Ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε στό Ἰατρικό Συμπόσιο

Ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε στό Ἰατρικό Συμπόσιο πού πραγματοποιηθήκε στό Γενικό Νοσοκομεῖο Σερρῶν στίς 17 Μαρτίου 2010 μέ θέμα τήν μεταμόσχευση ἥπατος.

Διακεκριμένοι ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως,
Ἐλλογιμώτατοι κ. Καθηγητές,
Ἀγαπητοί λειτουργοί τῆς ἱατρικῆς ἐπιστήμης,

Ἀγαπητοί κ. Σύνεδροι,

Μέ ἰδιαίτερη χαρά χαιρετίζουμε τό παρόν Ἰατρικό Συμπόσιον μέ θέμα «Μεταμόσχευση ἥπατος, ἀπό τό μῦθο στήν πραγματικότητα», τό ὁποῖον διοργανώνεται ἀπό τήν Γαστρεντερολογική Κλινική τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Σερρῶν καί εὐχόμεθα ἀπό καρδίας κάθε ἐπιτυχία καί τήν ἐξ ὕψους εὐλογίαν στούς τε διοργανωτές, ἰδιαιτέρως δέ στόν κ. Φραντζῆ Χατζηχρῆστο, Διευθυντή τῆς Γαστρεντερολογικῆς Κλινικῆς, ὁ ὁποῖος φιλοτίμως ἀνέλαβε τήν εὐθύνη τῆς ἐπιτυχούς διοργανώσεως τοῦ ἐν λόγῳ συμποσίου, καί στούς ἐκλεκτούς συ­νέδρους, τούς ὁποίους ἐγκαρδίως καλωσορίζουμε στήν πόλη μας.

Πρίν εἰσέλθω στήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματος πού εἴχατε τήν καλωσύνη νά προτείνετε στήν ἐλαχιστότητά μου, καί πού ἀφορᾶ στήν θέση τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν μεταμοσχεύσεων, ἐπιθυμῶ ἐκ προοιμίου ἀφοῦ σᾶς εὐχαριστήσω, ἀκολούθως νά σᾶς διαβεβαιώσω περί τῆς ἀγάπης καί τῆς τιμῆς, μετά τῶν ὁποίων ἡ Ἐκκλησία σᾶς περιβάλλει, καθώς καί περί τῶν προσευχῶν μέ τίς ὁποίες σᾶς συνοδεύουμε στήν ἄσκηση τοῦ ἱεροῦ λειτουργήματός σας.

Ὁ φιλάνθρωπος Θεός ἔδωσε τήν ἐπιστήμη καί τήν σοφία, στούς λειτουργούς τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης γιά τήν ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρωπίνου πόνου. «Ἐδόθη σοφία καί ἐπιστήμη ἐν αὐτοῖς συνιέναι ποιεῖν πάντα τά ἔργα» (Ἔξοδος, 36,1) καί «Τίμα ἰατρόν πρός τάς χρείας αὐτοῦ καί γάρ αὐτόν ἔκτισεν ὁ Κύριος» (Σοφ. Σειράχ, 38,1) λέγει τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν Ἁγία Γραφή. Τά ἐλπιδοφόρα ἐπιτεύγματα τῆς ἱατρικῆς ἐπιστήμης παρηγοροῦν τόν ἄνθρωπο στήν ἀντιμετώπιση τῆς νόσου, πού ὡς γεγονός ἀποτελεῖ μεταπτωτικό φαινόμενο. Ὡστόσο ὀφείλουμε νά διαχειριζόμεθα τήν ὑγεία μας μέ σύνεση, σεβασμό καί σοφία ὡς δῶρο πολύτιμο τοῦ Θεοῦ καί νά προστατεύουμε τήν ὕπαρξή μας ἀλλά καί τό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο ζοῦμε ἀπό καταχρήσεις καί ὑπερβολές.

Ἀλλ’ ἄς εἰσέλθουμε τώρα στήν διαπραγματεύση τοῦ θέματός μας.

Οἱ μεταμοσχεύσεις βιολογικῶν οὐσιῶν ὡς π.χ. τό αἷμα καί τά παράγωγά του καί κυρίως ὀργάνων ἀνθρώπινης προέλευσης εἶναι ἀσφαλῶς ἀπό τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα στήν ἱστορία τῆς Ἰατρικῆς. Χιλιάδες ἄνθρωποι ἔχουν ξαναδῆ τό φῶς μετά ἀπό μεταμόσχευση κερατοειδοῦς χιτῶνος καί πολλοί ἄλλοι ἔχουν ἀποφύγει τό θάνατο χάρις στή μεταμόσχευση νεφρῶν ἤ καί ἤπατος. Παράλληλα ἔχει σημειωθῆ σημαντική πρόοδος καί στή μεταμόσχευση καρδιᾶς, ἐνῶ γίνονται σοβαρές προσπάθειες γιά τήν ἐπέκταση τῆς μεθόδου αὐτῆς καί σέ ἄλλα ὄργανα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ἡ μεγάλη ὅμως πρόοδος πού ἔχει σημειωθῆ στόν τομέα αὐτόν τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καί ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη πού ἀναμένεται σύν Θεῷ νά σημειωθῆ στό μέλλον, ἐπιβάλλουν τήν ἀπό πάσης πλευρᾶς ὁριοθέτηση τῆς διαδικασίας, ὥστε νά ἀποτραποῦν καταχρήσεις της καί νά παραμείνει, μία εὐεργετική γιά τόν ἄνθρωπο ἐξέλιξη. Τό θέμα, ἐκτός ἀπό τήν ἰατρική καί νομική του ὄψη, ἔχει ἀσφαλῶς καί τήν ἠθική του διάσταση, γι’ αὐτό καί ἐπιχειροῦμε μιά θεώρηση του ἀπό αὐτή τήν τελευταία, μέ βάση πάντοτε τή χριστιανική τοῦ Εὐαγγελίου διδασκαλία.

Ὁμιλῶ σέ εἰδικούς ἐπιστήμονες, γι’ αὐτό καί δέν χρειάζεται, νά ἀναφερθῶ ἐν ἐκτάσει στίς πειραματικές ἀρχικά, καί ὕστερα ἀπό τήν ἐπιτυχία τους, καθιερωμένες πιά σέ μεγάλο βαθμό ἀντικαταστάσεις ἀνθρώπινων ὀργάνων πού πάσχουν, μέ ἄλλα πού εἶναι ὑγιῆ, οὔτε στίς ὠφέλειες πού προσδοκῶνται ἀπό τήν τελειοποίηση τῶν μεθόδων πού σήμερα χρησιμοποιοῦνται. Εἶναι φυσικό πώς ἄν ἀντιμετωπισθοῦν ἡ ἄγνοια καί ἡ προκατάληψη τῶν πολλῶν πάνω στό θέμα καί ἐνθαρρυνθοῦν κατάλληλα οἱ ὑποψήφιοι δότες, οἱ μεταμοσχεύσεις θά λύσουν μιά σειρά ἀπό περίπλοκα προβλήματα καί θά χαρίσουν σέ «καταδικασμένους» ἀνθρώπους τή χαρά τῆς ζωῆς. Ὡστόσο δέν λείπουν καί ἐκεῖνοι πού στέκονται ἀρνητικά ἤ καί μέ ἰσχυρές ἐπιφυλάξεις ἐμπρός στίς μεταμοσχεύσεις, γεγονός πού δείχνει ὅτι δέν ἔχει ἴσως ἐξαντληθῆ ὁ προβληματισμός πού συνδέεται μέ τίς ὅποιες διαστάσεις τοῦ ζητήματος. Καί ἱκανός τέτοιος προβληματισμός συνδέεται μέ τήν ἠθική καί θρησκευτική πλευρά του.

Πρέπει ἀπό τήν ἀρχή νά τονίσουμε ὅτι ἡ χριστιανική ἠθική δέν προσφέρει ἕναν σαφῶς ὀριζόμενο κώδικα ἠθικῆς, πολύ δε περισσότερο ἕναν κώδικα ἰατρικῆς δεοντολογίας, προσφέρει ὅμως ἠθικά κριτήρια ἀξιολόγησηςτῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου. Σέ σχέση μέ τίς μεταμοσχεύσεις δύο εἶναι τά θεμελιώδη ἠθικά κριτήρια πού χαράζουν τήν πορεία πλεύσεώς μας. Τό ἕνα εἶναι ἡ ἀνεπανάληπτη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει μοναδική ἀξία, καί τό δεύτερο εἶναι ἡ χωρίς ὅρους καί ὅρια ἀγάπη πρός τόν πλησίον, πού φθάνει μέχρι καί τῆς ἀγάπης αὐτοῦ τοῦ ἐχθροῦ. Ἡ ἀγάπη βέβαια αὐτή δέν εἶναι ἕνας κοινωνικός ἀλτρουϊσμός, ἀλλά ἐκπορεύεται καί ἐμπνέεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, πού ἔφθασε στό σημεῖο νά στείλει στή γῆ τόν Υἱό του γιά νά θυσιασθῆ ὑπέρ τῶν φίλων του. «Μείζονα ταύτης ἀγάπης οὐδείς ἔχει ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ».

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι παλαιότερα ὁρισμένοι θεολόγοι ἀντιμετώπισαν τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων μέ κάποια ἐπιφύλαξη στηριζόμενοι μόνο στήν πρώτη ἀρχή, στό πρῶτο κριτήριο. Γι’ αὐτό καί ἀντιμετώπιζαν τήν μεταμόσχευση τουλάχιστον στίς περιπτώσεις ζωντανῶν δοτῶν σάν αὐτοακρωτηριασμό, πρᾶγμα πού φαινόταν νά ἀντίκειται στήν ἠθική. Σ’ αὐτή τήν προσέγγιση ἐπίστευαν ὅτι τούς διευκόλυναν οἱ Ἱεροί Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως οἱ ΚΑ, ΚΓ καί ΚΔ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων πού τιμωροῦν μέ ἀφορισμό τόν λαϊκό πού αὐτοακρωτηριάζεται, τόν ἐμποδίζουν δέ ἀπό τοῦ νά γίνει κληρικός, καί ἄν εἶναι κληρικός τόν τιμωροῦν μέ καθαίρεση. Δικαιολογῶντας οἱ Κανόνες τίς αὐστηρές κυρώσεις ὑπογραμμίζουν: «Αὐτοφονευτής γάρ ἐστιν ἑαυτοῦ καί τῆς τοῦ Θεοῦ δημιουργίας ἐχθρός». Τά ἴδια περίπου προβλέπουν καί ἄλλοι Ἱεροί Κανόνες, ὅπως ὁ Λ’ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς καί ὁ Η’ τῆς Πρωτοδευτέρας. Ἡ ἑρμηνεία τους ὅμως ἦταν ὑποκειμενική καί σαφῶς μονομερής.

Ἀπό τήν ὀρθή ὅμως ἑρμηνεία τῶν Κανόνων αὐτῶν συμπεραίνουμε ὅτι ὁ ἀκρωτηριασμός γιά τόν ὁποῖο γίνεται λόγος παραπάνω εἶναι ὁ εὐνουχισμός πού ὡρισμένοι ζηλωτές χριστιανοί τῶν πρώτων αἰώνων ἐπιχειροῦσαν σάν μέσο γιά κατάκτηση τῆς ἠθικῆς καθαρότητος καί τελειότητος. Ἡ Ἐκκλησία, καί ὀρθῶς, ἀντιτάχθηκε μέ σφοδρότητα στήν ἐσφαλμένη αὐτή ἀντίληψη πού συνιστοῦσε οὐσιαστικά ἀναίρεση τῆς δημιουργίας καί τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, τήν ἐθεώρησε δέ βαρειά κάκωση τοῦ σώματος, πού εἶναι ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀξίζει δέ νά σημειωθῆ ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες πού ἀναφέραμε, ἐνῶ τιμωροῦν τόν ἀκρωτηριασμό αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἀφήνουν ἀτιμώρητη τήν ἴδια πράξη ὅταν αὐτή γίνεται γιά λόγους ὑγείας ἤ μέ χρήση βίας χωρίς τή θέληση τοῦ παθόντος. Σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ ἑρμηνευτής Ζωναρᾶς στόν Η’ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου: «Εἰ δέ τις περιπέση νοσήματι, ἐξ οὗ βιάζεται ἐκμηθῆναι, τότε ἀφίησιν αὐτόν καί οὔτε τούς χειρουργοῦντας, οὔτε τούς ἐπιτάσσοντας κολάζει. Οὐ γάρ ὕβρις τοῦ πλάστου τοῦτό ἐστιν, οὐ μήν ἐπιβουλή τοῦ πλάσματος, ἀλλά νόσου θεραπεία».

Ἀπό τήν ἑρμηνεία αὐτή προκύπτουν οἱ ἑξῆς σκέψεις: Κατ’ ἀρχήν ἡ Ἐκκλησία ἀντιτάσσεται σέ κάθε περίπτωση αὐτοακρωτηριασμοῦ πού ἐνέχει στοιχεῖον ὕβρεως πρός τόν Δημιουργό καί πρόερχεται ἀπό λόγους κακῶς νοουμένου ἀσκητισμοῦ. Διασταλτική ἑρμηνεία τῆς ἀπαγορεύσεως δέν εὐσταθεῖ καί εἶναι προφανής ὁ λόγος. Οἱ κυρώσεις δέν μποροῦν νά ἐφαρμοσθοῦν ἀνάλογα γιά ἄλλες περιπτώσεις. Ὁ λόγος τῆς αὐστηρότητος τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλεται στό ὅτι, ὅπως ἐλέχθη ἤδη, ἡ συγκεκριμένη πρακτική συνιστᾶ προσβολή κατά τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπλασε τόν σύνολο ἄνθρωπο. Ἡ ἐκτομή εἶναι ἐμπρακτη ἀποδοκιμασία τοῦ δημιουργοῦ, δηλαδή ἀσέβεια. Ἔχει δηλαδή τό νόημα τῆς διορθώσεως ἑνός ὑποτιθέμενου λάθους τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως προκειμένου περί τῶν μεταμοσχεύσεων τό πρᾶγμα διαφέρει οὐσιωδῶς. Ἡ ἐκούσια ἐδῶ προσφορά ἑνός ἤ περισσοτέρων ὀργάνων δέν γίνεται ἀπό ἀσέβεια πρός τόν Θεό. Οὔτε διότι τό ὑπό ἀφαίρεση ὄργανο κρίνεται περιττό ἤ ἐπιβλαβές γιά τήν ἠθική συγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίθετα ἀναγνωρίζεται ἡ πολυτιμότητα καί ἡ μοναδικότητά του. Ἐπειδή δέν μπορεῖ, ἐπί τοῦ παρόντος τουλάχιστον, ὁ ἄνθρωπος νά δημιουργήσει τέτοια ὄργανα καί νά ὑποκαταστήσει τήν φύση γι’ αὐτό καί ἀναγκάζεται νά χρησιμοποιήσει τά ὑπό τοῦ Θεοῦ δοσμένα, ὠθούμενος ἀπό ἕνα φίλτρο ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Εἶναι ἑπομένως σαφές ὅτι δέν βλάπτει σέ τίποτε τήν περίπτωση πού ἐξετάζουμε ἡ ἐπίκληση τῶν κανονικῶν ἀπαγορεύσεων πού ἀναφέραμε.

Μέ βάση τά ἀνωτέρω ἡ Ἐκκλησία μας προσεγγίζει τήν ὑπόθεση τῶν μεταμοσχεύσεων ὄχι ἀποκλειστικά καί μόνον σέ σχέση μέ τόν δότη, ἀλλά καί σέ σχέση μέ τόν δέκτη καί μέ τίς εὐεργετικές συνέπειες πού θά ἔχει αὐτή γιά τή ζωή του. Ἔτσι δέν θεωρεῖται ἡ μεταμόσχευση ὡς ἀκρωτηριασμός πού ἠθικά ἀπαγορεύεται, ἀλλά ὡς πράξη ἀγάπης πού ἐγγίζει τήν αὐτοθυσία. Ἡ θεώρηση αὐτή συμπληρώνεται καί ἀπό τήν ἀνάγκη ἡ πράξη τοῦ δότη νά εἶναι καρπός ἐλεύθερης καί ἐνσυνείδητης ἐπιλογῆς. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ πράξη του δέν θά πρέπει νά εἶναι ἀποτέλεσμα οἱουδήποτε ἐξαναγκασμοῦ ἤ ἄγνοιας, ἀλλά προϊόν ἐλευθέρας ἀπόφασης πού νά στηρίζεται σέ ἐπίγνωση τῶν συνεπειῶν της. Κάτι τέτοιο βέβαια προϋποθέτει ὅτι καί ὁ γιατρός βλέπει τόν ἄνθρωπο ὡς ἄνθρωπο καί σέ ἀναφορά μέ ὅλες τίς σχέσεις καί τίς ὑποχρεώσεις του καί ὄχι μόνον βιολογικά καί ἐπιστημονικά. Ὁ γιατρός ἔχει χρέος νά ἐξηγήσει στόν δότη ὅλες τίς συνέπειες πού θά ἔχει ἡ προσφορά του τόσο γιά τόν ἴδιο, ὅσο ἵσως καί γιά τήν οἰκογένειά του. Παράλληλα καί ὁ δέκτης ἔχει ὑποχρέωση, ἐφ’ ὅσον βρίσκεται σέ κατάσταση αὐτοσυνειδησίας,νά σταθμίσει καί ἐκεῖνος, ἐάν θά πρέπει νά δεχθῆ τήν προσφορά, ὅσο ἐκούσια καί ἄν εἶναι καί αὐθόρμητη. Ὁ ἰατρός ἔχει ἐδῶ τήν ὑποχρέωση νά βοηθήσει μέ τίς εἰδικές γνώσεις του τόσο τόν δότη ὅσο καί τόν δέκτη στό νά πάρουν τήν ἀπόφασή τους μέ εὐθύνη καί συνείδηση.

Μερικοί ἀμφιβάλλουν στό ἐάν εἶναι ἤ δέν εἶναι ἀσεβής ἡ ἐπέμβαση πού ἐπιχειρεῖται μέ τίς μεταμοσχεύσεις στά σχέδια τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Τό ἐπιχείρημα εἶναι σχολαστικό καί ἀνόητο. Ὁ Θεός ἐπροίκισε τόν ἄνθρωπο μέ νοῦν καί θέληση, ὥστε νά ἀντιμετωπίζει ὑπεύθυνα κάθε πρόβλημα στή ζωή του. Ὁ ἴδιος ἔδωσε τούς γιατρούς καί τήν ἐπιστήμη πρός ἀνακούφισι τῶν πασχόντων. Δέν εἶναι ἐπέμβαση στή βουλή τοῦ Θεοῦ ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καί ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἀρρώστια ἤ τόν θάνατο. Εἶναι, ἀντιθέτως, μέσα στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἡ ἀνάπτυξη πρωτοβουλιῶν ἀπό τόν ἄνθρωπο καί ἡ ἀξιοποίηση τῶν δυνάμεων μέ τίς ὁποῖες τόν ἐφοδιάσε ὁ Δημιουργός του. Τό ὅτι ἔτσι ἔχει ἡ ἄλήθεια μπορεῖ νά ἀποδειχθῆ καί ἀπό ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολήν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού ὅσο κί ἄν ἔχει συμβολικό χαρακτῆρα, εἶναι ὡστόσο σέ στενή σχέση μέ τήν οὐσία τοῦ θέματός μας: «Μαρτυρῶ γάρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατόν τούς ὀφθαλμούς ὑμῶν ἐξορύξαντες ἄν ἐδώκατέ μοι» (Γαλ. 4, 15).

Ὅπως εἶναι γνωστόν ὁ Παῦλος ὑπέφερε ἀπό μία σπάνια νόσο τῶν ὀφθαλμῶν, πού δέν τήν κατονομάζει. Ἔχοντας λοιπόν αὐτό κατά νοῦν ὁ Ἀπόστολος, καί γνωρίζοντας τήν ἀγάπη πού ἔτρεφαν σ’ αὐτόν οἱ Γαλάτες τούς γράφει: «Δίνω μαρτυρία ἐγώ γιά σᾶς ὅτι ἄν σᾶς ζητοῦσα νά μοῦ προσφέρετε τά μάτια σας γιά νά τά χρησιμοποιήσω ἐγώ, θά μοῦ τά προσφέρατε». Στήν ἐποχή τοῦ Παύλου δέν γινόταν ἀσφαλῶς μεταμοσχεύσεις, ἀλλά μποροῦμε νά ὑποθέσουμε πώς ἄν ἐγίνονταν τότε ὁ Ἀπόστολος θά ἐτάσσονταν ὑπέρ, κρίνοντας αὐτές ὡς ἔκφραση καί ἀπόδειξη ἀγάπης ἡ ὁποία «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (α’Κορ. 13, 5). Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος διδάσκει ὅτι ὅλοι οἱ χριστιανοί εἴμαστε «ἀλλήλων μέλη» καί ὅταν μᾶς προτρέπει «διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε εἰς ἀλλήλους» καί ὅταν ἡ προσφορά τῆς ζωῆς μας ὁλόκληρης στό βωμό τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος καταξιώνεται καί δικαιώνεται, τότε πῶς θά ἀρνηθοῦμε μία πράξη τόσο εὐγενική καί ἀνιδιοτελῆ, γιά νά σωθῆ ἕνας συνάνθρωπός μας;

Τό πρόβλημα τῶν μεταμοσχεύσεων γίνεται ἰδιαίτερα δύσκολο ὅταν τά ὄργανα πού προορίζονται γιά μεταμόσχευση ἀφαιροῦνται ἀπό μόλις τελευτήσαντες ἀνθρώπους. Καί αὐτή εἶναι ἡ συνηθέστερη ἴσως περίπτωση. Ἐδῶ ἡ ἀφαίρεση πρέπει νά γίνει σέ σύντομο χρονικό διάστημα καί ἡ ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ταχύτητος ὁδηγεῖ πολλές φορές στόν κίνδυνο καταχρήσεων. Ὑπάρχουν μερικά δύσκολα ἐρωτήματα πού συνάπτονται μέ τήν ἀφαίρεση αὐτή: πότε ἐπέρχεται ὁ θάνατος; Πῶς μπορεῖ κανείς νά εἶναι βέ­βαιος ὅτι στήν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή ὁ δότης εἶναι πραγματικά νεκρός; Πῶς ἐξασφαλίζεται ἡ συναίνεσή του γιά τήν ἀφαίρεση τῶν ὀργάνων του; Στό κρίσιμο ἐρώτημα πότε πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος ἡ ἐπιστήμη προσπαθεῖ ἀ­κόμα καί μέσα ἀπό παλινωδίες νά δώσει τήν ἀπάντησή της. Δέν χωρεῖ ἀμ­φιβολία ὅτι ἡ διαγνωστική μέθοδος τῆς ἐπελεύσεως τοῦ θανάτου ἀνήκει ἀποκλειστικῶς στήν ἰατρική ἐπιστήμη. Ὡστόσο στό χῶρο τῆς ἰατρικῆς ἔχουν ἐγερθῆ σοβαρές ἀμφιβολίες ἄν ἡ ἠλεκτροεγκεφαλική σιγή εἶναι ἀπόλυτα ἀσφαλές κριτήριο διαπιστώσεως τοῦ θανάτου. Ὑπῆρξαν περιπτώσεις πού ἡ σιγή αὐτή δέν ἐσήμαινε καί θάνατο. Ἐπιστήμονες σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο ἐπισημαίνουν ὅτι ἡ διαπίστωση τοῦ θανάτου πρέπει νά γίνεται ἀπό ὁμάδα γιατρῶν, πού νά εἶναι διαφορετικοί ἀπό ἐκείνους πού θά κά­νουν τή μεταμόσχευση. Ἐξάλλου καί τό γεγονός τῆς μεταμοσχεύσεως ἀπαιτεῖ συλλογικότητα καί συνεργασία πολλῶν ἰατρικῶν εἰδικοτήτων. Εὔχομαι ἡ ἰατρική νά μᾶς προσφέρει μέ ἀσφάλεια τή χαρά τῆς ἄδολης, νόμιμης καί ἠθικῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἀνθρωπίνων ὀργάνων γιά τή σωτηρία πασχόντων. Ἡ Ἐκκλησία, κατ’ ἀρχήν δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά προσχωρήσει σέ καθαρά χρησιμοθηρικές ἀντιλήψεις ἔστω καί ἄν εἶναι εὐγενές τό κίνητρό τους. Καί δέν πρόκειται μόνον γιά τό πρόβλημα τοῦ θανάτου σέ σχέση μέ τίς μεταμοσχεύσεις. Εἶναι μία ὁλόκληρη σειρά καί ἀπό ἄλλα προβλήματα τοῦ χώρου αὐτοῦ, πού δύνανται νά ὁδηγήσουν σέ σαφῆ παραβίαση ἠθικῶν κανόνων, χάριν τῆς ἐπιτυχίας τῶν μεταμοσχεύσεων. Τό πρόβλημα τῆς στιγμῆς τῆς ἐπελεύσεως τοῦ θανάτου ἐλπίζομεν ὅτι θά διαφωτισθεῖ πλήρως καί θά ξεπερασθοῦν τά ἠθικά ἐμπόδια πού σήμερα ὀρθοῦνται ἐμπρός στίς μεταμοσχεύσεις. Ἡ ἐξελικτική πορεία πού γνώρισε μέχρι τώρα ἡ διαδικασία τῆς διαπίστωσης τοῦ θανάτου πείθει ὅτι τά ὅποια βήματα πού ὑπολείπονται μέχρι τῆς στιγμῆς πού θά ἐπιλυθοῦν ὅλα τά ἠθικά προβλήματα πού συνδέονται μέ αὐτήν δέν θά ἀργήσει ἡ ἐπιστήμη, μέ τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ, νά τά πραγματοποιήσει. Τότε ὅλοι θά εἴμεθα πιό σίγουροι καί θά ἀντικρύζουμε τίς μεταμοσχεύσεις μέ μεγάλη ἐμπιστοσύνη, συμμετέχοντας στή χαρά ἐκείνων πού θά ἀπολαμβάνουν τήν ζωή των μέ τά ὄργανα τῶν συναθρώπων τους. Ἀλλά καί οἱ ἴδιοι οἱ γιατροί, πού τελικά δέν θά παύσουν νά ἔχουν τήν κύρια εὐθύνη γιά ὅτι συμβαίνει στήν ὅλη διαδικασία τῶν μεταμοσχεύσεων, θά νοιώθουν δικαιωμένοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τῆς συνειδήσεώς των, γιατί δέν θά εἶναι ὑποχρεωμένοι, νά ἀντιμετωπίζουν, προκειμένου νά βοηθήσουν τή ζωή τῶν συνανθρώπων τους τό ἐνδεχόμενο νά ἀφαιροῦν πρίν τήν ὥρα της τή ζωή κάποιων ἄλλων, μέ ὅλο τό ἠθικό κόστος πού μιά τέτοια πιθανότητα συνεπάγεται γιά τή συνείδηση καί γιά τήν ψυχή τους.

Ἕνα ἄλλο θέμα ἀναφορικῶς πρός τήν ὑπόθεση τῶν μεταμοσχεύσεων συνδέεται μέ τήν ἱερότητα τοῦ νεκροῦ καί τή δυσκολία πραγματοποιήσεως ἐπί τοῦ νεκροῦ σώματός οἱασδήποτε ἐπεμβάσεως πού εἶναι ἐνδεχόμενο νά ἐκληφθῆ ὡς ἀσέβεια. Ὁ σεβασμός πρός τό νεκρό στηρίζεται καί στίς θρησκευτικές πεποιθήσεις τοῦ περιβάλλοντος ἤ καί τοῦ ἴδιου τοῦ νεκροῦ. Γι’ αὐτό σέ κάθε τέτοια περίπτωση ἐπιβάλλεται νά προϋπάρχει ἡ συναίνεση δοσμένη ἀπό πρίν. Εἶναι θέμα ἐάν τήν ἔλλειψη αὐτῆς τῆς συναίνεσης μποροῦν νά ὑποκαταστήσουν οἱ συγγενεῖς του. Ἐπίσης πρόβλημα γεννᾶται ἀπό τή βιομηχανοποίηση τῶν μεταμοσχεύσεων. Ἄν π.χ. μία τράπεζα ὀργάνων διαθέτει λιγότερα ὄργανα ἀπό τίς ἀνάγκες πού ὑπάρχουν, μέ ποιά κριτήρια θά προτιμηθοῦν οἱ δέκτες; Πῶς θά ἀποφευχθοῦν ἐνδεχόμενες ἐγκληματικές ἐνέργειες σάν αὐτές πού κατά καιρούς γράφονται στίς ἐφημερίδες γιά σπεῖρες, πού μεταφέρουν μικρά παιδιά ἀπό τίς ἀσιαστικές κυρίως χῶρες μέ σκοπό τήν χρησιμοποίηση ὀργάνων τους γιά μεταμοσχεύσεις σέ πλούσια ἄτομα πού πληρώνουν ὅσα-ὅσα γιά νά ἐξασφαλίσουν ἕνα δότην ἔστω καί ἀκούσιον; Τεράστια προβλημάτα γιά τήν ἐπίλυση τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται ὑπευθυνότης, σύνεση καί ἠθική συγκρότηση. Ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός ἔχει ὁριοθετήσει τίς βασικές ἀρχές πού πρέπει νά διέπουν τήν προσφορά ὀργάνων γιά μεταμοσχεύσεις. Ὅταν ὁ δωρητής ζῆ, ἡ ἀφαίρεση ὀργάνου του ἐπιτρέπεται μόνο στά δίδυμα ὄργανα (νεφρό, μάτι, κ.λπ) καί μέ τήν προϋπόθεση ὅτι τό ἄλλο εἶναι ὑγιές καί θά συνεχίσει τή φυσιολογική του λειτουργία. Ἐπίσης ὅταν ὑπάρχει πραγματική καί σοβαρή ἀνάγκη καί ἡ μεταμόσχευση εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος γιά τήν ἀντιμετώπισή της, καθώς καί ὅταν ὑπάρχει σοβα­ρή καί βάσιμη πιθανότητα γιά τήν ἐπιτυχία τῆς μεταμόσχευσης. Ὅταν ὁ δωρητής εἶναι νεκρός ἡ προσφορά ὀργάνου του πρέπει νά γίνεται ὑπό τίς ἑξῆς προϋποθέσεις: Νά ὑπάρχει γραπτή συναίνεση πρίν τό θάνατο, νά ἐξασφαλίζεται ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρώπινου σώματος ὡς ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νά ἐξασφαλίζεται ἡ ἀποφυγή κάθε εἴδους ἐκμετάλλευσης καί νά ἀποφεύγεται ἔστω καί ὁ πιθανός κίνδυνος εὐθανασίας διότι δέν εἶναι θεμιτό καί ἠθικό νά ὑπερασπίζεται ἡ ζωή τοῦ ἑνός μέ τήν ἐξασθένηση ἤ τήν ἀφαίρεση τῆς ζωῆς τοῦ ἄλλου. Τέλος τονίζονται δύο ἀκόμη βασικές ἀρχές: α) Τό δικαίωμα στή ζωή καί τό δικαίωμα στή σωματική ἀκεραιό­τητα δέν ἔχουν τήν ἴδια προτεραιότητα. Προηγεῖται τό δικαίωμα στή ζωή καί β) Οἱ μεταμοσχεύσεις ὡρισμένων ὀργάνων πού μποροῦν νά ἀλλοιώσουν τήν ψυχική ἤ βιολογική ὑπόσταση τοῦ προσώπου δέν ἐπιτρέπονται. Πρός αὐτές τίς θέσεις σέ γενικές γραμμές συνευδοκεῖ καί ἡ ἁγία Ὀρθό­δοξος Ἐκκλησία.

Κλείνοντας τήν παράθεση τῶν σκέψεών μας περί τῶν μεταμοσχεύσεων παρατηροῦμε συμπερασματικῶς τά ἑξῆς:

1. Ἡ χριστιανική ἠθική δέν ἀρνεῖται τίς μεταμοσχεύσεις, μᾶλλον τίς θεωρεῖ ὡς ἐκδήλωση ἀγάπης πρός τόν πάσχοντα συνάνθρωπο καί γι’ αὐτό τίς ἐνθαρρύνει διά τῆς ἐγκρίσεως καί εὐλογίας της.

2. Ἡ ἀφαίρεση ὀργάνου ἤ ὀργάνων ἀπό τόν δότη ἐπιβάλλεται νά γίνεται μέ τήν συνολική του θεώρηση ὡς προσώπου καί εἰκόνος τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο πρέπει νά συμβαίνει καί σέ ὅτι ἀφορᾶ στόν δέκτη.

3. Ἡ ἀπόφαση τοῦ δότη νά δώση καί τοῦ δέκτη νά λάβει ἕνα ὄργανο πρέπει νά λαμβάνεται ψύχραιμα, ὑπεύθυνα καί μέ πλήρη γνώση τῶν συνεπειῶν της.

4. Τά κριτήρια πραγματοποιήσεως μεταμόσχευσης πρέπει νά εἶναι ἀντικειμενικά, ἀπόλυτως ἀσφαλῆ καί σέ καμμία περίπτωση χρησιμοθηρικά. Στόν νομοθέτη ἐναπόκειται ἡ εὐθύνη νά τά ὁρίσει μέ ἀκρίβεια, ὥστε νά ἀποκλεισθῆ κάθε δυνατότης καταχρήσεως.

5. Ἡ ἐνημέρωση τῆς κοινῆς γνώμης πρέπει νά συντείνει πρός τήν κατεύθυνση ὅτι ἕνας τρόπος καταξιώσεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καί ἡ προσφορά μετά θάνατον ὀργάνων τοῦ σώματός του γιά τή σωτηρία κάποιου ἤ κάποιων συναθρώπων του. Πουθενά τῆς Γραφῆς δέν ὑπάρχει ὡς προϋπόθεση γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἡ σωματική ἀκεραιότητα. Ἡ ἐκστρατεία πού ἔχει ἀρχίσει γιά τήν ἐνημέρωση τῶν ἀνθρώπων πάνω στήν ἀνάγκη νά πολλαπλασιασθοῦν οἱ μετά θάνατον κυρίως δότες πρέπει νά ἐνισχυθῆ, ὥστε νά ἀποδώσει καρπούς πού θά φέρουν εὐεργετικά ἀποτελέσματα.

6. Στήν περίπτωση ἀφαιρέσεως πτωματικῶν ὀργάνων γιά μεταμόσχευση πρέπει νά πιστοποιῆται μέ κάθε βεβαιότητα ὁ θάνατος, νά ἀποφεύγεται ἡ μέ κάθε, ἐνεργητικό ἤ παθητικό τρόπο, ἐπίσπευσή του ἤ παραπλανητική βεβαίωσή του, πού συνιστᾶ ὄχι μόνο βαρύτατο ἠθικό, ἀλλά καί ποινικό ἔγκλημα. Πρώτιστο καί ἱερό καθῆκον τοῦ ἰατροῦ εἶναι ἡ παράταση, ποιοτικῶς καί ποσοτικῶς, τῆς ζωῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Ἡ ἁγία μητέρα μας Ἐκκλησία βλέπει τήν προσφορά ὑγιῶν ὀργά­νων γιά μεταμοσχεύσεις ὡς σπουδαία συνεισφορά στό βωμό τῆς ἀγάπης πρός τόν συνανθρωπο . Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι εὐνοϊκά διατεθιμένη ἀπέναντι στήν ὅλη προσπάθεια ὑπό τίς παραπάνω βεβαίως προϋποθέσεις. Ὅταν ὁ κόσμος πληροφορηθῆ ὑπεύθυνα καί προπαρασκευασθῆ δεόντως, τότε θά κατανοήσει τή σημασία τῆς προσφορᾶς αὐτῆς καί θά τήν ὑποστηρίξει ἐνθέρμως. Τό εὐχόμεθα. Σᾶς εὐχαριστῶ.

†Ὁ Σερρῶν καί Νιγρίτης Θεολόγος