Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 1ο):
Οι μεγάλοι χριστιανοί παιδαγωγοί

Tου Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Ο μήνας Ιανουάριος είναι ολόκληρος αφιερωμένος στη μνήμη των πιο σημαντικών Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι ανεδείχθησαν Μεγάλοι, όχι μόνο για τη Θεολογία και την Εκκλησία, αλλά και για τη συμβολή τους στην Ελληνική Παιδεία. Την 1η του έτους γιορτάζουμε την μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου, την 10η Ιανουαρίου, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, την 27η του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και την 30η του μηνός, τους Τρείς Ιεράρχες μαζί, Βασίλειον, Γρηγόριον και Ιωάννην, ως αυθεντικές μορφές εκκλησιαστικής αγιότητας και πνευματικής σοφίας, ως θεμελιωτές και εμπνευστές της ελληνορθόδοξης παιδείας μας

Όπως αναφερόμαστε στους μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους και ποιητές της αρχαιότητας, ως τους πρώτους που συνέλαβαν και συνέθεσαν την υψηλή έννοια της παιδείας, ποιες είναι δηλαδή οι αξίες που πρέπει να καλλιεργεί και σε ποιο τελικό σκοπό να αποβλέπει, έτσι στη συνέχεια η Ιστορία αναδεικνύει τους εκκλησιαστικούς Πατέρες, ως τους μεγάλους Χριστιανούς Παιδαγωγούς, οι οποίοι συμπλήρωσαν και ολοκλήρωσαν την έννοια και το περιεχόμενο της παιδείας και την κληροδότησαν ως το θεμέλιο της Αγωγής και του Πολιτισμού των Ελλήνων στους αιώνες.

Συνδυάζουν στην παιδεία, τη γνώση << την προηγουμένη της πίστεως >>, αυτή δηλαδή που είναι καθαρά ανθρώπινη σύλληψη, βγαίνει μέσα από τη φιλοσοφική σκέψη και την επιστημονική έρευνα και τη γνώση << την τικτομένη εκ της πίστεως >>, αυτή που γεννιέται μέσα από την αποκαλυμμένη αλήθεια του Ευαγγελίου (Αββά, Ισαάκ). Και είναι ακριβώς αυτή η σύνθεση που τους κατέστησε διαχρονικούς και πάντοτε επίκαιρους, ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή μας, όπου η παιδεία μας βρίσκεται σε μεγάλη κρίση, επειδή ακριβώς χάνει συνεχώς την πνευματική της διάσταση, τείνει να αποβάλλει τη γνώση που πηγάζει μέσα από την πίστη.

Ο σημερινός εορτασμός των Τριών Ιεραρχών που με τόση αγάπη ο Μητροπολίτης Αθηναγόρας και το επιτελείο της Ι. Μητροπόλεως ετοίμασαν και προσφέρουν τιμητικά, όπως κάθε χρόνο, στην εκπαιδευτική κοινότητα της επαρχίας, συμπίπτει με την αρχή της δεύτερης χρονιάς που πλήττει τη χώρα μας μια πρωτοφανής οικονομική κρίση. Πολλοί βρίσκονται σε δεινή θέση από την δραματική μείωση ή και την απώλεια των αγαθών της επιβίωσης και βιώνουν καταστάσεις μεγάλης στέρησης των βασικών της ζωής. Το κλείσιμο χιλιάδων μικροεπιχειρήσεων και η εφιαλτική αύξηση της ανεργίας επιδεινώνουν καθημερινά την κατάσταση. Έχει προκληθεί ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας στην ελληνική κοινωνία, άγχους και απελπισίας που φτάνει στα όρια της ψυχικής αντοχής και απειλεί, σε πολλές περιπτώσεις, και αυτή την ψυχοσωματική υγεία και ζωή. Οι παλαιότεροι ενθυμούνται παρόμοιες καταστάσεις που έζησαν οι Έλληνες στη μεγάλη κρίση, το κραχ όπως λέγεται, που άρχισε το 1929 στην Αμερική, διαδόθηκε στη Ευρώπη και ήρθε και στη χώρα μας το 1932.

Όταν ομιλούμε για την παιδεία, δεν είναι δυνατόν να την αποκόπτουμε από τα μεγάλα προβλήματα της επικαιρότητας. Γι’ αυτό και στη σημερινή μου ομιλία επέλεξα να αναφερθώ στην ελληνοχριστιανική παιδεία, όπως και σήμερα βρίσκεται στον πυρήνα των σκοπών του σχολείου μας, και στη σχέση της με την οικονομική κρίση, από την οποία δοκιμάζεται η χώρα μας. Η μελέτη της σχέσης αυτής μπορεί να μας βοηθήσει στο να κατανοήσουμε τη βαθύτερη αιτία της κρίσης, στο να αναζητήσουμε τη δύναμη να την αντιμετωπίσουμε και την προοπτική να υπερβούμε τις όποιες δοκιμασίες. Και ακόμη να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα ως πνευματική θωράκιση και ψυχική ωριμότητα για την πρόληψη ή τη διαχείριση παρόμοιων κρίσεων στο μέλλον.

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 2ο):
Η αρχαιοελληνική έννοια της παιδείας

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Τι σημαίνει όμως «ελληνορθόδοξη παιδεία»; Η ετυμολογία της λέξης, μας παραπέμπει στην έννοια και το περιεχόμενο της παιδείας μας, όπως θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε από τους μεγάλους ποιητές, φιλοσόφους, και παιδαγωγούς της Ελληνικής αρχαιότητας και όπως ολοκληρώθηκε από την αποκαλυμμένη διδασκαλία του Ευαγγελίου και διαμορφώθηκε στη θεωρία και πράξη από τους Πατέρες της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας.

Όπως έδειξαν οι μελέτες του γνωστού Γερμανού φιλολόγου Werner Jaeger, την έννοια της παιδείας επεξεργάστηκαν και διατύπωσαν αρχικά οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων (427-347 π. Χ) και ο Αριστοτέλης (384-322), αξιοποιώντας τη μεγάλη ποιητική παράδοση του Ομήρου, των τραγικών ποιητών και των λοιπών κλασικών συγγραφέων της αρχαιότητας, στα έργα των οποίων είναι διάσπαρτη η ελληνική σύλληψη για τον πλούσιο και το βαθύ περιεχόμενο της παιδείας.

Από την αρχή λοιπόν γνωρίζουμε ότι για τους Έλληνες «παιδεία» σημαίνει «παίδευση», δηλαδή επίπονη προσπάθεια, άσκηση και δοκιμασία, στην οποία υποβάλλεται ελεύθερα το παιδί, ο έφηβος και ο νέος, προκειμένου να αναπτυχθεί και καλλιεργηθεί σε ολοκληρωμένο πρόσωπο. Να μορφωθεί ο «καλός κ’ αγαθός πολίτης», να καλλιεργηθεί «Ο ελεύθερος και ο δημοκρατικός άνθρωπος». Να εμπνέεται από τις υψηλές αξίες του αγαθού, του ωραίου, του αληθινού και του θείου. Να κατακτά, όσο είναι δυνατόν, τις αρετές της σοφίας, της ανδρείας, της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης. Να να παλεύει κάθε φορά να υψώνεται πάνω από το επίπεδο του ζώου, να παίρνει τη μορφή του «όντως ανθρώπου», την ελκυστική εκείνη εικόνα που περιγράφει ο στίχος του Μενάνδρου «η χάριεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος η» (πόσο χαριτωμένος είναι ο άνθρωπος όταν είναι πραγματικά άνθρωπος).
Από τους Έλληνες καθιερώθηκε ότι «παιδεία» δεν σημαίνει μονομερής επιδίωξη της χρήσιμης γνώσης, ούτε η εξωτερική πολυμέρεια και η επιφανειακή πολυμάθεια, όπως συμβαίνει δυστυχώς σήμερα. Σημαίνει πολυδιάστατη και ισόρροπη ανάπτυξη όλων των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του μαθητή ως ανθρώπινου προσώπου: «Πολυνοίην ού πολυµαθίην ασκέειν χρη» (η παιδεία πρέπει να επιδιώκει την πολύπλευρη πνευματική καλλιέργεια και όχι την πολυμάθεια) θα µας πει ο Ηράκλειτος (Ηρ. 40). Και ο Αριστοτέλης θα επισημάνει με έμφαση ότι «το ζητείν πανταχού το χρήσιµον, ήκιστα αρµόζει τοις µεγαλοψύχοις και τοις ελευθέροις» (το να επιδιώκουμε παντού μόνο το χρήσιμο, καθόλου δεν αρμόζει σε ανθρώπους ελεύθερους και μεγαλόψυχους) (Πολιτικά, 1338 ε 2).

Η παιδεία στηρίζεται στην έμφυτη ηθική προδιάθεση του ανθρώπου να επιδιώκει το καλό και να αποφεύγει το κακό, αφού, κατά τον Πλάτωνα είναι «φυτόν µη έγγειον αλλ’ουράνιον» (όχι γήινο αλλά ουράνιο δημιούργημα) (Τιµ. 90α7) και κατά τον Αριστοτέλη «άνθρώποις ίδιον του δικαίου και του αδίκου αίσθησιν έχειν» (Λεξικό Δηµητράκου). Γι’ αυτό από την αρχή, οι αρχαίοι Έλληνες συνέδεσαν άρρηκτα την παιδεία με την αρετή, δηλαδή με το ανθρώπινο ήθος, και μας άφησαν εκείνη την διαχρονικής αξίας θέση του Πλάτωνα, ότι «πάσα επιστήµη χωριζοµένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία και ου σοφία φαίνεται» (κάθε επιστήμη, όταν χωρίζεται από την δικαιοσύνη και όλες τις άλλες ηθικές αξίες και αρετές, καθόλου δεν είναι ανθρώπινη σοφία, αλλά είναι πανουργία) (Μενέξενος, 246 e-247α).

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 3ο): Η ελληνορθόδοξη παιδεία

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Αυτή την υψηλή αντίληψη για την παιδεία παρέλαβαν οι Πατέρες της Εκκλησίας και πάνω σ’ αυτή οικοδόμησαν την έννοια και το περιεχόμενο της ελληνοχριστιανικής παιδείας, η οποία αποτελεί σύνθεση της ελληνικής σκέψης και της ευαγγελικής αποκάλυψης.

Στη διαλεκτική συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού στους τρεις πρώτους αιώνες, έδωσαν την πιο έγκυρη και διαχρονική απάντηση, αυτή που κατέληξε «στον εκχριστιανισμό του Ελληνισμού και τον εξελληνισμό του Χριστιανισμού», κατά την προσφυή διατύπωση του καθηγητή Κωνσταντίνου Βουρβέρη (Ανθρωπισμός και Χριστιανισμός, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. 23, 1953).

Αποδεχόμενοι τις βασικές αρχαιοελληνικές θέσεις, τις οποίες εναρμόνισαν με την περί παιδείας διδασκαλία του Ευαγγελίου, οι Πατέρες δημιούργησαν, διαμόρφωσαν και παρέδωσαν στις γενεές που ακολούθησαν την παιδεία που υποτίθεται ότι και σήμερα καλλιεργεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Ως πρωτεργάτες και θεμελιωτές μιας νέας παιδαγωγικής, ολοκλήρωσαν έτσι την έννοια και το περιεχόμενο Παιδείας, ανοίγοντας συγχρόνως και νέους ορίζοντες. Στην υψηλή σύλληψη των αρχαίων για την οριζόντια, την ανθρώπινη διάσταση της παιδείας, ύψωσαν και την κάθετη διάσταση, τη διάσταση του θείου και του αιωνίου.

Στη μόρφωση του «καλού καγαθού πολίτη» και τη μύηση του ανθρώπου στις αξίες του ιερού, του αληθινού, του αγαθού και του ωραίου που επεδίωξαν οι αρχαίοι Έλληνες, προσφέρουν μια πιο συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη πρόταση παιδείας. Την παιδεία που θεμελιώνεται πάνω στην περιγραφή από την Παλαιά Διαθήκη της δημιουργίας του ανθρώπου «κατ’εικόνα και καθ’ οµοίωσιν Θεού» (Γεν. α ’26).

Η φράση αυτή ορίζει, κατά μοναδικό τρόπο, μια νέα, σύντομη όσο σαφή και συγκεκριμένη πρόταση. Οι έμφυτες ηθικές προδιαθέσεις που ανίχνευσαν οι αρχαίοι στην ανθρώπινη φύση, τώρα ορίζονται ως «εικόνα Θεού», δηλαδή ίχνη από θεϊκές ιδιότητες που υπάρχουν, δυνάμει, μέσα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Στη φράση «κατ’ εικόνα και καθ’ οµοίωσιν» συνοψίζεται η φύση και η υπόσταση του ανθρώπου, ο σκοπός και η ουσία της παιδείας του. Συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε ανατροφής και παιδείας, πολύ περισσότερο στην ελληνικό χώρο, όπου η αρχαία φιλοσοφική σκέψη και η βιβλική αποκάλυψη συναντώνται και αλληλοσυμπληρώνονται στην ιδέα του ανθρώπου ως θείου δημιουργήματος και της παιδείας του ως αγώνα για την πνευματική του ολοκλήρωση. Η θεϊκή εικόνα είναι η βασική προϋπόθεση και η μοναδική δύναμη, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος, με την κατάλληλη αγωγή, στην ολοκλήρωσή και τον προορισμό του. Ένα προορισμό, στον οποίο ο κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να φτάσει, σε όση ατέλεια ή αδυναμία κι αν βρίσκεται. Και αυτό ακριβώς είναι το ιδιαίτερο και το μοναδικό που προσφέρει η πρόταση της ελληνορθόδοξης παιδείας.

Οι πατέρες της Εκκλησίας εξαίρουν τις αξίες της αρχαίας παιδείας, τη σωφροσύνη, την ανδρεία, τη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές. Ολοκληρώνουν όμως το αρχικό εκείνο πρότυπο αγωγής με τη βαθύτερη και πολυδιάστατη πνευματική καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών με κέντρο την «καινή εντολή» της αγάπης. Η έμφυτη κοινωνικότητα του ανθρώπου, την οποία είχε διαγνώσει ο Αριστοτέλης (ο άνθρωπος είναι «φύσει κοινωνικός» είχε πει), τώρα ολοκληρώνεται με τον «ύμνο της αγάπης» του Απ. Παύλου (Α Κορ. ι γ 1-8). Ο «κοινωνικός άνθρωπος» καλείται, με την οικογενειακή ανατροφή και τη σχολική παιδεία να αναπτύξει και καλλιεργήσει ως «καρπούς του αγίου πνεύματος» την αγάπη, τη χαρά την ειρήνη, τη μακροθυμία, τη χρηστότητα, την αγαθοσύνη, την πίστη, την πραότητα, την εγκράτεια (Γα. 22-23), ότι πιο υπέροχο μπορεί να σκεφθεί κανείς και να ζήσει στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Η «κοινωνικότητα» των αρχαίων γίνεται τώρα ανιδιοτελής αγάπη, αυτοθυσία, ταπεινοφροσύνη, συγχωρητικότητα. Όλες εκείνες οι ιδιότητες που ανυψώνουν την ποιότητα των σχέσεων και δημιουργούν πραγματική κοινωνία προσώπων. Γι’ αυτό και ο Μ. Βασίλειος υπογραμμίζει ότι «τίποτε δεν είναι τόσο χαρακτηριστικό γνώρισμα της φύσης μας, όσο το να επικοινωνούμε αληθινά μεταξύ μας, να χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο και να έχουμε αγάπη ανάμεσα μας».

Στις θέσεις των Πατέρων για τον άνθρωπο και τη παιδεία διαβλέπουμε τον πυρήνα βασικών θέσεων της σύγχρονης επιστήμης. Τη δυναμική θεωρία της αγωγής, σύμφωνα με την οποία, ενυπάρχουν στον άνθρωπο, εν δυνάμει, τα έμφυτα φυσικά γνωρίσματα του προσώπου και οι πνευματικές προδιαθέσεις και ιδιότητες που τον ολοκληρώνουν, μέσω της παιδείας. Επιπλέον από τη σύγχρονη βιολογική έρευνα διαπιστώνεται ότι ορισμένα στοιχεία του ανθρώπινου γονιδιώματος έχουν σχέση με ηθικά και πνευματικά γνωρίσματα του, όπως είναι η συμπάθεια, ο αλτρουισμός και η συγγνώμη, έτσι ώστε να γίνεται λόγος σήμερα για το «ανθρώπινο γονίδιο του Θεού» (Collins F.,µετ. Θ. Κετσέα, (2009) Η γλώσσα του Θεού, Παπαζήσης, Αθήνα).

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 4ο): Οι σκοποί του σημερινού σχολείου

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η Ελληνοχριστιανική Παιδεία βρίσκεται και σήμερα ακόμη μέσα στις αξίες που καλλιεργεί και στους σκοπούς που επιδιώκει το ελληνικό σχολείο, όπως τουλάχιστον είναι διατυπωμένοι στα νομικά κείμενα (Σύνταγμα, εκπαιδευτικούς νόμους, αναλυτικά προγράμματα). Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό οι αξίες και οι σκοποί αυτοί συνειδητοποιούνται και επιδιώκονται από όλους τους συντελεστές της παιδείας (διοικούντες, διδάσκοντες και διδασκόμενους); Και ακόμη σε ποιο επίπεδο πραγματώνονται μέσα από τη διδασκαλία και τη μάθηση και μέσα από την καθημερινή λειτουργία και ζωή του σχολείου;

Από μια επισταμένη επισκόπηση των σκοπών αυτών, όπως είναι διάσπαρτοι στα διάφορα νομικά κείμενα, διαπιστώνεται αρχικά ότι περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα επιδιώξεων και καλύπτουν, χωρίς κάποιο σοβαρό κενό, τις ανάγκες των σημερινών μαθητών και των φοιτητών. Αφορούν στη σωματική και ψυχική ανάπτυξη, στην κοινωνική και πολιτική ζωή, στην εθνική και πατριωτική συνείδηση, στον ελεύθερο και δημοκρατικό πολίτη. Αναφέρονται στην καλλιέργεια της κριτικής και δημιουργικής σκέψης, στην τέχνη και τον πολιτισμό, στην εργασία και το επάγγελμα, στην επιστήμη και την τεχνολογία, στην έρευνα και την εξειδίκευση. Περιέχουν ακόμη την πνευματική μας παράδοση και τις ελληνικές αξίες με έμφαση στο χριστιανικό ήθος και την ορθόδοξη πνευματικότητα.

Ειδικότερα οι σκοποί αυτοί, στα σχολεία της γενικής παιδείας (Προσχολικής, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας) αποβλέπουν στην «ηθική και πνευματική συνείδηση των Ελλήνων», στην «ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών», στη μόρφωση «του ελεύθερου, του υπεύθυνου και του δημοκρατικού πολίτη». Στις επιδιώξεις της παιδείας μας περιλαμβάνονται ακόμη «η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, τη ζωή και τη φύση», «η πίστη προς τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης», «η συνειδητοποίηση της βαθύτερης σημασίας του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους», «η δημιουργική και η κριτική σκέψη», «η αισθητική καλλιέργεια», «η απόκτηση αυτογνωσίας», «η υπεύθυνη αντιμετώπιση της ζωής».

Ως παιδευτικοί στόχοι ορίζονται ακόμη «ο σεβασμός και η σταθερή προσήλωση στις πανανθρώπινες αξίες και τη λαϊκή παράδοση», «η εξοικείωση με τις ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές και ανθρωπιστικές αξίες», «η διαφύλαξη και η προαγωγή του πολιτισμού» «η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης», «η δημιουργία και η καλλιέργεια διαπροσωπικών σχέσεων», «η φιλία και η συνεργασία των λαών», «η απόκτηση γνώσεων και εμπειριών», «η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας» «η καλλιέργεια του αθλητικού πνεύματος», «η κατανόηση της τέχνης, της επιστήμης και του πολιτισμού», «η αντίληψη της συλλογικής προσπάθειας και συνεργασίας» (Σύνταγμα 1974, Νόμος 1566/85).

Στα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής) ως αποστολή ορίζεται, μεταξύ άλλων, «να παράγουν και να μεταδίδουν τη γνώση» και να συμβάλλουν «στη διαμόρφωση υπεύθυνων ανθρώπων … με επιστημονική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση» (ν. 1268/82, ν. 1404/83)

Ως βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των σκοπών της παιδείας ορίζονται η προσωπικότητα και η επιστημονική και παιδαγωγική συγκρότηση των διδασκόντων, η δημιουργία παιδαγωγικού κλίματος, ο σεβασμός της προσωπικότητας του κάθε μαθητή ή φοιτητή, τα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά βιβλία.

Μια βαθύτερη ανάλυση των σκοπών της παιδείας, όπως διατυπώνονται στις ανωτέρω νομικές φράσεις, οδηγεί στη διαπίστωση ότι, όλοι τελικά, στον πυρήνα τους, περιέχουν την πολυδιάστατη και βαθιά έννοια της πατροπαράδοτης ε)Ελληνορθόδοξης παιδείας. Και αυτό αποτελεί μια τεκμηριωμένη και αναμφισβήτητη θέση, ανεξάρτητα αν υπάρχει σε όλους η διάθεση ή και η δυνατότητα να το διαπιστώσουν, ακόμη και να το αναγνωρίσουν ή και να το θέσουν ως κατευθυντήρια αρχή στο έργο τους. Κυρίαρχες αξίες και έννοιες είναι η επιστημονική κατάρτιση, η κριτική σκέψη, η ηθική συνείδηση, το ορθόδοξο ήθος, η κοινωνική δικαιοσύνη, οι πανανθρώπινες αξίες, η προσωπική ευθύνη, η καλλιέργεια της αγάπης και της αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, θεμελιακά δηλαδή συστατικά της ελληνικής παιδείας που μας έχει κληροδοτήσει η ιστορία και η παράδοση μας.

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 5ο): Η οικονομική κρίση

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Προβάλλει όμως σε όλους το βασανιστικό ερώτημα: Γιατί, μετά από μια τόσο πλούσια πνευματική παράδοση και ένα τόσο περιεκτικό και φιλόδοξο περιεχόμενο παιδείας, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στη μεγάλη κρίση που έχει παγώσει κυριολεκτικά την ελληνική κοινωνία;

Ακολουθώντας την προτροπή του Αντισθένη ότι «αρχή παιδεύσεως ή των ονομάτων επίσκεψις», διευκρινίζουμε ότι η λέξη κρίση σημαίνει αρχικά την ικανότητα του ανθρώπου να σκέπτεται λογικά, να εξετάζει βαθιά και να καταλήγει σε ορθά συμπεράσματα για ένα θέμα. «Απαιδευσία γαρ εστι περί έκαστον πράγμα το μη δύνασθαι κρίνειν τους οικείους λόγους του πράγματος και τους αλλοτρίους» θα μας πει ο Αριστοτέλης. (αποτελεί έλλειψη παιδείας το να μη μπορεί κάποιος να κρίνει τη λογική που διέπει ένα πράγμα και τη λογική που είναι ξένη προς αυτό) (Ηθικά Νικοµάχεια 1217α 8-10). Και αυτή η πρώτη σημασία της λέξης κρίση μας είναι απαραίτητη, για να προσεγγίσουμε και τη δεύτερη σημασία, στην οποία θέλουμε κυρίως να επικεντρωθούμε.

Κρίση λοιπόν, κατά δεύτερο λόγο, σημαίνει γενικά κάθε φαινόμενο διατάραξης της ομαλής πορείας στην προσωπική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου και η ανώμαλη εξέλιξη, που φτάνει μέχρι και την πλήρη ανατροπή μιας περιόδου ηρεμίας και προόδου. Με αυτή την έννοια η κρίση εμφανίζεται και πλήττει όλους τους τομείς του ανθρώπινου βίου. Έτσι έχουμε οικονομική κρίση, κρίση αξιών, κρίση πολιτισμού, ηθική κρίση, κοινωνική κρίση, πολιτική κρίση, κρίση θεσμών, οικογενειακή κρίση, εκπαιδευτική κρίση, εκκλησιαστική κρίση, δικαστική κρίση κλπ.

Πρόκειται για οδυνηρές έως και καταστροφικές καταστάσεις που έρχονται κατά καιρούς, πολλές φορές απροσδόκητα, αναστατώνουν για ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα το ρυθμό της ζωής μας και προκαλούν έντονες αναταράξεις στην οικονομική, την κοινωνική, την πολιτική και την προσωπική μας ζωή. Στη συνέχεια, αφού αφήσουν υλικές ζημιές και ψυχική κόπωση έως και συμπτώματα διαταραχής της ψυχοσωματικής υγείας σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, αρχίζει η αντίστροφη πορεία της ανάκαμψης, της θεραπείας και της υπέρβασης της κρίσης.

Με ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις που αναδύονται από το ήθος και την ανθρωπιά των ανθρώπων, που αντλούνται από την παράδοση και την παιδεία τους, που αναζητούνται στην αναθέρμανση των ανθρωπίνων σχέσεων και της κοινωνικής αλληλεγγύης, αντιμετωπίζονται αρχικά σε προσωπικό ψυχολογικό επίπεδο, οι πρώτες οδυνηρές συνέπειες της κρίσης. Συγχρόνως αναμένεται, με δικαιολογημένη ανησυχία και εναγώνια προσδοκία, να ληφθούν έγκαιρα, από την υπεύθυνη πολιτική ηγεσία, τα ενδεδειγμένα μέτρα, για να γίνει η κρίση το γρηγορότερο παρελθόν, όπως ελπίζουμε ότι θα συμβεί και με την παρούσα οικονομική κρίση.

Σε κάθε κρίση, κρίνεται η αντοχή και η ικανότητα του καθενός μας, να υπερβαίνουμε τις δυσκολίες και να μη μας συνθλίβουν οι αντιξοότητες, όποιες κι αν είναι. Προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε τη σοβαρότητα της κρίσης και να ερμηνεύσουμε την αιτία της, νιώθουμε έντονα αρνητικά συναισθήματα, (αβεβαιότητα, φόβο, άγχος, οργή, απαισιοδοξία) και ενεργοποιούμε τις ψυχικές μας δυνάμεις. Ζητάμε να σταθούμε στα πόδια μας, να ανακτήσουμε νηφαλιότητα, να αντιμετωπίσουμε το σοκ που έχουμε δεχθεί και να μην επιτρέψουμε στον εφιάλτη της αβεβαιότητας να μας εξουθενώνει. Όσοι πιστεύουν, αντλούν ακόμη πιο πολύ δύναμη υπομονής και ελπίδας: «Επί τω Κυρίω πέποιθα» (Ψα. 10, 1), «Θάρσει, τέκνον μου, η πίστις σου σέσωκέ σε», «Μη ταρασσέσθω υµών η καρδία, µηδέ δειλιάτω», «Τα πάντα ισχύω εν τω ενδυναµούντι µε Χριστώ».

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 6ο): Γιατί αυτή η κρίση;

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει βασανιστικό: Γιατί αυτή η κρίση; Η απάντηση βρίσκεται σε αυτό που πολλοί ειδικοί επιστήμονες, αλλά και απλοί σκεπτόμενοι Έλληνες διαπιστώνουν. Ότι ούτε η παιδεία μας λειτουργεί σύμφωνα με τις υψηλές αξίες και τους σκοπούς που μας έχουν κληροδοτηθεί από το παρελθόν, αλλά ούτε και η κρίση που ζούμε σήμερα είναι μόνο οικονομική. Όλοι μιλούν πλέον, για σύμπτωμα μιας γενικότερης ηθικής, πνευματικής και κοινωνικής κρίσης που διαβρώνει όχι μόνο τη δική μας κοινωνία, αλλά και την ανθρωπότητα γενικότερα, χωρίς ίσως να γίνεται αντιληπτή από τους πολλούς.

Ο συγγραφέας Νίκος Θέµελης, σε πρόσφατο άρθρο του στον ημερήσιο τύπο, γράφει με έμφαση ότι «όλοι γνωρίζουμε ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και κρίση λειτουργίας των θεσμών. Είναι κρίση ηθική. Κρίση αντιλήψεων και τρόπου σκέψης, ίσως και ταυτότητας της σύγχρονης κοινωνίας. Βιώνουμε μια κρίση του πολιτισμού μας, μια ολική κρίση … Πίσω από όλα αυτά τα φαινόμενα της παρακμής και της υπανάπτυξης βρίσκονται νοσηρές νοοτροπίες και πίσω από αυτές ο σκληρός πυρήνας μιας χωλής, μιας αυτοκαταστροφικής παιδείας, που οι ρίζες της αναβλύζουν δύναμη και ζωή αμέτρητες δεκαετίες» (Καθημερινή, 911/11).

Η εξέλιξη των πραγμάτων το δεύτερο ήμισυ του 20ου δεν εδικαίωσαν τις μεγάλες προσδοκίες από την παιδεία, για κοινωνική πρόοδο και πνευματική άνοδο. Σταδιακά το σχολείο περιέπεσε σε μια βαθμιαία απώλεια της αποτελεσματικότητας του, κυρίως ως προς την ποιότητα της παιδείας που παρέχει. Κύρια αιτία υπήρξε η γενικότερη κρίση των αξιών της ζωής, η επικράτηση της υλιστική ς νοοτροπίας και η ανάπτυξη της τεχνολογίας σε βάρος των ανθρωπιστικών σπουδών και της πνευματικής παιδείας που δίνουν βάθος και περιεχόμενο στη ζωή των ανθρώπων και θεμελιώνουν ουσιαστική ευημερία των λαών.

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Γάλλος φιλόσοφος Gabriel Marcel (1989-1973), «ο πολιτισμός μας διδάσκει πώς να αποκτούμε και να απολαμβάνουμε όλο και περισσότερα υλικά αγαθά σε βαθμό που να γινόμαστε δούλοι τους. Ενώ θα έπρεπε να μας μαθαίνει πώς να αποφεύγουμε την υποδούλωση αυτή, να αποκτούμε την πνευματική ελευθερία και να ζούμε την αληθινή ζωή». Και ο σύγχρονος μεγάλος γλωσσολόγος Νόαµ Τσόµσκι επισημαίνει ότι «υπάρχει μια μαζική προπαγάνδα που ωθεί τον καθένα στην κατανάλωση, η οποία με τη σειρά της είναι καλή μόνο για τα κέρδη των ολίγων. Η δυτική κοινωνία μπορεί να μην ελέγχεται από στρατό, είναι όμως δέσμια της καταναλωτικής απληστίας».

Σε αυτή τη γενικότερη κρίση, που σήμερα φαίνεται να έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της, σύγχρονοι ερευνητές, φιλόσοφοι και παιδαγωγοί, αποδίδουν την κακοδαιμονία και τα μύρια κακά που μαστίζουν τις ανθρώπινες κοινωνίες και την παιδεία. Χαρακτηρίζουν την εποχή μας <<ρευστή», «ανήσυχη» και «ανασφαλή», διαπιστώνουν ότι «ο πολιτισμός απειλεί το δημιουργό του» και ότι η κοινωνία της κατανάλωσης, του ευδαιμονισμού και της βίας «εξαφανίζει τις αυθεντικές αξίες και εξοντώνει τον άνθρωπο ως εχθρό» (Suchodolsky 1996, Μπάουµαν, Καθηµερινή 9/11/07). Διαρκώς διογκώνονται τα εκφυλιστικά φαινόμενα της φτώχειας και της αθλιότητας, της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ηθικής διαφθοράς, της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, της έξαρσης του Aids και άλλων σοβαρών ασθενειών, της βίας και της εγκληματικότητας.

Η κρίση της κοινωνίας πέρασε και στο σχολείο. Αμφισβητήθηκε ο σχολικός θεσμός για την αδυναμία του γενικά, χωρίς να αποκλείονται και οι φωτεινές εξαιρέσεις, να ανταποκριθεί στις κατά καιρούς προβαλλόμενες απαιτήσεις, να πραγματώσει τους σκοπούς για τους οποίους υπάρχει και λειτουργεί. Επικρίθηκε για την αποτυχία των εσωτερικών συντελεστών της παιδείας να γίνει η σχολική κοινότητα και η αίθουσα διδασκαλίας πόλος έλξης και τόπος δημιουργικής εργασίας, για εκπαιδευτικούς και μαθητές. Το σχολείο διέρχεται κρίση και από την αδυναμία του να αποτρέψει, ακόμη και στον δικό του χώρο, την αδιαφορία, την πλήξη, την αντίδραση και την καταστρεπτική διάθεση των μαθητών απέναντί του.

Η κρίση του σχολείου αντανακλά θεσμικές αδυναμίες και ελλείψεις της παιδείας. Την ανεπάρκεια της πολιτείας να προβαίνει κάθε φορά σε ουσιαστικές ποιοτικές μεταρρυθμίσεις της παρεχόμενης παιδείας και να μην επιχειρεί, και μάλιστα αποσπασματικά και ατελέσφορα, αλλαγές μόνο στο οργανωτικό και διοικητικό πλαίσιο. Να έχει ενεργό συμμετοχή και συνεχή επαγρύπνηση για τη διαρκή άνοδο του ποιοτικού επιπέδου αυτού που συντελείται καθημερινά στο κάθε σχολείο και σε κάθε αίθουσα διδασκαλίας.

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 7ο): Η οικονομική κρίση μέσα σε γενικότερη ηθική κρίση

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια οικονομική κρίση. Δεν διαθέτουμε ειδικές γνώσεις, ώστε να είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για τα αίτια της αποτυχημένης οικονομικής πολιτικής, αλλά και για τον τρόπο θεραπείας και ανάκαμψης της βαριά τραυματισμένη ς οικονομίας μας. Ξεκινώντας, ωστόσο, από την απλή διαπίστωση ότι η οικονομία είναι ανθρώπινο έργο και κυρίως ευθύνη των εκάστοτε πολιτικών που αναλαμβάνουν κάθε φορά τη διαχείρισή της, η αποτυχία αναπόφευκτα βαραίνει όσους άμεσα ή άμεσα μετέχουν στην οικονομική ζωή της χώρας. Δεν πρόκειται επομένως για μια κοινωνική συμφορά που έπληξε ξαφνικά και ανεπάντεχα, τον τόπο μας από μια φυσική καταστροφή ή από κάποια αιτία που δεν ευθύνονται άνθρωποι. Ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά η. δική μας κρίση στη μια διεθνή οικονομική συγκυρία.

Η πείρα της πιο πρόσφατης μεγάλης διεθνούς οικονομικής κρίσης του 1929 – 1933, εξάλλου, που έπληξε και τη χώρα μας, με πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, σε παρόμοια συμπεράσματα είχε οδηγήσει. Ένας μεγάλος θεολόγος και φιλόσοφος της εποχής, ο Σέρβος Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1881-1956), που θεωρείται «από τους μεγαλύτερους διανοητές του 200υ αιώνα» και «ο νέος Χρυσόστομος της Σερβικής Εκκλησίας», αναφερόμενος στην παγκόσμια εκείνη κρίση γράφει: «Μη ρωτάς για την αιτία της τωρινής κρίσης. Η αιτία είναι πάντα η ίδια. Η αποστασία των ανθρώπων από το Θεό ….. Στις μοντέρνες αμαρτίες, μοντέρνα και η κρίση … Χτύπησε τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια, τις οικονομίες, το συνάλλαγμα. Ανακάτεψε τα τραπέζια στις συναλλαγές σε όλο τον κόσμο. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύ εμπόρων, προκάλεσε σύγχυση και φόβο. Και όλα αυτά για να ξυπνήσουν τα υπερήφανα κεφαλάκια των σοφών της Ευρώπης και της Αμερικής, για να έλθουν εις εαυτούς και να ανανήψουν… Όλοι χρειαζόμαστε μια «ισχυρή επανάσταση εναντίον του εσώτερου κακού» …, «Τα σχολεία, ξεκινώντας από το δημοτικό, είναι γεμάτα από κοινωνικούς επαναστάτες και αναμορφωτές. Όμως πού είναι οι ηθικοί επαναστάτες; Δεν υπάρχουν επειδή αυτούς είναι πιο δύσκολο να τους έχουμε». (<<Εκκλησία και επαναστατική παιδαγωγική» στο βιβλίο «Αργά βαδίζει ο Χριστός, έκδ. <<.Εν πλω», Αθήνα).

Όπως για κάθε ανθρώπινο συλλογικό έργο, έτσι και στην οικονομία η επιτυχία ή η αποτυχία πρέπει να αποδοθεί στους ανθρώπους που εμπλέκονται σ’ αυτή. Στην επιστημονική τους επάρκεια ή ανεπάρκεια, στο ήθος τους ή την αήθεια τους, στην εντιμότητα ή ανεντιµότητα τους, στη συναίσθηση ευθύνης ή την ανευθυνότητά τους. Μήπως οι ηθικές αυτές αξίες και αρχές δεν καλλιεργούνται όσο πρέπει στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, στα οποία φοίτησαν οι υπεύθυνοι; Ή μήπως οι ίδιοι δεν φρόντισαν να κάμουν τρόπο ζωής και δράσης τους όσα εκεί έμαθαν και με όσα διαμόρφωσαν το ήθος τους; Πού άραγε να αποδοθεί ο άκριτος και άκρατος καταναλωτισμός και ο αθέμιτος πλουτισμός που κλονίζει συθέμελα την οικονομία, από πού προέρχεται η διαφθορά που επικρατεί στις οικονομικές συναλλαγές και υποσκάπτει τη διαφάνεια, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική συνοχή; Πού πρέπει να αναζητηθεί η αναξιοπιστία της πολιτικής ηγεσίας που καθιστά αίολο ολόκληρο το οικονομικό οικοδόμημα της χώρας και οδηγεί στην κατάρρευσή του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη αν για όλα αυτά έχει φταίξει μόνο η δυσλειτουργία της παιδείας ή και η απαιδευσία των ειδικών, ή αν η αιτία βρίσκεται μόνο στην ανικανότητα, στη διαφθορά και στην ανεντιµότητα των υπευθύνων.

Είναι πάντως προφανές ότι η σημερινή οικονομική κρίση δεν προέκυψε από το πουθενά, χωρίς να υπάρχει βαθύτερη αιτία. Βρίσκεται τώρα στην μεγάλη έξαρση της που αγγίζει και πλήττει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, είναι όμως γέννημα μιας γενικευμένης και παρατεταμένης βαθιάς ηθικής και πνευματικής κρίσης. Και αυτή η γενικότερη κρίση είναι που επιδεινώνει και κάνει ακόμη πιο σκληρή και πιο τραγική την οικονομική κρίση.

Ο Μ. Βασίλειος, μιλώντας σε ανάλογη οικονομική κατάσταση της εποχής του που προκλήθηκε από μεγάλη ανομβρία, επισημαίνει: «Είναι φανερές και γνωστές οι αιτίες που μας επηρεάζουν και μας παρασύρουν, ώστε να μην έχουμε αυτοσυγκράτηση. Παίρνοντας εμείς αγαθά, δεν δίνουμε σε άλλους. Επαινούμε την πράξη της ευεργεσίας και τη στερούμε από εκείνους που την έχουν ανάγκη. Αποκτούμε την ελευθερία μας από τη δουλεία, αλλά δεν συμπονούμε αυτούς που είναι ακόμη δούλοι. Όταν πεινάμε, έχουμε να φάμε, αλλά ξεχνάμε τον πεινασμένο. Έχοντας πλούσια τα αγαθά του Θεού, είμαστε φειδωλοί και ακοινώνητοι στους φτωχούς …. ο Θεός δεν ανοίγει το χέρι Του, επειδή εμείς δεν έχουμε συμπόνια για το διπλανό μας, είναι ξερά τα χωράφια μας, γιατί πάγωσε η αγάπη μας» (<<Εν λιµώ και αυχµώ»).

Ο «Άγιος των Γραμμάτων μας», ο Αλέξανδρος Παπαδιαµάντης, που το 2011 αφιερώνεται στα 100 χρόνια από τη γέννησή του, με τη γνωστή σκωπτική πέννα του, περιγράφει την κρίση της πολιτικής ως ειδικότερη αιτία του κακού, με τα εξής «Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνησία κατά τους προγόνους της. Η αργία εγέννησεν την πενίαν, η πενία έτεκεν την πείναν, η πείνα παρήγαγεν την όρεξιν, η όρεξις εγέννησεν την αυθαιρεσίαν, η αυθαιρεσία εγέννησεν την ληστείαν, η ληστεία εγέννησεν την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τουτου» (<<Οι έμποροι των εθνών»).

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 8ο): Η υπέρβαση της κρίσης

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Η οικονομική κρίση ως σύμπτωμα της γενικότερης ηθικής κρίσης, αργά η γρήγορα θα περάσει. Το έθνος και η πατρίδα μας πέρασαν «δια πυρός και σιδήρου» μέσα στην ιστορία, για να φτάσουμε εδώ που είμαστε σήμερα. Το <<τρελοβάπορο>>, όπως παρομοιάζει την Ελλάδα, ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης,

Από τα βάθη φτάνει κι από τους καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς.

Έλα Χριστέ και Κύριε, λέω κι απορώ,
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο.

Χρόνους µας ταξιδεύει, δε βουλιάξαµε,
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε.

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε,
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε.

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
Παντοπνό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα.
(<<Το τρελοβάπορο>>)

Το θέμα είναι πώς θα περάσει η κρίση, πώς δεν θα υπάρξει ο κίνδυνος να επανέλθει, αλλά και αν παρόλα αυτά χτυπήσει πάλι πώς να βρεθούμε πιο ώριμοι και πιο αποτελεσματικοί στην αντιμετώπιση της;

«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωµό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαµάντη»,

θα μας πει προτρέψει πάλι ο ίδιος ποιητής, παραπέμποντας στους δύο μεγάλους της ποίησης και της λογοτεχνίας μας, καθιερωμένα σύμβολα της όλης πνευματικής μας παράδοσης και πηγή ψυχικής ανάτασης για τους νεοέλληνες (<<Άξιον Εστί, Ψαλµός ια>>, Αθήνα 1980,13η έκδοση, Ίκαρος).

Και για τη σημερινή συγκυρία δεν έχουμε παρά να στραφούμε και πάλι στον ακένωτο πλούτο της ελληνοχριστιανικής μας παράδοσης στις διαχρονικές πνευματικές αξίες της παιδεία μας, όπως είναι αποθησαυρισμένες στους σκοπούς του σχολείου και του Πανεπιστημίου. Ίσως η ανάγκη, στην οποία έχουμε περιέλθει, να σημάνει ένα εγερτήριο σάλπισμα, να ανασύρουμε τις αξίες αυτές από την αφάνεια και τον εξοβελισμό που τις έχουμε καταδικάσει και να τις θέσουμε ως ασφαλή πυξίδα στην πορεία μας.

Η παιδεία θεωρείται και από πολλούς επώνυμους διανοούμενους της τρέχουσας κριτικής ανάλυσης των γεγονότων, ως ο «καταλύτης για την ανάκαμψη», αν βέβαια λειτουργεί «αξιοκρατικά)) με ότι η λέξη «αξιοκρατία)) μπορεί να σημαίνει: αξίες στο περιεχόμενο της παιδείας, στη διοίκηση της παιδείας, στους λειτουργούς της παιδείας (Χ Γιαναράς, Καθημερινή 25/4/10). Για τη διέξοδο από την κρίση, προτείνεται «να φέρουμε στο προσκήνιο ένα αξιακό αντίβαρο απέναντι στις αγοραίες αντιλήψεις, να αποκαταστήσουμε την ηθική ως ζωτική ανάγκη) (Ν. Θέµελης, Καθημερινή 9/1/11).

Ίσως κάτι τέτοιο να σηματοδοτεί και η κατ’ επανάληψη αναφορά της Υπουργού Παιδείας στην ανάγκη να επανέλθει η ηθική στην παιδεία. «Τα πανεπιστήμια πρέπει να διδάσκουν ήθος» είπε σε πρόσφατη τηλεοπτική της συνέντευξη για τα μέτρα που προτείνει για την Ανωτάτη Εκπαίδευση. Είπε ακόμη, σε άλλη περίπτωση, ότι «οι εκπαιδευτικοί θέλουν να ξανακερδίσουν το σεβασμό της κοινωνίας». Επεσήμανε ότι «κατολισθαίνουµε σταθερά στις μετρήσεις ιδίως στη γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική» και ότι «ακόμη μεγαλύτερο είναι το ηθικό κόστος … η ηθική διαφθορά». «Ως έθνος έχουμε ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα … κάποτε όμως πρέπει να μάθουμε να σκύβουμε στα λάθη μας, να τα μελετούμε και να τα διορθώνουμε» . Σε άλλη συνέντευξη είπε «το να είσαι εκπαιδευτικός πρέπει να είναι το πιο απαιτητικό δημόσιο λειτούργημα της χώρας» και ότι «πιστεύει ακράδαντα ότι το θέμα της ηθικής είναι κυρίαρχο στην εκπαίδευση» (Καθηµερινή, 28/2/10 και 7/3/10).

Επίλογος

Η παιδεία μπορεί να λειτουργήσει ως δύναμη υπέρβασης της κρίσης μόνο με μια συστράτευση όλων, από την πολιτική ηγεσία και τα κόμματα, την Εκκλησία και τους θεσμούς, την Υπουργό και τα στελέχη της Διοίκησης, μέχρι τον εκπαιδευτικό και το μαθητή σε όλες τις βαθμίδες, από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο. Να ζωντανέψουν οι αξίες και τα ιδανικά της πατροπαράδοτη ς παιδείας μας, να ανθίσει και πάλι το σχολείο και να γίνει ο κύριος μοχλός για την υπέρβαση της κρίσης.

Από την παιδεία να αντλήσουμε παρηγοριά και δύναμη, για να σταθούμε στα πόδια μας, πίστη και αισιοδοξία, για να ατενίσουμε το μέλλον, σοφία και διορατικότητα, για να συλλάβουμε το νόημα της κρίσης, ωριμότητα και σύνεση, για να πορευτούμε με ασφάλεια, εκλεπτυσμένο πολιτικό αισθητήριο, για να αναδεικνύουµε τους άξιους να κυβερνούν τη χώρα και ηθικό σθένος, για να αναθέτουμε στους αδιάφθορους να διαχειρίζονται τα κοινά.