡ ὁποία πλούτισε μέ τόν τοκετό της. Γιά ἕνα νεκρό πρεσβεύω πού πέθανε μέ τήν θέλησή του. Ἐπειδή, ἄν δέν ἤθελε, δέν θά εἶχε πεθάνει.

Ἄς κατεβεῖ λοιπόν ἀπό τόν σταυρό αὐτός πού σέ τίποτε κανέναν δέν ἀδίκησε, ἀλλά ἀντίθετα μυριάδες ἀνθρώπους εἶχε τιμήσει μέ εὐεργεσίες. Χάρισέ μου ἕνα δῶρο, ἀπό τό ὁποῖο δέν ἔχεις καλύτερο. Χάρισέ μου ἕνα δῶρο πού θά κάνει εὐτυχισμένο ἐμένα πού θά τό δεχθῶ. Δώρησέ μου τοῦτο τόν ζωοποιό νεκρό, καί ἐγώ παίρνοντάς Τον, νά τόν καλύψω στή γῆ. Δώρησέ μου τό τρισμακάριο σῶμα, τοῦ ὁποίου τόν θάνατο πένθησε ἡ κτίση.

Δώρησέ μου τό σῶμα ἀπό τό ὁποῖο σχίσθηκαν οἱ πέτρες, ἐκδηλώνοντας μέ τό ρῆγμα τό πένθος τους. Νά καταφιλήσω τά τραύματα τῶν ἁγίων χεριῶν, ἀπό τά ὁποῖα θεραπεύθηκαν τά τραύματα τῆς ψυχῆς μας. Νά ψηλαφήσω ἐκείνη τήν ἄχραντη πλευρά, ἀπό τήν ὁποία πήγασε αἷμα μυστικό καί ὕδωρ ἀναγεννήσεως.

Νά ἐνταφιάσουν τά χέρια αὐτά ἐκεῖνον πού πρόκειται νά λύσει τοῦ θανάτου τά σπάργανα. Νά κηδεύσουν τά ἁμαρτωλά τοῦτα δάκτυλα ἐκεῖνον πού ἔπραξε καί δίδαξε κάθε δικαιοσύνη. Νά ἀγγίξω τήν ἀναμάρτητη σάρκα, πού τρισμακάριος εἶναι αὐτός πού τήν ἀγγίζει μέ πίστη. Νά ὁδηγήσω στό μνῆμα αὐτόν πού θά ἀνοίξει τά μνημεῖα τῶν νεκρῶν. Νά δώσω σ’ αὐτούς πού ἔφυγαν ἀπό τή ζωή, τήν πηγή τῆς Ἀναστάσεως. Νά ἀνάψω καί σ’ αὐτούς πού κρατεῖ ὁ Ἅδης τό λύχνο τῆς Ἀναστάσεως.

Αὐτά ἔλεγε ὁ Ἰωσήφ σεβαστικά, καί ὁ Πιλάτος ὑπάκουσε μέ εὐμένια, ἐπειδή ἡ Θεία δύναμη τοῦ νεκροῦ πού τοῦ ζητοῦσε ὁ Ἰωσήφ ἐνεργοῦσε στούς ἁρμόδιους γιά τό θέμα θεοπρεπῶς, καί ἔτσι μάλαξε τήν ψυχή τοῦ Πιλάτου, ὥστε νά ὑπακούσει. Καί ἀμέσως ὁ πρεσβευτής ἀποδείχθηκε ἐνταφιαστής. Διότι παίρνοντας τό σῶμα πού ποθοῦσε, τό ἀγκάλιαζε καί τό καταφιλοῦσε, ἀκουμπώντας τά χείλη στά ἅγια μέλη, μέ τή σκέψη ὅτι «ἐάν ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα, ἀγγίζοντας τό ἱμάτιό του μέ πίστη, καταξήρανε τήν πηγή τοῦ αἵματος, ἐγώ πού πιάνω αὐτό τό ἴδιο τό Θεῖο Σῶμα, δέν θά πετύχω δωρεές;».

Ἔπειτα, τυλίγοντας μέ καθαρό σεντόνι τόν καθαρό μαργαρίτη, τόν ἀπέθεσε στό δικό του καινούργιο μνῆμα, καί τοποθετώντας μιά πέτρα στό στόμιο τοῦ τάφου, γεμάτος δάκρυα, ἐπέστρεψε, γυρίζοντας συχνά πυκνά πρός τόν τάφο καί θρηνώντας τοῦ διδασκάλου τή στέρηση.

Ἀλλά ἔφθασε τοῦ Ἰωσήφ τήν εὐσέβεια τῶν Ἰουδαίων ἡ ἀσέβεια. Ἐπειδή πάλι οἱ θεομάχοι συγκεντρώθηκαν τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, καί προσῆλθαν στόν Πιλάτο λέγοντας: «Κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ὁ πλάνος ἐκεῖνος ἔτι ζῶν εἶπε: μετά τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τόν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας. Μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταί αὐτοῦ νυκτός, κλέψωσιν αὐτόν, καί εἴπωσι τῷ λαῷ ὅτι ἠγέρθη ἀπό τῶν νεκρῶν. Καί ἔστω ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης».

Τί λές ἐσύ πλάνε καί παράνομε Ἰουδαῖε; Ἦταν πλάνος αὐτός πού θεράπευσε τούς ὁμοεθνεῖς σου λεπρούς; Ἦταν πλάνος αὐτός πού ἀπάλλαξε τούς τυφλούς πατριῶτες σου ἀπό τήν νύκτα πού εἶχε γεννηθεῖ μαζί τους; Πλάνος ἦταν αὐτός πού ἐλευθέρωσε τούς δαιμονισμένους ἀπό τήν μανία τῶν δαιμόνων; Πλάνος ἦταν αὐτός πού στήν ἔρημο σοῦ πρόσφερε γεῦμα χωρίς καμιά καλλιέργεια; Πλάνος ἦταν αὐτός πού κάλεσε τόν Λάζαρο νά βγεῖ ἀπό τόν τάφο, καί μέ τόν λόγο του ξύπνησε τόν νεκρό σάν αὐτός νά κοιμόταν; Ἦταν πλάνος ὁ Χριστός; καί ποιός ἄλλος εἶναι ἀληθινός; Ἦταν πλάνος ὁ Χριστός;

Γιατί λοιπόν φοβᾶσαι αὐτά πού εἶπε ὁ πλάνος; Πλάνος ἦταν; Καί φοβᾶσαι τοῦ νεκροῦ τή φωνή; Ἀλήθεια, μήπως εἶπε κάτι γιά τήν Ἀνάσταση, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε; Μήπως πιστεύεις αὐτά πού προεῖπε; Γιατί λοιπόν ἄδικα ταλαιπωρεῖσαι γιά τήν ἔκβαση; Ἄν λοιπόν δέν ἀναστηθεῖ ὁ νεκρός γιά τόν ὁποῖο μεριμνᾶς, τότε εἶναι πλάνος, ὅπως βλασφημεῖς.

Τί τούς ἀποκρίθηκε λοιπόν ὁ Πιλάτος; «Ἔχετε κουστωδίαν. Ὑπάγετε, ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε». Ἐάν γιά τόν ἀντίθεο καί παράνομο, ὅπως τόν ἀποκαλεῖτε, τόσο πολύ ἔχετε φρίξει· ἄν ἐσεῖς οἱ ζωντανοί φοβᾶσθε τόσο τόν νεκρό, φρουρά ἔχετε, στρατιῶτες ἔχετε. Ἐκστρατεῦστε οἱ πολλοί κατά τοῦ Ἑνός. Ἀσφαλίστε τόν νεκρό, πού τόσο φοβᾶσθε, ὅπως γνωρίζετε.

Θέλετε νά σφραγίσετε τόν τάφο; Σφραγίστε τον. Θέλετε νά τόν περιβάλετε μέ σιδερένιες ἁλυσίδες; Κάντε το κι αὐτό. Μήν πῆτε ὕστερα: ἄν μᾶς ἄφηνες νά φρουρήσουμε τόν τάφο δέν θά χάναμε τόν νεκρό. Πηγαίνετε, ἀσφαλίστε τον, ὅπως γνωρίζετε.

Ἄν φανεῖ ἐκεῖ ὁ Πέτρος, θανατῶστε τον μέ τά ὅπλα σας. Ἄν ἔλθει κάποιος ἀπό τούς μαθητές τοῦ Ναζωραίου, σηκωθῆτε ἀμέσως καί σκοτῶστε τον. Ἐπιμείνετε νά τόν φυλάσσετε μέ προσοχή καί ἀκρίβεια, μήν κατορθώσει κάποιος ὕποπτος νά κλέψει τόν ἐχθρό σας.

Μέ τέτοια λόγια καί ὅπλα καί στρατιῶτες ἐφοδιασμένοι οἱ ἐχθροί τοῦ Σωτήρα, ἔφθασαν μέ πολλή προθυμία καί μανία στόν τάφο, καί βάζοντας σιδερένιες σφραγίδες στό μνῆμα κάθισαν ἐκεῖ καί τόν φρουροῦσαν γιά τόσο διάστημα ὅσο θέλησε Ἐκεῖνος πού φυλασσόταν ἀπό αὐτούς.

Ἐν τῷ μεταξύ ἔφθασε ἡ δεύτερη μέρα. Καί τήν μέν πρώτη μέρα ὁ θάνατος ἀναμασοῦσε τό θήραμά του, καί θέλοντας νά τό δαγκώσει μέ τά δόντια τῆς διαφθορᾶς του, στάθηκε ἀδύνατο.

Καί πάλι τήν δεύτερη ἡμέρα θέλησε νά τό φάγει, ἀλλά δέν μποροῦσε. Ἀποροῦσε λοιπόν μόνος του καί ὅπως ἦταν φυσικό, κάτι τέτοιο σκεφτόταν μέσα του: «Ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἀκαταμάχητος καί παράδοξος νεκρός; Ποιός εἶναι αὐτός πού νεκρώθηκε σύμφωνα μέ τό φυσικό νόμο καί μένει ἄφθαρτος ξεπερνώντας τό νόμο; Θεός δέν εἶναι ἐπειδή, ἄν ἦταν, δέν θά πέθαινε, ἀφοῦ θά ἦταν ἀσώματος. Ἄγγελος δέν εἶναι, ἀφοῦ ἔχει ἀνθρώπινη μορφή. Ὑπέκυψε σέ μένα, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἀλλά δέν ὑποκύπτει στή φθορά, ὅπως ὁ Ἀδάμ. Σάν ἄνθρωπος ὑποχώρησε ἐνώπιόν μου, ἀλλά δέν ἀνέχεται νά πάθει ὅσα παθαίνουν οἱ θνητοί. Ἡ σάρκα του ἀποδεικνύεται ἀνώτερη ἀπό τή διαφθορά. Κανένας ἀπό τούς νεκρούς στούς ὁποίους ἔχω βασιλεύσει τόσους αἰῶνες, δέν φάνηκε ἐδῶ μέ σῶμα ὅπως αὐτό.

Ἄραγε μήπως τό σῶμα αὐτό εἶναι ἔνδυμα τοῦ Θεοῦ, καί γι’ αὐτό δέν μπορῶ νά τό μασήσω; Ἄραγε μήπως αὐτή εἶναι ἡ σκηνή τοῦ Λόγου; Ἄραγε μήπως αὐτός εἶναι ὁ ναός ἐκείνου πού εἶπε στούς Ἰουδαίους: «Λύσατε τόν ναόν τοῦτον καί ἐν τρισίν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν»;

Ἄραγε μήπως τό νά μένει ἀδιάφθορος σημαίνει ὅτι πρόκειται νά ἀναστηθεῖ; Ἄραγε μήπως ὁ παράδοξος αὐτός νεκρός ἦλθε νά κατασκοπεύσει τούς νεκρούς; Ἄραγε μήπως πάρει καί τούς νεκρούς πού ἀπό παλαιά ἔχω καταπιεῖ καί τούς ἀνεβάσει ἐκεῖ ἐπάνω μαζί του;

Ἄραγε μήπως, ὅπως ὁ Ἰωνᾶς στήν κοιλιά τοῦ κήτους ἔζησε χωρίς νά κινδυνεύσει, ἔτσι καί αὐτός μένει ἐδῶ σέ μένα περιμένοντας τήν τρίτη ἡμέρα, γιά νά ἀναστηθεῖ πρῶτος αὐτός καί νά ἀνοίξει καί στούς ἄλλους νεκρούς τόν δρόμο;». Αὐτά ἔλεγε ὁ θάνατος, ὄχι μέ λόγια, ἀφοῦ μιλοῦσαν τά γεγονότα.

Ἐνῶ συνέβαιναν αὐτά, καί οἱ φύλακες τῶν Ἰουδαίων ἦσαν καθισμένοι κοντά στό μνῆμα, «ὀψέ Σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν Σαββάτων», ξημερώνοντας Κυριακή, «ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τόν τάφον».

Ὤ παράξενα καί παράδοξα θαύματα! Ὁ Πέτρος, ὁ πρῶτος στρατηγός τοῦ Χριστοῦ, φοβήθηκε το λόγο τῆς παιδίσκης καί ἀρνήθηκε ζωντανό τόν Κύριό του, καί γυναῖκες τόσο ἀδύνατες καί δειλές ἦλθαν νά τιμήσουν νεκρό τόν δάσκαλό τους.

Ἦλθαν νά δοῦν τόν τάφο. Διότι δέν εἶχαν ἀκόμη πιστεύσει ὅτι θά ἀναστηθεῖ. Ἦλθαν νά δοῦν τόν τάφο, ὥστε νά παρηγορήσουν λίγο τήν λύπη τους μέ τήν θέα τοῦ μνήματος. Διότι ὁ τάφος γνωρίζει νά παρηγορεῖ τίς πονεμένες ψυχές μέ τή θέα του, καθώς κάνει καί τό δάκρυ ὅταν χύνεται.

Ἦλθαν νά δοῦν τόν τάφο, καί πλησίαζαν, ὄχι ὅμως ὅσο ποθοῦσαν, ἐξαιτίας τοῦ φόβου τῶν Ἰουδαίων. Πότε-πότε πλησίαζαν κοντύτερα καί κρυφά. Ἔρραιναν τόν τάφο μέ μύρα καί πάλι ἔφευγαν χωρίς νά γίνουν ἀντιληπτές.

Στέκονταν ἔτσι ἀπό μακριά, καί ἀτενίζοντας τόν τάφο μέ μάτια δακρυσμένα, μέ στεναγμούς καί ὀδυρμούς, νόμιζαν ὅτι ὑπηρετοῦν τόν Κύριο. Κάπου-κάπου κατηγοροῦσαν καί τούς Ἰουδαίους μέ σιγανή φωνή, λέγοντας ἡ μιά στήν ἄλλη, ὅπως εἶναι φυσικό: «Πῶς τόλμησαν αὐτά τά πράγματα ἐναντίον ἑνός τέτοιου Δεσπότη, χωρίς νά ἔχουν καμμιά δίκαιη κατηγορία ἐναντίον του;

Πῶς δέν ἔφριξαν καρφώνοντάς τον στό Σταυρό; Αὐτόν τόν ὁποῖο βλέποντας ὁ ἥλιος νά σταυρώνεται ἔφυγε; Πῶς δέν φοβήθηκαν νά παραδώσουν στό θάνατο αὐτόν πού τίποτε ἄξιο θανάτου δέν ἔπραξε;

Πῶς δέν χόρτασαν τήν ὠμότητά τους οὔτε μετά τό θάνατο, πού μάταια τόν προεκάλεσαν; Ἔστω, τόν καιρό πού ζοῦσε, εἶχαν τόση μανία ἐναντίον του. Γιατί ὅμως καί μετά τόν θάνατο στέκονται στό μνῆμα, ἐμποδίζοντας καί τούς εὐεργετημένους νά εἰσέλθουν καί μέ θάρρος νά προσκυνήσουν τόν τάφο, καί νά τοῦ ἀποδώσουν μέ τά δάκρυα μικρή ἀμοιβή γιά τή χάρη πού ὁ καθένας ἔχει λάβει;»

Μέ παρόμοιους ὀδυρμούς πενθοῦσαν οἱ γυναῖκες σάν νεκρό τόν Χριστό, ὅταν αὐτός ὁ Ἴδιος ὁ πενθούμενος Δεσπότης, διαφεύγοντας τήν προσοχή τῶν φυλάκων καί ἀφήνοντας τόν τάφο σφραγισμένο, εὐθύς βρέθηκε ἔξω ἀπ’ αὐτόν, ὅπως μόνος Αὐτός γνωρίζει, καί ἔστειλε ἕναν ἄγγελο λέγοντάς του: «πήγαινε σ’ αὐτές τίς γυναῖκες τίς ἀνδρεῖες καί πιστές, πού πενθοῦν καί μέ νομίζουν ἀκόμη νεκρό, καί πληροφόρησέ τες ὅτι νίκησα τό θάνατο καί, ὅπως βλέπεις, ζῶ. Μετάβαλε τή σκυθρωπότητά τους σέ φαιδρότητα. Μετακίνησε μέ τό χέρι σου τό λίθο, τόν ὁποῖο ἀσφάλισαν πολλά χέρια μαζί.

Δεῖξε τους πόσα μπορεῖ ἕνας νόμιμος στρατιώτης νομίμου Βασιλιά, ἐναντίον πολλῶν ἀνόμων στρατιωτῶν ἑνός τυράννου. Βάλε τίς γυναῖκες μέσα στό θάλαμο τοῦ τάφου, ὥστε ἐρευνώντας τόν τόπο ὅπου μέ τήν θέλησή μου εἶχα τοποθετηθεῖ νεκρός, νά ἀνυμνήσουν τή δύναμή μου.

Νά φανεῖς καί στούς φύλακες τοῦ μνήματος φοβερός, καί κατάπληξέ τους ὅλους μέ τήν ὄψη σου, γιά νά μάθουν ἀπό τή δύναμή σου ὅτι ὄχι ἀπό ἀδυναμία, ἀλλά ἀπό φιλανθρωπία ὑπέμεινα τό θράσος τους. Σύ νά προπορευθεῖς ἀναγγέλλοντας τόν βασιλικό θρίαμβο, καί ἐγώ, ἐρχόμενος μαζί σου, θά σαλεύσω πάλι τή γῆ, γιά νά γίνει ὁ σεισμός συνήγορος τῆς ἀναγγελίας σου».

Ἔφθασε λοιπόν γρήγορα στό δεσποτικό τάφο ὁ ἄγγελος. Δέν τόλμησε νά παρακούσει τοῦ Κυρίου τό πρόσταγμα. Καί πρῶτα μέν, ὅταν ἔφθασε, ταρακούνησε τή γῆ γιά νά ξυπνήσει τούς φύλακες, καί ἔχοντάς τους μάρτυρες νά τούς φανερώσει τήν αἰτία γιά τήν ὁποία ἦλθε.

Κατόπιν, καθώς αὐτοί κοιτοῦσαν, κύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου καί κάθισε πάνω της καταγελώντας τίς σιδερένιες σφραγίδες, καί βλέποντας ἐπιτιμητικά τούς Ἰουδαίους πού ἐμπιστεύθηκαν στήν πέτρα τήν ἀσφάλεια.

«Ἦν δέ ἡ μορφή αὐτοῦ ὡς ἀστραπή». Πράγματι, ὅπου δέν ὑπάρχει νέφος ἁμαρτίας γιά νά σκιάσει, ἐκεῖ ἡ λαμπρότητα τῆς μορφῆς εἶναι πολλή. «Καί τό ἔνδυμα αὐτοῦ λευκόν ὡσεί χιών». Διότι εἶχε τή μορφή καί τή στολήν ἀντάξια τῶν γεγονότων πού ἐπρόκειτο νά διακηρύξει. Ἐπειδή ἔπρεπε ὁπωσδήποτε ὁ ἀγγελιοφόρος τοῦ χαρμόσυνου γεγονότος νά εἶναι σέ ὅλα του χαροποιός.

Ἀφοῦ κατέπληξε ἀπό τόν πολύ φόβο τούς φύλακες καί σχεδόν νέκρωσε ὅλους τούς παρόντες Ἰουδαίους, «γιατί φοβεῖστε», τούς λέγει, «Φαρισαῖοι, γιατί τρέμετε καί πέσατε ὅλοι μέ τά πρόσωπα κάτω σάν νεκροί; Σ’ ἐμένα τό δοῦλο νεκροί καί στόν Δεσπότη τολμηροί; Ἐγώ ὁ στρατιώτης σᾶς φάνηκα φοβερός, καί ὁ Βασιλιᾶς τῶν Οὐρανῶν εὐκαταφρόνητος;

Τήν παρουσία ἑνός ἀγγέλου δέν τήν ἀντέχετε, καί πῶς φανταστήκατε ὅτι θά ἀποδυναμώσετε τήν ἐνέργεια τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ἀγγέλων; Ἀφοῦ δέν εἶστε σέ θέση νά ἐμποδίσετε ἐμένα τόν οὐράνιο ἐργάτη νά μετακινήσω τήν πέτρα, πῶς θά μπορούσατε νά ἐμποδίσετε τόν τεχνίτη ὅλης τῆς κτίσεως πού θέλει νά ἀνακαινίσει τό ναό τοῦ σώματός του;

Δέν μπορεῖτε νά ἐμποδίσετε τό δημιούργημα καί ἐπιχειρεῖτε νά ἀντισταθῆτε στόν ποιητή; Ἀλλά σηκωθῆτε καί κοιτάξτε γύρω σας προσεκτικά: Μήπως ὁ Πέτρος εἶναι τώρα μαζί μου; Μήπως κάποιος ἀπό τούς ἁλιεῖς κλέβει μαζί μέ ἐμένα τόν νεκρό; Μήπως ἔχει ὁ Θεός ἀνάγκη βοηθοῦ; Μήπως χρειάζεται συνεργάτη ὁ Θεός Λόγος γιά τήν ἀνάσταση τοῦ σώματός του;».

Αὐτά εἶπε στούς Φαρισαίους καί τούς φύλακες καί, ἀφήνοντάς τους νά σπαρταροῦν στό ἔδαφος, ἔστρεψε πρός τίς γυναῖκες τό πρόσωπο. Καί πρῶτα μέν τίς κύτταξε μέ βλέμμα ἥμερο καί ἱλαρό. Ἔπειτα ἔδιωξε τό φόβο τῆς ψυχῆς τους φωνάζοντάς τους: «Μή φοβεῖσβε ὑμεῖς».

Αὐτοί νά δειλιάσουν καί νά φοβηθοῦν, ἐπειδή εἶναι ἐχθροί καί πολεμοῦν. Σεῖς ὅμως μή φοβεῖσβε, ἀλλά νά σκιρτᾶτε καί νά χαίρετε, ἐπειδή οἱ πράξεις σας ἀξίζουν βραβεῖα. Σεῖς μή φοβεῖσθε. Ἀφοῦ σέ μία Δεσποτία ἀνήκουμε, δοξάζουμε τόν ἴδιο Κύριο. «Οἶδα ὅτι Ἰησοῦν τόν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε». Δέν εἶπε «Ἰησοῦν τόν νεκρόν».

Ἀφοῦ τότε δέν ἦταν νεκρός, ἀλλά «Ἰησοῦν τόν ἐσταυρωμένον», αὐτόν πού γιά σᾶς κατεφρόνησε τήν αἰσχύνην τοῦ σταυροῦ. Ζητεῖτε Ἐκεῖνον πού ζητεῖ αὐτούς πού τόν ζητοῦν. «Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δέ ἐμέ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν». Ζητεῖτε αὐτόν πού εἶναι «ἐγγύς τῶν ἐπικαλουμένων αὐτόν». Γνωρίζω ὅτι τόν Ἰησοῦν τόν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε. «Οὐκ ἔστιν ὧδε», δέν εἶναι ἐκεῖ πού νομίζετε. Δέν εἶναι ἐκεῖ ὅπου τόν εἶχαν τοποθετήσει.

Τί λέγεις, ἄγγελε; Δέν εἶναι ἐδῶ ὁ Δεσπότης μας καί Κύριος; Δέν εἶναι ἡ ἀφορμή τῶν δακρύων μας ἐδῶ; Μάταια τόν πενθήσαμε; Μάταια τοῦ προσφέραμε αὐτά πού ἁρμόζουν στούς νεκρούς; Δέν εἶναι ἐδῶ; Τόν μετέφεραν πάλι κάπου ἀλλοῦ οἱ πονηροί; Φθόνησαν καί τήν ταφή του, αὐτοί πού εἶχαν φθονήσει τήν ζωή του; Δέν εἶναι ἐδῶ; Ἀλλά ποῦ εἶναι; Εἰπέ μας, σέ παρακαλοῦμε, γρήγορα.

Στήριξε τίς ψυχές μας πού τρέμουν. Μή προσθέσεις πένθος ἄλλο στό πένθος μας. Δεῖξε μας τόν τόπο τοῦ νεκροῦ πού ἀναζητοῦμε, ὥστε τρέχοντας γρήγορα ἐκεῖ νά ἀφήσωμε τή λύπη νά ξεχυθεῖ ἀπό τά μάτια μας.

Καί ὁ ἄγγελος εἶπε: «Θέλετε νά μάθετε πού εἶναι αὐτός πού ἀναζητεῖτε καί πῶς ἀναστήθηκε; Θά σᾶς διηγηθῶ ἐγώ, ἐπειδή γι’ αὐτό μέ ἔστειλε σέ σᾶς ὁ Ἴδιος ὁ νεκρός πού ζητᾶτε, γιά νά σᾶς διδάξω τήν Ἀνάσταση, καί νά θεραπεύσω τίς ψυχές σας καί τά δάκρυα νά σταματήσω καί νά σᾶς τονώσω εὐφραίνοντάς σας μέ τή διήγηση. «Ἠγέρθη, καθώς εἶπε». Ἀλήθευσε καί τώρα ὅπως συνήθως ἡ Ἀλήθεια, καί αὐτά πού εἶπε μέ τά λόγια, τά ἐξεπλήρωσε μέ τά ἔργα.

Ἡ ἀθάνατος θεότητά Του δέν ἔπαψε νά ζῆ. Καί τήν ὥρα τοῦ θανάτου τῆς σάρκας, τό θνητό του σῶμα, κλείνοντας τά σωματικά του μάτια, δέχθηκε τόν ὕπνο τοῦ θανάτου. «Ἀναπεσῶν γάρ ἐκοιμήθη ὡς λέων» βασιλικά, ξέφυγε ὅμως καί ἐξῆλθε ἀπό ἐδῶ θεοπρεπῶς. Δέν ἀντιλήφθηκαν οἱ φύλακες τήν διέλευση Ἐκείνου πού φρουροῦσαν. Διότι δέν ἦσαν ἄξιοι αὐτόν τόν ὁποῖο πολεμοῦσαν νά τόν δοῦν ἀναστημένο. Δέν ἐμπόδισε ὁ τάφος τήν Ἀνάσταση τοῦ Παντοδύναμου. Δέν μπόρεσε ὁ θάνατος νά δέσει αὐτόν πού δέν ἔχουν δέσει οἱ ἁμαρτίες. Ὑπεχώρησε χωρίς νά θέλει ὁ τύραννος στό Βασιλιά. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅδης ἔτρεμε ἀπό τόν φόβο του.

Οἱ θυρωροί τοῦ Ἅδου, πετώντας τά κλειδιά καί ἀνοίγοντας τίς πύλες, δέν τόλμησαν νά ποῦν τίποτε σέ κανένα ἀπό ἐκείνους πού ἀναστήθηκαν μαζί του. Ἀναστήθηκε, λοιπόν, καθώς εἶπε. Πῶς νά σᾶς διηγηθῶ τά ἀνέκφραστα; Πῶς νά κηρύξω αὐτά πού νικοῦν κάθε λόγο καί νοῦ; Πῶς νά ἐξηγήσω τῆς Δεσποτικῆς Ἀναστάσεως τό μυστήριο;

Καί ὁ Σταυρός μυστήριο εἶναι. Καί ὁ τριήμερός του θάνατος μυστήριο. Καί ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τόν Σωτήρα εἶναι μυστήρια. Διότι, ὅπως γεννήθηκε «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» τῆς παρθενίας, ἔτσι ἀναστήθηκε μέ κλεισμένο τόν τάφο. Καί ὅπως γεννήθηκε πρωτότοκος ἀπό τήν μητέρα ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔτσι μέ τήν Ἀνάστασή του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν.

Ὅπως, λοιπόν, δέν ἔλυσε τήν παρθενία τῆς Παρθένου μητέρας μέ τήν γέννησή του, ἔτσι δέν ἔλυσε τίς σφραγίδες τοῦ μνήματος μέ τήν Ἀνάστασή του. Οὔτε λοιπόν τήν γέννησή του μπορῶ σέ λέξεις νά περιλάβω, οὔτε τήν φυγή ἀπό τό μνῆμα νά καταλάβω. Βλέπω τόν τόπο τῆς Ἀναστάσεως, καί προσκυνῶ τήν Ἀνάσταση. Δέν πολυεξετάζω τήν Ἀνάσταση. Προσκυνῶ τόν τόπο τοῦ θαύματος, ἄν καί δέν ἀντιλαμβάνομαι τόν τρόπο τοῦ πράγματος. Αὐτά πού βλέπω, ἐκεῖνα θέλω νά σᾶς ὑποδείξω. «Δεῦτε, ἴδετε τόν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος». Γι’ αὐτό μετετόπισα τόν λίθο. Ὄχι γιά νά χαρίσω πύλη ἐξόδου στόν Ἰησοῦ. Δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό τήν δική μου βοήθεια ἡ βοήθεια τῶν ἁπάντων. Ἐπειδή ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, πρίν ἀποκυλίσω τόν λίθο, ὅπως θέλησε, ἀναπήδησε. Ἀλλά τό ἔκαμα γιά νά ἐξετάσετε σεῖς τόν τόπο, καί νά ἀνυμνήσετε τόν ἀναστημένο Χριστό.

«Δεῦτε ἴδετε τόν τόπο ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος». Ἴδετε τώρα τόν τόπο, καί σέ λίγο θά δῆτε καί τόν παράδοξο καρπό τοῦ τόπου. Ἐλᾶτε νά δῆτε τόν τόπο ὅπου ὁ διάβολος δέχθηκε τήν καίρια πληγή. Ἐλᾶτε νά δῆτε τόν τόπο στόν ὁποῖο γράφθηκε τό συμβόλαιο τῆς δικῆς σας ἀναστάσεως.

Ἐλᾶτε νά δῆτε τόν τόπο στόν ὁποῖο πέθανε ὁ θάνατος. Ἐλᾶτε νά δῆτε τόν τόπο στόν ὁποῖο σπάρθηκε ὁ ἄσπορος κόκκος τοῦ σώματος καί βλάστησε τό πλούσιο στάχυ τῆς ἀθανασίας. Ἐλᾶτε νά δῆτε τόν τόπο πού εἶναι πιό εὐχάριστος ἀπό ὅλους τούς παραδείσους. Ἐλᾶτε νά δῆτε τόν τόπο πού εἶναι λαμπρότερος ἀπό κάθε βασιλικό νυμφικό κοιτώνα. Ἐλᾶτε νά δῆτε τόν τάφο πού χωρίς φωνή διακηρύττει τοῦ θαμμένου τή δύναμη. Σκύψτε νά δῆτε τό μνῆμα πού ἔγινε πύλη τῆς ἄφθαρτης ζωῆς.

Σκύψετε νά δῆτε τό σπήλαιο ἀπό τό ὁποῖο μεταφερθήκατε στόν οὐρανό. Σταματῆστε τούς στεναγμούς καί τά δάκρυα. Πές τε στό θάνατο χορεύοντας: «Ποῦ σου θάνατε τό κεντρί; πού σου ἅδη τό νίκος;». «Καί ταχύ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπό τῶν νεκρῶν, καί ἰδού προάγει ὑμᾶς εἰς τήν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ αὐτόν ὄψεσθε. Ἰδού εἶπον ὑμῖν».

Κοιτάξτε μήν κρύψετε τό θαῦμα στή σιωπή. Δέν εἶναι ἀκίνδυνος γιά τούς δούλους ἡ ἀποσιώπηση τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου. «Καί ἐξελθοῦσαι ταχύ ἀπό τοῦ μνημείου μετά φόβου καί χαρᾶς μεγάλης, ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπό τῶν νεκρῶν καί ἰδού προάγει ὑμᾶς εἰς τήν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ αὐτόν ὄψεσθε, καθώς εἶπεν ὑμῖν».

Τίς γυναῖκες αὐτές προέτρεπε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά τρέχουν πιό γρήγορα, λέγοντας μέ τό στόμα τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα: «Γυναῖκες ἐρχόμεναι ἀπό θέας, δεῦτε. Οὐ γάρ λαός ἔστιν ἔχων σύνεσιν».

Καθώς λοιπόν ἔτρεχαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες μέ φόβο καί πόθο πολύ, καί συνηγωνίζονταν μεταξύ τους γιά τήν ταχύτητα τῆς ὁδοιπορίας, ἀφοῦ ἡ κάθε μιά ἤθελε νά φθάσει πρώτη καί νά φέρει στούς Ἀποστόλους τό Εὐαγγέλιο πού τούς ἐμπιστεύθηκαν, ξαφνικά τούς παρουσιάσθηκε ὁ Σωτήρας, ἐπισφραγίζοντας τά λόγια τοῦ ἀγγέλου μέ τήν σφραγίδα τῆς μορφῆς Του.

Καί ἀνεπτέρωσε τίς ψυχές τους λέγοντάς τους «Χαίρετε…». Ἡ κατάκριτη Εὔα δικαιώθηκε. Ὁ ἐξόριστος Ἀδάμ ἀνακλήθηκε. Ἡ ἀπόφαση ἔχει πλέον λυθεῖ. Ὁ πονηρός ὄφις καταπατήθηκε, ὁ διάβολος ἔχει πλέον καταπέσει, οἱ συνήγοροι τοῦ διαβόλου καταισχύνθηκαν. Οἱ ἐχθροί κατατροπώθηκαν. Οἱ Ἰουδαῖοι πενθοῦν ἀπαρηγόρητα.

Οἱ Φαρισαῖοι θρηνοῦν γι’ αὐτό πού τόλμησαν. Ὁ σταυρός φάνηκε συνήγορός μου. Ὁ τάφος ἔγινε μάρτυρας τῆς δύναμής μου. Ὁ θάνατος ὁμολογεῖ τήν ἥττα του. Ὑπογράφηκε γιά τούς ἀνθρώπους ἡ ἀθανασία. Μαζί μου ἀνακαινίσθηκε ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων. Μαζί μέ ἐμένα θά ξαναζήσουν ὅλοι αὐτοί πού πέθαναν.

Μαζί μέ ἐμένα βασιλεύει αὐτός μέ τόν ὁποῖο ἔχω ἑνωθεῖ. Στό πρόσωπό μου στεφανώθηκε ἡ εἰκόνα μου. Αὐτοί εἶναι οἱ καρποί τῆς τριήμερης ταφῆς μου. Αὐτοί εἶναι οἱ στέφανοι τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου. Αὐτοί εἶναι οἱ βασιλικοί μαργαρίτες τῆς δικῆς μου βασιλείας, τούς ὁποίους παίρνοντας ἀπό τό βυθό τοῦ Ἅδη τούς ἔφερα στούς ἐραστές μου.

Γιά ὅλα αὐτά λοιπόν νά χαίρετε, νά χορεύετε, νά ἀγάλλεσθε, νά πανηγυρίζετε. Πηγαίνετε νά τά ἀναγγείλετε στούς ἀδελφούς μου. Βλέπετε πόσον ἀμνησίκακος εἶμαι καί φιλάνθρωπος. Ὀνομάζω ἀδελφούς ἐκείνους πού μέ ἐγκατέλειψαν ἐπάνω στό σταυρό. Ἐπειδή γνωρίζω νά μακροθυμῶ, ὅταν ὑβρίζωμαι.

Γνωρίζω νά ὑπομένω τήν ἀχαριστία. Γνωρίζω νά ἀνέχωμαι τίς ἀδυναμίες τῶν φίλων μου. Γνωρίζω νά ἐλεῶ καί νά δέχωμαι ὅσους ἁμαρτάνουν καί δακρύζουν γι’ αὐτό. «Ὑπάγετε, ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τήν Γαλιλαίαν, κακεῖ με ὄψονται». Ἀναγγείλατε στούς μαθητές μου τά μυστήρια πού σεῖς εἴδατε.

Γίνετε πρῶτες διδάσκαλοι τῶν διδασκάλων. Ἄς μάθει ὁ Πέτρος, πού μέ ἀρνήθηκε, ὅτι μπορῶ καί γυναῖκες νά ἀναδείξω ἀποστόλους. Ἄς πορευθοῦν καί στήν ἄλλη Γαλιλαία νά δοῦν τήν πτωχή λίμνη ἀπό τήν ὁποία τούς ἁλίευσα, γιά νά ἁλιεύσουν κι αὐτοί τά λογικά ψάρια. Ἄς δοῦν τή λίμνη ἀπό τήν ὁποία τούς μετέθεσα στήν ἀνθρώπινη θάλασσα.

Αὐτά ἔλεγε στίς γυναῖκες ὁ Κύριος. Αὐτός καί τώρα παρίσταται ἀοράτως στήν κολυμβήθρα γιά ἐκείνους πού πιστεύουν. Αὐτός ἀγκαλιάζει τούς νεοφώτιστους ὡς φίλους καί ἀδελφούς καί τούς λέγει: Χαίρετε. Αὐτός γεμίζει μέ χαρά καί εὐφροσύνη τίς καρδιές καί τίς ψυχές τους. Αὐτός ἀποπλύνει τούς ἀκάθαρτους μέ τό ὕδωρ τῆς χάριτος. Αὐτός χρίει ἐκείνους πού ἀναγεννιῶνται μέ τό μύρο τοῦ Πνεύματος. Αὐτός προσφέρει στούς δούλους του τό πνευματικό συμπόσιο. Αὐτός λέει πρός ὅλους τούς εὐσεβεῖς: «Λάβετε, φάγετε τόν οὐράνιον ἄρτον. Λάβετε τήν πηγή τῆς πλευρᾶς μου, πού ἀντλεῖται συνεχῶς καί ποτέ δέν ἐξαντλεῖται. Ὅσοι πεινᾶτε, χορτάστε. Ὅσοι διψᾶτε, μεθύστε σωτήριο καί σώφρονα μέθη».

Ἀλλά ὤ Βασιλιᾶ τῶν Οὐρανῶν, πού κάθεσαι στά δεξιά τῆς μεγαλωσύνης ἐκεῖ ψηλά, ὁ Κύριος τῶν Ἀσωμάτων δυνάμεων, Σύ πού ὅπως θέλεις καθοδηγεῖς τήν κτίση, πού κυβερνᾶς μέ καλωσύνη τήν ἀνθρωπότητα, Σύ πού μᾶς χάρισες τήν ἡμέρα καί τήν πανήγυρη αὐτή, ἐλέησέ μας, ὅπως ἐλέησες τήν πόρνη· μή μᾶς ἀποδιώξεις, ἄν μέ τό θάρρος πού ἔχουμε στήν φιλανθρωπία σου τολμήσουμε μέ χέρια ἁμαρτωλά νά κρατήσουμε τό ἅγιό σῶμα σου. Καί ὅπως δέν ἀπόδιωξες ἐκείνη τήν ἁμαρτωλή, τήν πόρνη πού κράτησε τά ἄχραντα πόδια σου, νά ἀνεχθεῖς, σέ παρακαλοῦμε, καί ἐμᾶς τούς ἀνάξιους πού σέ κρατοῦμε, καί ὡς φιλάνθρωπος, περιποιήσου ὅλους ἐμᾶς καί σαγήνευσέ μας στά δίκτυα τοῦ φόβου σου. Ὅπως συνέλαβες τόν τρισμακάριο Παῦλο ἀπό τόν οὐρανό καί τόν ἀνέδειξες Ἀπόστολο, ἀξίωσε καί ἐμᾶς νά γιορτάζουμε μέ καθαρή συνείδηση τήν ἡμέρα τῆς τριήμερης καί ζωοποιοῦ Ἀναστάσεώς σου.

Διότι Σύ εἶσαι ὁ μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Δεσπότης, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν. «Καί σοί πρέπει ἡ δόξα καί ἡ ἐξουσία σύν τῷ Παναχράντῳ σου Πατρί καί τῷ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Στην Κυριακή των Μυροφόρων

Στην Κυριακή των Μυροφόρων

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.

Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί.ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.

Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή, κατά τόν ᾿Ιωάννη, ἀλλά καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μνῆμα, χωρίς νά ἰδῆ τόν Κύριο ἀκόμη. Τρέχει κι᾿ ἔρχεται πρός τόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, καί ἀναγγέλει ὄχι ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τόν τάφο, ὥστε δέν ἐγνώριζε ἀκόμη τήν ἀνάστασι. ῾Επομένως ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στή Μαρία ὄχι ἐντελῶς πρώτη, ἀλλά μετά τήν πλήρη ἔλευσι τῆς ἡμέρας. ῾Υπάρχει λοιπόν κάτι πού ἀναφέρεται συνεσκιασμένως ἀπό τούς εὐαγγελιστάς, τό ὁποῖο θ᾿ ἀποκαλύψω πρός τήν ἀγάπη σας.

Πραγματικά τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, ἐδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπό ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τή θεία ὁμιλία του, καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς της καί ἔγινε αὐτήκοος αὐτοῦ, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια του, ἔστω καί ἄν οἱ εὐαγγελισταί δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά προσαγάγουν ὡς μάρτυρα τήν μητέρα, γιά νά μήν δώσουν ἀφορμή ὑποψίας στούς ἀπίστους. ᾿Επειδή δέ τώρα ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ ἀναστάντος ὁμιλοῦμε πρός πιστούς καί ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑορτῆς ἀπαιτεῖ ἐπείγουσα διευκρίνησι τῶν σχετικῶν μέ τίς Μυροφόρες, μέ τήν ἄδεια αὐτοῦ πού εἶπε “δέν ὑπάρχει κρυφό πού δέν θά γίνη φανερό”, θά τό φανερώσωμε καί τοῦτο.

Λοιπόν Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καί ἐφρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου. ῞Οταν δηλαδή ὁ ᾿Ιωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἐζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Πιλᾶτο τό δεσποτικό σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό ἐτοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, καί ἔβαλαν μεγάλη πέτρα ἐπάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τόν εὐαγγελιστή Μάρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού ἐκαθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Μέ τήν φράσι καί ἡ ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα.διότι αὐτή ἐλεγόταν μητέρα καί τοῦ ᾿Ιακώβου καί τοῦ ᾿Ιωσῆ, πού ἦσαν ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ τόν Μνήστορα. Δέν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές παρατηρώντας, ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἱστόρησε ὁ Λουκᾶς γράφοντας.“παρακολουθώντας κάποιες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπό τήν Γαλιλαία, εἶδαν τό μνημεῖο καί τήν σ᾿ αὐτό τοποθέτησι τοῦ σώματός του. ἦσαν ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ᾿Ιωάννα καί ἡ Μαρία τοῦ ᾿Ιακώβου καί οἱ ἄλλες μαζί τους”.

᾿Αφοῦ δέ ἐπέστρεψαν, λέγει, ἀγόρασαν ἀρώματα καί μῦρα.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός εἶναι ἀληθινά ἡ ὀσμή τῆς ζωῆς γιά ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι, ὅπως ὀσμή θανάτου καταλαμβάνει τούς ἕως τό τέλος ἀπειθεῖς, καί ἡ ὀσμή τῶν ἐνδυμάτων του, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τά ἀρώματα καί τό ὄνομά του εἶναι μῦρο χυμένο, μέ τό ὀποῖο ἐγέμισε θεία εὐωδία τήν οἰκουμένη. ῾Ετοιμάζουν λοιπόν μῦρα καί ἀρώματα, ἀφ᾿ ἑνός μέν πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ γιά παρηγοριά ἀπό τή δυσωδία τοῦ σώματος, ὅταν θά ἔλειωνε, βοηθώντας μέ τήν ἀλοιφή των τούς ἐπιθυμοῦντας νά παραμένουν δίπλα.

᾿Αφοῦ λοιπόν ἑτοίμασαν τά μῦρα καί τά ἀρώματα, κατά τήν ἐντολή τό Σάββατο ἡσύχασαν.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη τά ἀληθινά σάββατα, οὔτε εἶχαν γνωρίσει καλά τό εὐλογημένο ἐκεῖνο σάββατο πού μεταφέρει τή φύσι τους ἀπό τά βάραθρα τοῦ ἅδη στό ὁλόφωτο καί θεῖο καί οὐράνιο ὕψος. “Τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ”, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, “ἦλθαν στό μνῆμα, φέροντας τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν”.ὁ δέ Ματθαῖος λέγει, “ἀργά τό Σάββατο, ξημερώνοντας τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι οἱ προσελθοῦσες εἶναι δύο.ὁ ᾿Ιωάννης “τό πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά”, καί ὅτι μιά εἶναι ἡ προσελθοῦσα, Μαρία ἡ Μαγδαληνή.ὁ δέ Μάρκος “πολύ πρωί τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ προσελθοῦσες.

Πρώτη λοιπόν τῆς ἑβδομάδος λέγουν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί τήν Κυριακή.ἀργά τό Σάββατο, ὄρθρο βαθύ, πολύ πρωί καί πρωί σκοτεινά ἀκόμη, ὀνομάζουν τόν χρόνο γύρω ἀπό τόν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπό φῶς καί σκότος.αὐτός ὁ χρόνος εἶναι, ἀφοῦ ἀρχίζει νά αὐγάζει τό ἀνατολικό μέρος τοῦ ὁρίζοντος πού προκαταγγέλλει τήν ἡμέρα. Μπορεῖ δέ κανείς παρατηρώντας ἀπό μακριά, πρός αὐτό, νά τό ἰδῆ νά ἀρχίζη νά χρωματίζεται ἀπό φῶς γύρω ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νυκτός, ὥστε ἕως τήν πλήρη ἡμέρα νά ὑπολείπωνται τρεῖς ὥρες.

Φαίνονται βέβαια νά διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταί μεταξύ τους τόσο γιά τήν ὥρα, ὅσο καί γιά τόν ἀριθμό τῶν γυναικῶν, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, οἱ Μυροφόρες ἦσαν πολλές, καί ἦλθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δύο καί τρεῖς φορές, συντροφιά μέν, ἀλλ᾿ ὄχι οἱ ἴδιες, καί κατά τόν ὄρθρο μέν ὅλες, ἀλλ᾿ ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς, ἡ δέ Μαγδαληνή ἦλθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε εὐαγγελιστής λοιπόν ἀναφέρει μιά προέλευσι μερικῶν καί παραλείπει τίς ἄλλες. ῞Οπως δέ ἐγώ ὑπολογίζω καί συνάγω ἀπό ὅλους τούς εὐαγγελιστάς, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπα προηγουμένως, πρώτη ἀπό ὅλες ἦλθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί τήν Μαγδαληνή Μαρία. Τοῦτο κυρίως τό συμπεραίνω ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Διότι, λέγει, “ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία”, πού ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί ἰδού ἔγινε μέγας σεισμός.διότι ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, προσῆλθε, ἀπεκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου κι᾿ ἐκαθόταν ἐπάνω σ᾿ αὐτήν.ἦταν δέ ἡ μορφή του σάν ἀστραπή καί τό ἔνδυμά του λευκό σάν τό χιόνι, ἀπό τόν φόβο δέ ἐμπρός του ἐταράχθηκαν οἱ φύλακες κι᾿ ἔγιναν σάν νεκροί”.

῞Ολες λοιπόν οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦλθαν μετά τό σεισμό καί τήν φυγή τῶν φυλάκων, κι᾿ εὑρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη.ἡ δέ Παρθενομήτωρ ἔφθανε τή στιγμή πού ἐγινόταν ὁ σεισμός, ἀποκυλίσθηκε ἡ πέτρα καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος καί οἱ φύλακες ἦσαν παρόντες, ἄν καί συγκλονισμένοι ἀπό τόν φόβο.γι᾿ αὐτό μετά τόν σεισμό αὐτοί ἀνασηκώθηκαν καί ἐκύτταξαν ἀμέσως νά φύγουν, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἐντρυφοῦσε στή θέα. ᾿Εγώ πάντως νομίζω ὅτι γι᾿ αὐτήν πρώτη ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος (διότι γι᾿ αὐτήν πρώτη καί δι᾿ αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθῆ σ᾿ ἐμᾶς ὅλα, ὅσα εἶναι ἐπάνω στόν οὐρανό καί κάτω στή γῆ) καί ὅτι γι᾿ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, αὐτή μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου ὄχι μόνο νά ἰδῆ τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί πολυτρόπως νά μαρτυροῦν τήν ἔγερσι τοῦ ἐνταφιασθέντος.

῏Ηταν δέ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστής ἄγγελος ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ. Διότι μόλις τήν εἶδε αὐτός νά σπεύδη πρός τόν τάφο, αὐτός πού παλαιότερα τῆς εἶχε εἰπεῖ, “μή φοβῆσαι, Μαρία, διότι εὑρῆκες χάρι ἀπό τόν Θεό”, σπεύδει καί τώρα καί κατεβαίνει νά εἰπῆ τό ἴδιο πάλι στήν ἀειπάρθενο καί νά ἀναγγείλη τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ γεννηθέντος ἀπό αὐτήν ἀσπόρως, νά σηκώση τήν πέτρα, νά ὑποδείξη τόν κενό τάφο καί τά ἐντάφια, κι᾿ ἔτσι νά ἐπιβεβαιώση τήν καλή ἀγγελία. Διότι, λέγει, “ἀποκρινόμενος ὁ ἄγγελος, εἶπε στίς γυναῖκες.μή φοβῆσθε ἐσεῖς, ζητεῖτε τόν ᾿Ιησοῦ, τόν ἐσταυρωμένο; ἀναστήθηκε.ἰδού ὁ τόπος ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος”. ᾿Εάν, λέγει, βλέπετε τούς φύλακες συγκλονισμένους ἀπό τόν φόβο, ἀλλά ἐσεῖς νά μήν φοβῆσθε. διότι γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε ᾿Ιησοῦν τόν ἐσταυρωμένο.ἐσηκώθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ. Διότι αὐτός, ὄχι μόνο εἶναι ἀκράτητος ἀπό τοῦ ἅδη καί τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τά κλεῖστρα καί τούς μοχλούς καί τίς σφραγίδες, ἀλλ᾿ εἶναι καί κύριος τῶν ἀθανάτων καί οὐρανίων ἀγγέλων μας καί μόνος αὐτός εἶναι Κύριος τοῦ σύμπαντος.“ἰδέτε”, λέγει, “τόν τόπον ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος καί πηγαίνετε γρήγορα νά εἰπῆτε στούς μαθητάς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς”.

“᾿Αφοῦ δέ ἐξῆλθαν”, λέγει, “μέ φόβο καί χαρά μεγάλη”. ᾿Εγώ νομίζω πάλι ὅτι τόν μέν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί οἱ ἄλλες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει ἕως τότε μαζί (διότι αὐτές δέν κατενόησαν τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νά συλλάβουν τελείως τό φῶς, ὥστε νά ἰδοῦν καί μάθουν ἀκριβῶς), ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τή μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό φῶς, ὡς τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη, ἐγνώρισε μέ ὅλα αὐτά τήν ἀλήθεια κι᾿ ἐπίστευσε στόν ἀρχάγγελο, ἐπειδή αὐτός ἀπό πολύν καιρό τῆς ἐφάνηκε διά τῶν ἔργων ἀξιόπιστος. Πῶς ἄλλωστε, ἀφοῦ ἦταν παροῦσα στά γεγονότα ἡ θεόσοφος Παρθένος, δέν θά κατανοοῦσε τό συμβάν, ἀφοῦ δηλαδή εἶδε σεισμό, καί μάλιστα μεγάλο, ἄγγελο νά κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό, καί μάλιστα ἀστραποβόλο, τή νέκρωσι τῶν φυλάκων καί τοῦ λίθου τήν μετάθεσι, τήν κένωσι τοῦ τάφου καί τό μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, πού ἦσαν ἄλυτα καί συγκρατημένα μέ σμύρνα καί ἀλόη καί συγχρόνως ἐφαίνονταν ἀδειανά ἀπό τό σῶμα, καί ἐπί πλέον ἀφοῦ ἔλαβε τήν χαρμόσυνη πρός αὐτήν θέα καί ἀγγελία τοῦ ἀγγέλου; ῞Οταν δέ ἐξῆλθαν μετά τόν εὐαγγελισμό τοῦτον, ἡ μέν Μαγδαληνή Μαρία, σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος ὡμίλησε γι’ αὐτήν, διαπιστώνει μόνο τήν κένωσι τοῦ τάφου, χωρίς νά ἀναφέρει καθόλου τά ἐντάφια.καί τρέχει πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης.

῾Η δέ Θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευομένη ἀπό ἄλλες γυναῖκες, ἐπανερχόταν πάλι ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθε.καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Ματθαῖος “ὁ ᾿Ιησοῦς τίς συνάντησε λέγοντας, χαίρεται”. Βλέπετε ὅτι καί πρίν ἀπό τήν Μαγδαληνή Μαρία ἡ Θεομήτωρ εἶδε αὐτόν πού γιά τήν σωτηρία μας ἔπαθε σαρκικά καί ἐτάφηκε καί ἀναστήθηκε; “Αὐτές δέ”, λέγει, “προσῆλθαν, ἔπιασαν τά πόδια του καί τόν προσκύνησαν”. ῞Οπως δέ, ὅταν ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζί μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία ἀπό τόν ἄγγελο, μόνο αὐτή κατάλαβε τή σημασία τῶν λόγων, ἔτσι καί μαζί μέ τίς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συνάντησε τόν Υἱό καί Θεό, πρώτη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες εἶδε καί ἀναγνώρισε τόν ἀναστάντα καί προσπίπτοντας ἔπιασε τά πόδια του κι᾿ ἔγινε ἀπόστολός του πρός τούς ᾿Αποστόλους.

῞Οτι δέ ἡ Μαγδαληνή Μαρία δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο τήν συνάντησε καί τῆς παρουσιάσθηκε καί τῆς ὡμίλησε ὁ Κύριος, διδασκόμαστε ἀπό τόν ᾿Ιωάννη. διότι, λέγει, “τρέχει αὐτή πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς, καί λέγει σ᾿ αὐτούς, ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζομε πού τόν ἐτοποθέτησαν”. Πῶς τάχα, ἄν τόν εἶδε καί τόν ἄγγισε μέ τά χέρια της καί τόν ἄκουσε νά ὁμιλῆ, θά ἔλεγε τέτοια πράγματα, ὅτι τόν ἐσήκωσαν καί τόν μετέθεσαν, ποῦ ὅμως, δέν γνωρίζομε; ᾿Αλλά μετά τό δρόμο τοῦ Πέτρου καί τοῦ ᾿Ιωάννη πρός τόν τάφο καί τήν ἐκεῖ θέα τῶν σινδονιῶν καί τήν ἐπιστροφή, λέγει, “ἡ δέ Μαρία ἐστεκόταν κόντα στό μνημεῖο ἔξω κλαίοντας”.

Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δέν τόν εἶχε ἰδεῖ ἀκόμη, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν εἶχε πληροφορηθῆ σχετικά; Καί ὅταν δέ τήν ἐρώτησαν οἱ παρουσιασθέντες ἄγγελοι, γυναῖκα, “γιατί κλαίεις”, ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σάν γιά νεκρό. Καθώς δέ ἐστράφηκε καί εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ, οὔτε τότε δέν ἐκατάλαβε, ἀλλά ἐρωτωμένη ἀπό αὐτόν, τί κλαίει, ἀπαντᾶ παρόμοια, ἕως ὅτου ἐκεῖνος, καλώντας την ὀνομαστικά, παρουσίασε τόν ἑαυτό του ζωντανό. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας καί αὐτή καί ζητώντας νά προσφέρη τόν ἀσπασμό στά πόδια ἐκείνου, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τίς λέξεις, “μή μ᾿ ἐγγίζης”. ᾿Από αὐτό μαθαίνομε ὅτι, ὅταν προηγουμένως ἐφάνηκε στή μητέρα καί στίς γυναῖκες πού ἦσαν μαζί, μόνο σ᾿ αὐτήν ἐπέτρεψε νά πιάση τά πόδια του, ἄν καί ὁ Ματθαῖος ἀποδίδει τοῦτο καί στίς ἄλλες γυναῖκες, μή θέλοντας γιά τήν αἰτία πού εἴπαμε στήν ἀρχή νά προβάλη φανερά τήν μητέρα στό θέμα αὐτό.

᾿Αφοῦ δέ πρώτη ἦλθε στόν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί πρώτη ἐδέχθηκε τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως, ἔπειτα ἦλθαν πολλές μαζί, εἶδαν καί ἐκεῖνες τήν πέτρα ἀποκυλισμένη καί ἄκουσαν τούς ἀγγέλους, πού ἐπιστρέφοντας μέ τό ἄκουσμα αὐτό καί τήν θέα ἐχωρίσθηκαν. ῎Αλλες, ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, “ἔφυγαν ἀπό τό μνῆμα, κυριαρχημένες ἀπό φόβο καί ἔκστασι καί δέν εἶπαν σέ κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦνταν“.ἄλλες ἀκολούθησαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, καί αὐτές ἦσαν πού ἐπέτυχαν τήν θέα καί συνομιλία τοῦ Δεσπότη. ῾Η δέ Μαγδαληνή ἐπῆγε στόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, μαζί μέ τούς ὁποίους ἔρχεται πάλι μόνη στόν τάφο.ὅταν δέ ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, αὐτή παραμένοντας ἀξιώνεται τῆς δεσποτικῆς θέας, στέλλεται καί αὐτή πρός τούς ᾿Αποστόλους καί ἔρχεται πάλι πρός αὐτούς, γιά ν᾿ ἀπαγγείλη σέ ὅλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης, “ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾿ αὐτήν αὐτά”. Αὐτή λοιπόν ἡ θέα λέγει καί ὁ Μάρκος ὅτι ἔγινε πρωί, δηλαδή κατά τήν πλήρη ἀρχή τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπέρασε ὅλος ὁ ὄρθρος, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἤ ἡ πρώτη ἐμφάνισίς του.

῎Εχομε λοιπόν τά συμβάντα ἐξακριβωμένα καί τήν ἀπό τήν ἀρχή ζητουμένη συμφωνία τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν ὡς πρός αὐτά. Οἱ δέ μαθηταί κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τήν ἴδια, ἐνῶ ἄκουσαν ἀπό τίς Μυροφόρες καί τόν Πέτρο, καθώς καί ἀπό τόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα, ὅτι ὁ Κύριος ζῆ καί ἐθεάθηκε ἀπό αὐτές, ἀπίστησαν.γι᾿ αὐτό ὀνειδίζονται ἀπό αὐτόν, ὅταν τούς ἐμφανίσθηκε ὕστερα, καθώς ἦσαν συναθροισμένοι μαζί. ῞Οταν ὅμως παρέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό κατά πολλούς τρόπους καί πολλές φορές, ὄχι μόνο ἐπίστευσαν ὅλοι, ἀλλά καί ἐκήρυξαν παντοῦ.“ὁ λόγος τους ἐξῆλθε σέ ὅλη τή γῆ καί τά ρήματά τους ἔφθασαν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης”, “ἐνῶ ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐβεβαίωνε τόν λόγο μέ τά συνοδευτικά θαύματα”.διότι τά θαύματα ἦσαν ἀναγκαιότατα, μέχρις ὅτου κηρυχθῆ ὁ λόγος σέ ὅλη τή γῆ. ᾿Αλλά χρειάζονται μέν σημεῖα καί τεράστια θαύματα πρός παράστασι καί βεβαίωσι τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος.χρειάζονται ὅμως σημεῖα, ἀλλ᾿ ὄχι τεράστια πρός παράστασι αὐτῶν πού ὑποδέχθηκαν τόν λόγο, ἄν βεβαίως ἐπίστευσαν. Ποιά δηλαδή σημεῖα; Τά ἀπό τά ἔργα. “Δεῖξε μου”, λέγει, “τήν πίστη σου ἀπό τά ἔργα σου”, καί “ποιός εἶναι πιστός, ἄς δείξη τά ἔργα του ἀπό τήν καλή διαγωγή”. Ποιός θά πιστεύση πραγματικά ὅτι ἔχει διάνοια θεία καί ὑψηλή, καί θά ἐλέγαμε οὐράνια, ὅπως εἶναι ἡ εὐσέβεια, αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ φαῦλα ἔργα καί εἶναι προσηλωμένος στή γῆ καί στά γήινα;

Δέν ὠφελεῖ τίποτε λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν λέγη κανείς ὅτι ἔχει θεία πίστι, δέν ἔχει ὅμως ἔργα κατάλληλα στήν πίστι. Τί ὠφέλησαν οἱ λαμπάδες τίς μωρές παρθένους, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἔλαιο, δηλαδή τά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπαθείας; Τί ὠφέλησε ἡ ἐπίκλησις τοῦ ᾿Αβραάμ σάν πατρός τόν πλούσιο ἐκεῖνον πού τηγανιζόταν στήν ἄσβεστη φλόγα ἐξ αἰτίας τῆς ἀσυμπαθείας πρός τόν Λάζαρο; Τί ὠφέλησε ἡ δῆθεν εὐπείθεια πρός τήν πρόσκλησι ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον πού δέν εἶχε ἀποκτήσει διά τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἔνδυμα κατάλληλο γιά τό θεῖο γάμο καί γιά τόν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυμφῶνα; Προσκλήθηκε μέν καί προσῆλθε, διότι ἐπίστευσε ὁπωσδήποτε, καί παρακάθησε μέ τούς ἁγίους ἐκείνους συνδαιτυμόνες, ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεσκεπάσθηκε καί καταισχύνθηκε, ὡς ἐνδεδυμένος τήν φαυλότητα ἀπό τά ἤθη καί τίς πράξεις ἐδέθηκε ἀνηλεῶς χειροπόδαρα κι᾿ ἐρρίφθηκε στή γέεννα τοῦ πυρός, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ τρυγμός τῶν ὀδόντων.

Αὐτήν εἴθε νά μή τήν δοκιμάση κανείς Χριστιανός, ἀλλ᾿ ἐπιδεικνύοντας ὅλοι διαγωγή πρέπουσα στήν πίστι, νά εἰσέλθωμε στόν νυμφώνα τῆς ἄφθαρτης εὐφροσύνης καί νά ζήσωμε αἰωνίως μαζί μέ τούς ἁγίους ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ὅλων τῶν εὐφραινομένων. Γένοιτο.