Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 1ο):
Οι μεγάλοι χριστιανοί παιδαγωγοί

Tου Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Ο μήνας Ιανουάριος είναι ολόκληρος αφιερωμένος στη μνήμη των πιο σημαντικών Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι ανεδείχθησαν Μεγάλοι, όχι μόνο για τη Θεολογία και την Εκκλησία, αλλά και για τη συμβολή τους στην Ελληνική Παιδεία. Την 1η του έτους γιορτάζουμε την μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου, την 10η Ιανουαρίου, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, την 27η του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και την 30η του μηνός, τους Τρείς Ιεράρχες μαζί, Βασίλειον, Γρηγόριον και Ιωάννην, ως αυθεντικές μορφές εκκλησιαστικής αγιότητας και πνευματικής σοφίας, ως θεμελιωτές και εμπνευστές της ελληνορθόδοξης παιδείας μας

Όπως αναφερόμαστε στους μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους και ποιητές της αρχαιότητας, ως τους πρώτους που συνέλαβαν και συνέθεσαν την υψηλή έννοια της παιδείας, ποιες είναι δηλαδή οι αξίες που πρέπει να καλλιεργεί και σε ποιο τελικό σκοπό να αποβλέπει, έτσι στη συνέχεια η Ιστορία αναδεικνύει τους εκκλησιαστικούς Πατέρες, ως τους μεγάλους Χριστιανούς Παιδαγωγούς, οι οποίοι συμπλήρωσαν και ολοκλήρωσαν την έννοια και το περιεχόμενο της παιδείας και την κληροδότησαν ως το θεμέλιο της Αγωγής και του Πολιτισμού των Ελλήνων στους αιώνες.

Συνδυάζουν στην παιδεία, τη γνώση << την προηγουμένη της πίστεως >>, αυτή δηλαδή που είναι καθαρά ανθρώπινη σύλληψη, βγαίνει μέσα από τη φιλοσοφική σκέψη και την επιστημονική έρευνα και τη γνώση << την τικτομένη εκ της πίστεως >>, αυτή που γεννιέται μέσα από την αποκαλυμμένη αλήθεια του Ευαγγελίου (Αββά, Ισαάκ). Και είναι ακριβώς αυτή η σύνθεση που τους κατέστησε διαχρονικούς και πάντοτε επίκαιρους, ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή μας, όπου η παιδεία μας βρίσκεται σε μεγάλη κρίση, επειδή ακριβώς χάνει συνεχώς την πνευματική της διάσταση, τείνει να αποβάλλει τη γνώση που πηγάζει μέσα από την πίστη.

Ο σημερινός εορτασμός των Τριών Ιεραρχών που με τόση αγάπη ο Μητροπολίτης Αθηναγόρας και το επιτελείο της Ι. Μητροπόλεως ετοίμασαν και προσφέρουν τιμητικά, όπως κάθε χρόνο, στην εκπαιδευτική κοινότητα της επαρχίας, συμπίπτει με την αρχή της δεύτερης χρονιάς που πλήττει τη χώρα μας μια πρωτοφανής οικονομική κρίση. Πολλοί βρίσκονται σε δεινή θέση από την δραματική μείωση ή και την απώλεια των αγαθών της επιβίωσης και βιώνουν καταστάσεις μεγάλης στέρησης των βασικών της ζωής. Το κλείσιμο χιλιάδων μικροεπιχειρήσεων και η εφιαλτική αύξηση της ανεργίας επιδεινώνουν καθημερινά την κατάσταση. Έχει προκληθεί ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας στην ελληνική κοινωνία, άγχους και απελπισίας που φτάνει στα όρια της ψυχικής αντοχής και απειλεί, σε πολλές περιπτώσεις, και αυτή την ψυχοσωματική υγεία και ζωή. Οι παλαιότεροι ενθυμούνται παρόμοιες καταστάσεις που έζησαν οι Έλληνες στη μεγάλη κρίση, το κραχ όπως λέγεται, που άρχισε το 1929 στην Αμερική, διαδόθηκε στη Ευρώπη και ήρθε και στη χώρα μας το 1932.

Όταν ομιλούμε για την παιδεία, δεν είναι δυνατόν να την αποκόπτουμε από τα μεγάλα προβλήματα της επικαιρότητας. Γι’ αυτό και στη σημερινή μου ομιλία επέλεξα να αναφερθώ στην ελληνοχριστιανική παιδεία, όπως και σήμερα βρίσκεται στον πυρήνα των σκοπών του σχολείου μας, και στη σχέση της με την οικονομική κρίση, από την οποία δοκιμάζεται η χώρα μας. Η μελέτη της σχέσης αυτής μπορεί να μας βοηθήσει στο να κατανοήσουμε τη βαθύτερη αιτία της κρίσης, στο να αναζητήσουμε τη δύναμη να την αντιμετωπίσουμε και την προοπτική να υπερβούμε τις όποιες δοκιμασίες. Και ακόμη να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα ως πνευματική θωράκιση και ψυχική ωριμότητα για την πρόληψη ή τη διαχείριση παρόμοιων κρίσεων στο μέλλον.

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 2ο):
Η αρχαιοελληνική έννοια της παιδείας

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Τι σημαίνει όμως «ελληνορθόδοξη παιδεία»; Η ετυμολογία της λέξης, μας παραπέμπει στην έννοια και το περιεχόμενο της παιδείας μας, όπως θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε από τους μεγάλους ποιητές, φιλοσόφους, και παιδαγωγούς της Ελληνικής αρχαιότητας και όπως ολοκληρώθηκε από την αποκαλυμμένη διδασκαλία του Ευαγγελίου και διαμορφώθηκε στη θεωρία και πράξη από τους Πατέρες της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας.

Όπως έδειξαν οι μελέτες του γνωστού Γερμανού φιλολόγου Werner Jaeger, την έννοια της παιδείας επεξεργάστηκαν και διατύπωσαν αρχικά οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων (427-347 π. Χ) και ο Αριστοτέλης (384-322), αξιοποιώντας τη μεγάλη ποιητική παράδοση του Ομήρου, των τραγικών ποιητών και των λοιπών κλασικών συγγραφέων της αρχαιότητας, στα έργα των οποίων είναι διάσπαρτη η ελληνική σύλληψη για τον πλούσιο και το βαθύ περιεχόμενο της παιδείας.

Από την αρχή λοιπόν γνωρίζουμε ότι για τους Έλληνες «παιδεία» σημαίνει «παίδευση», δηλαδή επίπονη προσπάθεια, άσκηση και δοκιμασία, στην οποία υποβάλλεται ελεύθερα το παιδί, ο έφηβος και ο νέος, προκειμένου να αναπτυχθεί και καλλιεργηθεί σε ολοκληρωμένο πρόσωπο. Να μορφωθεί ο «καλός κ’ αγαθός πολίτης», να καλλιεργηθεί «Ο ελεύθερος και ο δημοκρατικός άνθρωπος». Να εμπνέεται από τις υψηλές αξίες του αγαθού, του ωραίου, του αληθινού και του θείου. Να κατακτά, όσο είναι δυνατόν, τις αρετές της σοφίας, της ανδρείας, της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης. Να να παλεύει κάθε φορά να υψώνεται πάνω από το επίπεδο του ζώου, να παίρνει τη μορφή του «όντως ανθρώπου», την ελκυστική εκείνη εικόνα που περιγράφει ο στίχος του Μενάνδρου «η χάριεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος η» (πόσο χαριτωμένος είναι ο άνθρωπος όταν είναι πραγματικά άνθρωπος).
Από τους Έλληνες καθιερώθηκε ότι «παιδεία» δεν σημαίνει μονομερής επιδίωξη της χρήσιμης γνώσης, ούτε η εξωτερική πολυμέρεια και η επιφανειακή πολυμάθεια, όπως συμβαίνει δυστυχώς σήμερα. Σημαίνει πολυδιάστατη και ισόρροπη ανάπτυξη όλων των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του μαθητή ως ανθρώπινου προσώπου: «Πολυνοίην ού πολυµαθίην ασκέειν χρη» (η παιδεία πρέπει να επιδιώκει την πολύπλευρη πνευματική καλλιέργεια και όχι την πολυμάθεια) θα µας πει ο Ηράκλειτος (Ηρ. 40). Και ο Αριστοτέλης θα επισημάνει με έμφαση ότι «το ζητείν πανταχού το χρήσιµον, ήκιστα αρµόζει τοις µεγαλοψύχοις και τοις ελευθέροις» (το να επιδιώκουμε παντού μόνο το χρήσιμο, καθόλου δεν αρμόζει σε ανθρώπους ελεύθερους και μεγαλόψυχους) (Πολιτικά, 1338 ε 2).

Η παιδεία στηρίζεται στην έμφυτη ηθική προδιάθεση του ανθρώπου να επιδιώκει το καλό και να αποφεύγει το κακό, αφού, κατά τον Πλάτωνα είναι «φυτόν µη έγγειον αλλ’ουράνιον» (όχι γήινο αλλά ουράνιο δημιούργημα) (Τιµ. 90α7) και κατά τον Αριστοτέλη «άνθρώποις ίδιον του δικαίου και του αδίκου αίσθησιν έχειν» (Λεξικό Δηµητράκου). Γι’ αυτό από την αρχή, οι αρχαίοι Έλληνες συνέδεσαν άρρηκτα την παιδεία με την αρετή, δηλαδή με το ανθρώπινο ήθος, και μας άφησαν εκείνη την διαχρονικής αξίας θέση του Πλάτωνα, ότι «πάσα επιστήµη χωριζοµένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία και ου σοφία φαίνεται» (κάθε επιστήμη, όταν χωρίζεται από την δικαιοσύνη και όλες τις άλλες ηθικές αξίες και αρετές, καθόλου δεν είναι ανθρώπινη σοφία, αλλά είναι πανουργία) (Μενέξενος, 246 e-247α).

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 3ο): Η ελληνορθόδοξη παιδεία

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Αυτή την υψηλή αντίληψη για την παιδεία παρέλαβαν οι Πατέρες της Εκκλησίας και πάνω σ’ αυτή οικοδόμησαν την έννοια και το περιεχόμενο της ελληνοχριστιανικής παιδείας, η οποία αποτελεί σύνθεση της ελληνικής σκέψης και της ευαγγελικής αποκάλυψης.

Στη διαλεκτική συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού στους τρεις πρώτους αιώνες, έδωσαν την πιο έγκυρη και διαχρονική απάντηση, αυτή που κατέληξε «στον εκχριστιανισμό του Ελληνισμού και τον εξελληνισμό του Χριστιανισμού», κατά την προσφυή διατύπωση του καθηγητή Κωνσταντίνου Βουρβέρη (Ανθρωπισμός και Χριστιανισμός, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. 23, 1953).

Αποδεχόμενοι τις βασικές αρχαιοελληνικές θέσεις, τις οποίες εναρμόνισαν με την περί παιδείας διδασκαλία του Ευαγγελίου, οι Πατέρες δημιούργησαν, διαμόρφωσαν και παρέδωσαν στις γενεές που ακολούθησαν την παιδεία που υποτίθεται ότι και σήμερα καλλιεργεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Ως πρωτεργάτες και θεμελιωτές μιας νέας παιδαγωγικής, ολοκλήρωσαν έτσι την έννοια και το περιεχόμενο Παιδείας, ανοίγοντας συγχρόνως και νέους ορίζοντες. Στην υψηλή σύλληψη των αρχαίων για την οριζόντια, την ανθρώπινη διάσταση της παιδείας, ύψωσαν και την κάθετη διάσταση, τη διάσταση του θείου και του αιωνίου.

Στη μόρφωση του «καλού καγαθού πολίτη» και τη μύηση του ανθρώπου στις αξίες του ιερού, του αληθινού, του αγαθού και του ωραίου που επεδίωξαν οι αρχαίοι Έλληνες, προσφέρουν μια πιο συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη πρόταση παιδείας. Την παιδεία που θεμελιώνεται πάνω στην περιγραφή από την Παλαιά Διαθήκη της δημιουργίας του ανθρώπου «κατ’εικόνα και καθ’ οµοίωσιν Θεού» (Γεν. α ’26).

Η φράση αυτή ορίζει, κατά μοναδικό τρόπο, μια νέα, σύντομη όσο σαφή και συγκεκριμένη πρόταση. Οι έμφυτες ηθικές προδιαθέσεις που ανίχνευσαν οι αρχαίοι στην ανθρώπινη φύση, τώρα ορίζονται ως «εικόνα Θεού», δηλαδή ίχνη από θεϊκές ιδιότητες που υπάρχουν, δυνάμει, μέσα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Στη φράση «κατ’ εικόνα και καθ’ οµοίωσιν» συνοψίζεται η φύση και η υπόσταση του ανθρώπου, ο σκοπός και η ουσία της παιδείας του. Συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε ανατροφής και παιδείας, πολύ περισσότερο στην ελληνικό χώρο, όπου η αρχαία φιλοσοφική σκέψη και η βιβλική αποκάλυψη συναντώνται και αλληλοσυμπληρώνονται στην ιδέα του ανθρώπου ως θείου δημιουργήματος και της παιδείας του ως αγώνα για την πνευματική του ολοκλήρωση. Η θεϊκή εικόνα είναι η βασική προϋπόθεση και η μοναδική δύναμη, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος, με την κατάλληλη αγωγή, στην ολοκλήρωσή και τον προορισμό του. Ένα προορισμό, στον οποίο ο κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να φτάσει, σε όση ατέλεια ή αδυναμία κι αν βρίσκεται. Και αυτό ακριβώς είναι το ιδιαίτερο και το μοναδικό που προσφέρει η πρόταση της ελληνορθόδοξης παιδείας.

Οι πατέρες της Εκκλησίας εξαίρουν τις αξίες της αρχαίας παιδείας, τη σωφροσύνη, την ανδρεία, τη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές. Ολοκληρώνουν όμως το αρχικό εκείνο πρότυπο αγωγής με τη βαθύτερη και πολυδιάστατη πνευματική καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών με κέντρο την «καινή εντολή» της αγάπης. Η έμφυτη κοινωνικότητα του ανθρώπου, την οποία είχε διαγνώσει ο Αριστοτέλης (ο άνθρωπος είναι «φύσει κοινωνικός» είχε πει), τώρα ολοκληρώνεται με τον «ύμνο της αγάπης» του Απ. Παύλου (Α Κορ. ι γ 1-8). Ο «κοινωνικός άνθρωπος» καλείται, με την οικογενειακή ανατροφή και τη σχολική παιδεία να αναπτύξει και καλλιεργήσει ως «καρπούς του αγίου πνεύματος» την αγάπη, τη χαρά την ειρήνη, τη μακροθυμία, τη χρηστότητα, την αγαθοσύνη, την πίστη, την πραότητα, την εγκράτεια (Γα. 22-23), ότι πιο υπέροχο μπορεί να σκεφθεί κανείς και να ζήσει στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Η «κοινωνικότητα» των αρχαίων γίνεται τώρα ανιδιοτελής αγάπη, αυτοθυσία, ταπεινοφροσύνη, συγχωρητικότητα. Όλες εκείνες οι ιδιότητες που ανυψώνουν την ποιότητα των σχέσεων και δημιουργούν πραγματική κοινωνία προσώπων. Γι’ αυτό και ο Μ. Βασίλειος υπογραμμίζει ότι «τίποτε δεν είναι τόσο χαρακτηριστικό γνώρισμα της φύσης μας, όσο το να επικοινωνούμε αληθινά μεταξύ μας, να χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο και να έχουμε αγάπη ανάμεσα μας».

Στις θέσεις των Πατέρων για τον άνθρωπο και τη παιδεία διαβλέπουμε τον πυρήνα βασικών θέσεων της σύγχρονης επιστήμης. Τη δυναμική θεωρία της αγωγής, σύμφωνα με την οποία, ενυπάρχουν στον άνθρωπο, εν δυνάμει, τα έμφυτα φυσικά γνωρίσματα του προσώπου και οι πνευματικές προδιαθέσεις και ιδιότητες που τον ολοκληρώνουν, μέσω της παιδείας. Επιπλέον από τη σύγχρονη βιολογική έρευνα διαπιστώνεται ότι ορισμένα στοιχεία του ανθρώπινου γονιδιώματος έχουν σχέση με ηθικά και πνευματικά γνωρίσματα του, όπως είναι η συμπάθεια, ο αλτρουισμός και η συγγνώμη, έτσι ώστε να γίνεται λόγος σήμερα για το «ανθρώπινο γονίδιο του Θεού» (Collins F.,µετ. Θ. Κετσέα, (2009) Η γλώσσα του Θεού, Παπαζήσης, Αθήνα).

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 4ο): Οι σκοποί του σημερινού σχολείου

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η Ελληνοχριστιανική Παιδεία βρίσκεται και σήμερα ακόμη μέσα στις αξίες που καλλιεργεί και στους σκοπούς που επιδιώκει το ελληνικό σχολείο, όπως τουλάχιστον είναι διατυπωμένοι στα νομικά κείμενα (Σύνταγμα, εκπαιδευτικούς νόμους, αναλυτικά προγράμματα). Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό οι αξίες και οι σκοποί αυτοί συνειδητοποιούνται και επιδιώκονται από όλους τους συντελεστές της παιδείας (διοικούντες, διδάσκοντες και διδασκόμενους); Και ακόμη σε ποιο επίπεδο πραγματώνονται μέσα από τη διδασκαλία και τη μάθηση και μέσα από την καθημερινή λειτουργία και ζωή του σχολείου;

Από μια επισταμένη επισκόπηση των σκοπών αυτών, όπως είναι διάσπαρτοι στα διάφορα νομικά κείμενα, διαπιστώνεται αρχικά ότι περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα επιδιώξεων και καλύπτουν, χωρίς κάποιο σοβαρό κενό, τις ανάγκες των σημερινών μαθητών και των φοιτητών. Αφορούν στη σωματική και ψυχική ανάπτυξη, στην κοινωνική και πολιτική ζωή, στην εθνική και πατριωτική συνείδηση, στον ελεύθερο και δημοκρατικό πολίτη. Αναφέρονται στην καλλιέργεια της κριτικής και δημιουργικής σκέψης, στην τέχνη και τον πολιτισμό, στην εργασία και το επάγγελμα, στην επιστήμη και την τεχνολογία, στην έρευνα και την εξειδίκευση. Περιέχουν ακόμη την πνευματική μας παράδοση και τις ελληνικές αξίες με έμφαση στο χριστιανικό ήθος και την ορθόδοξη πνευματικότητα.

Ειδικότερα οι σκοποί αυτοί, στα σχολεία της γενικής παιδείας (Προσχολικής, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας) αποβλέπουν στην «ηθική και πνευματική συνείδηση των Ελλήνων», στην «ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών», στη μόρφωση «του ελεύθερου, του υπεύθυνου και του δημοκρατικού πολίτη». Στις επιδιώξεις της παιδείας μας περιλαμβάνονται ακόμη «η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, τη ζωή και τη φύση», «η πίστη προς τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης», «η συνειδητοποίηση της βαθύτερης σημασίας του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους», «η δημιουργική και η κριτική σκέψη», «η αισθητική καλλιέργεια», «η απόκτηση αυτογνωσίας», «η υπεύθυνη αντιμετώπιση της ζωής».

Ως παιδευτικοί στόχοι ορίζονται ακόμη «ο σεβασμός και η σταθερή προσήλωση στις πανανθρώπινες αξίες και τη λαϊκή παράδοση», «η εξοικείωση με τις ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές και ανθρωπιστικές αξίες», «η διαφύλαξη και η προαγωγή του πολιτισμού» «η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης», «η δημιουργία και η καλλιέργεια διαπροσωπικών σχέσεων», «η φιλία και η συνεργασία των λαών», «η απόκτηση γνώσεων και εμπειριών», «η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας» «η καλλιέργεια του αθλητικού πνεύματος», «η κατανόηση της τέχνης, της επιστήμης και του πολιτισμού», «η αντίληψη της συλλογικής προσπάθειας και συνεργασίας» (Σύνταγμα 1974, Νόμος 1566/85).

Στα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής) ως αποστολή ορίζεται, μεταξύ άλλων, «να παράγουν και να μεταδίδουν τη γνώση» και να συμβάλλουν «στη διαμόρφωση υπεύθυνων ανθρώπων … με επιστημονική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση» (ν. 1268/82, ν. 1404/83)

Ως βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των σκοπών της παιδείας ορίζονται η προσωπικότητα και η επιστημονική και παιδαγωγική συγκρότηση των διδασκόντων, η δημιουργία παιδαγωγικού κλίματος, ο σεβασμός της προσωπικότητας του κάθε μαθητή ή φοιτητή, τα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά βιβλία.

Μια βαθύτερη ανάλυση των σκοπών της παιδείας, όπως διατυπώνονται στις ανωτέρω νομικές φράσεις, οδηγεί στη διαπίστωση ότι, όλοι τελικά, στον πυρήνα τους, περιέχουν την πολυδιάστατη και βαθιά έννοια της πατροπαράδοτης ε)Ελληνορθόδοξης παιδείας. Και αυτό αποτελεί μια τεκμηριωμένη και αναμφισβήτητη θέση, ανεξάρτητα αν υπάρχει σε όλους η διάθεση ή και η δυνατότητα να το διαπιστώσουν, ακόμη και να το αναγνωρίσουν ή και να το θέσουν ως κατευθυντήρια αρχή στο έργο τους. Κυρίαρχες αξίες και έννοιες είναι η επιστημονική κατάρτιση, η κριτική σκέψη, η ηθική συνείδηση, το ορθόδοξο ήθος, η κοινωνική δικαιοσύνη, οι πανανθρώπινες αξίες, η προσωπική ευθύνη, η καλλιέργεια της αγάπης και της αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, θεμελιακά δηλαδή συστατικά της ελληνικής παιδείας που μας έχει κληροδοτήσει η ιστορία και η παράδοση μας.

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 5ο): Η οικονομική κρίση

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Προβάλλει όμως σε όλους το βασανιστικό ερώτημα: Γιατί, μετά από μια τόσο πλούσια πνευματική παράδοση και ένα τόσο περιεκτικό και φιλόδοξο περιεχόμενο παιδείας, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στη μεγάλη κρίση που έχει παγώσει κυριολεκτικά την ελληνική κοινωνία;

Ακολουθώντας την προτροπή του Αντισθένη ότι «αρχή παιδεύσεως ή των ονομάτων επίσκεψις», διευκρινίζουμε ότι η λέξη κρίση σημαίνει αρχικά την ικανότητα του ανθρώπου να σκέπτεται λογικά, να εξετάζει βαθιά και να καταλήγει σε ορθά συμπεράσματα για ένα θέμα. «Απαιδευσία γαρ εστι περί έκαστον πράγμα το μη δύνασθαι κρίνειν τους οικείους λόγους του πράγματος και τους αλλοτρίους» θα μας πει ο Αριστοτέλης. (αποτελεί έλλειψη παιδείας το να μη μπορεί κάποιος να κρίνει τη λογική που διέπει ένα πράγμα και τη λογική που είναι ξένη προς αυτό) (Ηθικά Νικοµάχεια 1217α 8-10). Και αυτή η πρώτη σημασία της λέξης κρίση μας είναι απαραίτητη, για να προσεγγίσουμε και τη δεύτερη σημασία, στην οποία θέλουμε κυρίως να επικεντρωθούμε.

Κρίση λοιπόν, κατά δεύτερο λόγο, σημαίνει γενικά κάθε φαινόμενο διατάραξης της ομαλής πορείας στην προσωπική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου και η ανώμαλη εξέλιξη, που φτάνει μέχρι και την πλήρη ανατροπή μιας περιόδου ηρεμίας και προόδου. Με αυτή την έννοια η κρίση εμφανίζεται και πλήττει όλους τους τομείς του ανθρώπινου βίου. Έτσι έχουμε οικονομική κρίση, κρίση αξιών, κρίση πολιτισμού, ηθική κρίση, κοινωνική κρίση, πολιτική κρίση, κρίση θεσμών, οικογενειακή κρίση, εκπαιδευτική κρίση, εκκλησιαστική κρίση, δικαστική κρίση κλπ.

Πρόκειται για οδυνηρές έως και καταστροφικές καταστάσεις που έρχονται κατά καιρούς, πολλές φορές απροσδόκητα, αναστατώνουν για ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα το ρυθμό της ζωής μας και προκαλούν έντονες αναταράξεις στην οικονομική, την κοινωνική, την πολιτική και την προσωπική μας ζωή. Στη συνέχεια, αφού αφήσουν υλικές ζημιές και ψυχική κόπωση έως και συμπτώματα διαταραχής της ψυχοσωματικής υγείας σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, αρχίζει η αντίστροφη πορεία της ανάκαμψης, της θεραπείας και της υπέρβασης της κρίσης.

Με ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις που αναδύονται από το ήθος και την ανθρωπιά των ανθρώπων, που αντλούνται από την παράδοση και την παιδεία τους, που αναζητούνται στην αναθέρμανση των ανθρωπίνων σχέσεων και της κοινωνικής αλληλεγγύης, αντιμετωπίζονται αρχικά σε προσωπικό ψυχολογικό επίπεδο, οι πρώτες οδυνηρές συνέπειες της κρίσης. Συγχρόνως αναμένεται, με δικαιολογημένη ανησυχία και εναγώνια προσδοκία, να ληφθούν έγκαιρα, από την υπεύθυνη πολιτική ηγεσία, τα ενδεδειγμένα μέτρα, για να γίνει η κρίση το γρηγορότερο παρελθόν, όπως ελπίζουμε ότι θα συμβεί και με την παρούσα οικονομική κρίση.

Σε κάθε κρίση, κρίνεται η αντοχή και η ικανότητα του καθενός μας, να υπερβαίνουμε τις δυσκολίες και να μη μας συνθλίβουν οι αντιξοότητες, όποιες κι αν είναι. Προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε τη σοβαρότητα της κρίσης και να ερμηνεύσουμε την αιτία της, νιώθουμε έντονα αρνητικά συναισθήματα, (αβεβαιότητα, φόβο, άγχος, οργή, απαισιοδοξία) και ενεργοποιούμε τις ψυχικές μας δυνάμεις. Ζητάμε να σταθούμε στα πόδια μας, να ανακτήσουμε νηφαλιότητα, να αντιμετωπίσουμε το σοκ που έχουμε δεχθεί και να μην επιτρέψουμε στον εφιάλτη της αβεβαιότητας να μας εξουθενώνει. Όσοι πιστεύουν, αντλούν ακόμη πιο πολύ δύναμη υπομονής και ελπίδας: «Επί τω Κυρίω πέποιθα» (Ψα. 10, 1), «Θάρσει, τέκνον μου, η πίστις σου σέσωκέ σε», «Μη ταρασσέσθω υµών η καρδία, µηδέ δειλιάτω», «Τα πάντα ισχύω εν τω ενδυναµούντι µε Χριστώ».

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 6ο): Γιατί αυτή η κρίση;

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει βασανιστικό: Γιατί αυτή η κρίση; Η απάντηση βρίσκεται σε αυτό που πολλοί ειδικοί επιστήμονες, αλλά και απλοί σκεπτόμενοι Έλληνες διαπιστώνουν. Ότι ούτε η παιδεία μας λειτουργεί σύμφωνα με τις υψηλές αξίες και τους σκοπούς που μας έχουν κληροδοτηθεί από το παρελθόν, αλλά ούτε και η κρίση που ζούμε σήμερα είναι μόνο οικονομική. Όλοι μιλούν πλέον, για σύμπτωμα μιας γενικότερης ηθικής, πνευματικής και κοινωνικής κρίσης που διαβρώνει όχι μόνο τη δική μας κοινωνία, αλλά και την ανθρωπότητα γενικότερα, χωρίς ίσως να γίνεται αντιληπτή από τους πολλούς.

Ο συγγραφέας Νίκος Θέµελης, σε πρόσφατο άρθρο του στον ημερήσιο τύπο, γράφει με έμφαση ότι «όλοι γνωρίζουμε ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και κρίση λειτουργίας των θεσμών. Είναι κρίση ηθική. Κρίση αντιλήψεων και τρόπου σκέψης, ίσως και ταυτότητας της σύγχρονης κοινωνίας. Βιώνουμε μια κρίση του πολιτισμού μας, μια ολική κρίση … Πίσω από όλα αυτά τα φαινόμενα της παρακμής και της υπανάπτυξης βρίσκονται νοσηρές νοοτροπίες και πίσω από αυτές ο σκληρός πυρήνας μιας χωλής, μιας αυτοκαταστροφικής παιδείας, που οι ρίζες της αναβλύζουν δύναμη και ζωή αμέτρητες δεκαετίες» (Καθημερινή, 911/11).

Η εξέλιξη των πραγμάτων το δεύτερο ήμισυ του 20ου δεν εδικαίωσαν τις μεγάλες προσδοκίες από την παιδεία, για κοινωνική πρόοδο και πνευματική άνοδο. Σταδιακά το σχολείο περιέπεσε σε μια βαθμιαία απώλεια της αποτελεσματικότητας του, κυρίως ως προς την ποιότητα της παιδείας που παρέχει. Κύρια αιτία υπήρξε η γενικότερη κρίση των αξιών της ζωής, η επικράτηση της υλιστική ς νοοτροπίας και η ανάπτυξη της τεχνολογίας σε βάρος των ανθρωπιστικών σπουδών και της πνευματικής παιδείας που δίνουν βάθος και περιεχόμενο στη ζωή των ανθρώπων και θεμελιώνουν ουσιαστική ευημερία των λαών.

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Γάλλος φιλόσοφος Gabriel Marcel (1989-1973), «ο πολιτισμός μας διδάσκει πώς να αποκτούμε και να απολαμβάνουμε όλο και περισσότερα υλικά αγαθά σε βαθμό που να γινόμαστε δούλοι τους. Ενώ θα έπρεπε να μας μαθαίνει πώς να αποφεύγουμε την υποδούλωση αυτή, να αποκτούμε την πνευματική ελευθερία και να ζούμε την αληθινή ζωή». Και ο σύγχρονος μεγάλος γλωσσολόγος Νόαµ Τσόµσκι επισημαίνει ότι «υπάρχει μια μαζική προπαγάνδα που ωθεί τον καθένα στην κατανάλωση, η οποία με τη σειρά της είναι καλή μόνο για τα κέρδη των ολίγων. Η δυτική κοινωνία μπορεί να μην ελέγχεται από στρατό, είναι όμως δέσμια της καταναλωτικής απληστίας».

Σε αυτή τη γενικότερη κρίση, που σήμερα φαίνεται να έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της, σύγχρονοι ερευνητές, φιλόσοφοι και παιδαγωγοί, αποδίδουν την κακοδαιμονία και τα μύρια κακά που μαστίζουν τις ανθρώπινες κοινωνίες και την παιδεία. Χαρακτηρίζουν την εποχή μας <<ρευστή», «ανήσυχη» και «ανασφαλή», διαπιστώνουν ότι «ο πολιτισμός απειλεί το δημιουργό του» και ότι η κοινωνία της κατανάλωσης, του ευδαιμονισμού και της βίας «εξαφανίζει τις αυθεντικές αξίες και εξοντώνει τον άνθρωπο ως εχθρό» (Suchodolsky 1996, Μπάουµαν, Καθηµερινή 9/11/07). Διαρκώς διογκώνονται τα εκφυλιστικά φαινόμενα της φτώχειας και της αθλιότητας, της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ηθικής διαφθοράς, της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, της έξαρσης του Aids και άλλων σοβαρών ασθενειών, της βίας και της εγκληματικότητας.

Η κρίση της κοινωνίας πέρασε και στο σχολείο. Αμφισβητήθηκε ο σχολικός θεσμός για την αδυναμία του γενικά, χωρίς να αποκλείονται και οι φωτεινές εξαιρέσεις, να ανταποκριθεί στις κατά καιρούς προβαλλόμενες απαιτήσεις, να πραγματώσει τους σκοπούς για τους οποίους υπάρχει και λειτουργεί. Επικρίθηκε για την αποτυχία των εσωτερικών συντελεστών της παιδείας να γίνει η σχολική κοινότητα και η αίθουσα διδασκαλίας πόλος έλξης και τόπος δημιουργικής εργασίας, για εκπαιδευτικούς και μαθητές. Το σχολείο διέρχεται κρίση και από την αδυναμία του να αποτρέψει, ακόμη και στον δικό του χώρο, την αδιαφορία, την πλήξη, την αντίδραση και την καταστρεπτική διάθεση των μαθητών απέναντί του.

Η κρίση του σχολείου αντανακλά θεσμικές αδυναμίες και ελλείψεις της παιδείας. Την ανεπάρκεια της πολιτείας να προβαίνει κάθε φορά σε ουσιαστικές ποιοτικές μεταρρυθμίσεις της παρεχόμενης παιδείας και να μην επιχειρεί, και μάλιστα αποσπασματικά και ατελέσφορα, αλλαγές μόνο στο οργανωτικό και διοικητικό πλαίσιο. Να έχει ενεργό συμμετοχή και συνεχή επαγρύπνηση για τη διαρκή άνοδο του ποιοτικού επιπέδου αυτού που συντελείται καθημερινά στο κάθε σχολείο και σε κάθε αίθουσα διδασκαλίας.

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 7ο): Η οικονομική κρίση μέσα σε γενικότερη ηθική κρίση

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια οικονομική κρίση. Δεν διαθέτουμε ειδικές γνώσεις, ώστε να είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για τα αίτια της αποτυχημένης οικονομικής πολιτικής, αλλά και για τον τρόπο θεραπείας και ανάκαμψης της βαριά τραυματισμένη ς οικονομίας μας. Ξεκινώντας, ωστόσο, από την απλή διαπίστωση ότι η οικονομία είναι ανθρώπινο έργο και κυρίως ευθύνη των εκάστοτε πολιτικών που αναλαμβάνουν κάθε φορά τη διαχείρισή της, η αποτυχία αναπόφευκτα βαραίνει όσους άμεσα ή άμεσα μετέχουν στην οικονομική ζωή της χώρας. Δεν πρόκειται επομένως για μια κοινωνική συμφορά που έπληξε ξαφνικά και ανεπάντεχα, τον τόπο μας από μια φυσική καταστροφή ή από κάποια αιτία που δεν ευθύνονται άνθρωποι. Ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά η. δική μας κρίση στη μια διεθνή οικονομική συγκυρία.

Η πείρα της πιο πρόσφατης μεγάλης διεθνούς οικονομικής κρίσης του 1929 – 1933, εξάλλου, που έπληξε και τη χώρα μας, με πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, σε παρόμοια συμπεράσματα είχε οδηγήσει. Ένας μεγάλος θεολόγος και φιλόσοφος της εποχής, ο Σέρβος Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1881-1956), που θεωρείται «από τους μεγαλύτερους διανοητές του 200υ αιώνα» και «ο νέος Χρυσόστομος της Σερβικής Εκκλησίας», αναφερόμενος στην παγκόσμια εκείνη κρίση γράφει: «Μη ρωτάς για την αιτία της τωρινής κρίσης. Η αιτία είναι πάντα η ίδια. Η αποστασία των ανθρώπων από το Θεό ….. Στις μοντέρνες αμαρτίες, μοντέρνα και η κρίση … Χτύπησε τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια, τις οικονομίες, το συνάλλαγμα. Ανακάτεψε τα τραπέζια στις συναλλαγές σε όλο τον κόσμο. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύ εμπόρων, προκάλεσε σύγχυση και φόβο. Και όλα αυτά για να ξυπνήσουν τα υπερήφανα κεφαλάκια των σοφών της Ευρώπης και της Αμερικής, για να έλθουν εις εαυτούς και να ανανήψουν… Όλοι χρειαζόμαστε μια «ισχυρή επανάσταση εναντίον του εσώτερου κακού» …, «Τα σχολεία, ξεκινώντας από το δημοτικό, είναι γεμάτα από κοινωνικούς επαναστάτες και αναμορφωτές. Όμως πού είναι οι ηθικοί επαναστάτες; Δεν υπάρχουν επειδή αυτούς είναι πιο δύσκολο να τους έχουμε». (<<Εκκλησία και επαναστατική παιδαγωγική» στο βιβλίο «Αργά βαδίζει ο Χριστός, έκδ. <<.Εν πλω», Αθήνα).

Όπως για κάθε ανθρώπινο συλλογικό έργο, έτσι και στην οικονομία η επιτυχία ή η αποτυχία πρέπει να αποδοθεί στους ανθρώπους που εμπλέκονται σ’ αυτή. Στην επιστημονική τους επάρκεια ή ανεπάρκεια, στο ήθος τους ή την αήθεια τους, στην εντιμότητα ή ανεντιµότητα τους, στη συναίσθηση ευθύνης ή την ανευθυνότητά τους. Μήπως οι ηθικές αυτές αξίες και αρχές δεν καλλιεργούνται όσο πρέπει στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, στα οποία φοίτησαν οι υπεύθυνοι; Ή μήπως οι ίδιοι δεν φρόντισαν να κάμουν τρόπο ζωής και δράσης τους όσα εκεί έμαθαν και με όσα διαμόρφωσαν το ήθος τους; Πού άραγε να αποδοθεί ο άκριτος και άκρατος καταναλωτισμός και ο αθέμιτος πλουτισμός που κλονίζει συθέμελα την οικονομία, από πού προέρχεται η διαφθορά που επικρατεί στις οικονομικές συναλλαγές και υποσκάπτει τη διαφάνεια, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική συνοχή; Πού πρέπει να αναζητηθεί η αναξιοπιστία της πολιτικής ηγεσίας που καθιστά αίολο ολόκληρο το οικονομικό οικοδόμημα της χώρας και οδηγεί στην κατάρρευσή του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη αν για όλα αυτά έχει φταίξει μόνο η δυσλειτουργία της παιδείας ή και η απαιδευσία των ειδικών, ή αν η αιτία βρίσκεται μόνο στην ανικανότητα, στη διαφθορά και στην ανεντιµότητα των υπευθύνων.

Είναι πάντως προφανές ότι η σημερινή οικονομική κρίση δεν προέκυψε από το πουθενά, χωρίς να υπάρχει βαθύτερη αιτία. Βρίσκεται τώρα στην μεγάλη έξαρση της που αγγίζει και πλήττει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, είναι όμως γέννημα μιας γενικευμένης και παρατεταμένης βαθιάς ηθικής και πνευματικής κρίσης. Και αυτή η γενικότερη κρίση είναι που επιδεινώνει και κάνει ακόμη πιο σκληρή και πιο τραγική την οικονομική κρίση.

Ο Μ. Βασίλειος, μιλώντας σε ανάλογη οικονομική κατάσταση της εποχής του που προκλήθηκε από μεγάλη ανομβρία, επισημαίνει: «Είναι φανερές και γνωστές οι αιτίες που μας επηρεάζουν και μας παρασύρουν, ώστε να μην έχουμε αυτοσυγκράτηση. Παίρνοντας εμείς αγαθά, δεν δίνουμε σε άλλους. Επαινούμε την πράξη της ευεργεσίας και τη στερούμε από εκείνους που την έχουν ανάγκη. Αποκτούμε την ελευθερία μας από τη δουλεία, αλλά δεν συμπονούμε αυτούς που είναι ακόμη δούλοι. Όταν πεινάμε, έχουμε να φάμε, αλλά ξεχνάμε τον πεινασμένο. Έχοντας πλούσια τα αγαθά του Θεού, είμαστε φειδωλοί και ακοινώνητοι στους φτωχούς …. ο Θεός δεν ανοίγει το χέρι Του, επειδή εμείς δεν έχουμε συμπόνια για το διπλανό μας, είναι ξερά τα χωράφια μας, γιατί πάγωσε η αγάπη μας» (<<Εν λιµώ και αυχµώ»).

Ο «Άγιος των Γραμμάτων μας», ο Αλέξανδρος Παπαδιαµάντης, που το 2011 αφιερώνεται στα 100 χρόνια από τη γέννησή του, με τη γνωστή σκωπτική πέννα του, περιγράφει την κρίση της πολιτικής ως ειδικότερη αιτία του κακού, με τα εξής «Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνησία κατά τους προγόνους της. Η αργία εγέννησεν την πενίαν, η πενία έτεκεν την πείναν, η πείνα παρήγαγεν την όρεξιν, η όρεξις εγέννησεν την αυθαιρεσίαν, η αυθαιρεσία εγέννησεν την ληστείαν, η ληστεία εγέννησεν την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τουτου» (<<Οι έμποροι των εθνών»).

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ (μέρος 8ο): Η υπέρβαση της κρίσης

Του Αλέξανδρου Κακαβούλη
Καθηγητή Πανεπιστημίου

Η οικονομική κρίση ως σύμπτωμα της γενικότερης ηθικής κρίσης, αργά η γρήγορα θα περάσει. Το έθνος και η πατρίδα μας πέρασαν «δια πυρός και σιδήρου» μέσα στην ιστορία, για να φτάσουμε εδώ που είμαστε σήμερα. Το <<τρελοβάπορο>>, όπως παρομοιάζει την Ελλάδα, ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης,

Από τα βάθη φτάνει κι από τους καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς.

Έλα Χριστέ και Κύριε, λέω κι απορώ,
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο.

Χρόνους µας ταξιδεύει, δε βουλιάξαµε,
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε.

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε,
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε.

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
Παντοπνό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα.
(<<Το τρελοβάπορο>>)

Το θέμα είναι πώς θα περάσει η κρίση, πώς δεν θα υπάρξει ο κίνδυνος να επανέλθει, αλλά και αν παρόλα αυτά χτυπήσει πάλι πώς να βρεθούμε πιο ώριμοι και πιο αποτελεσματικοί στην αντιμετώπιση της;

«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωµό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαµάντη»,

θα μας πει προτρέψει πάλι ο ίδιος ποιητής, παραπέμποντας στους δύο μεγάλους της ποίησης και της λογοτεχνίας μας, καθιερωμένα σύμβολα της όλης πνευματικής μας παράδοσης και πηγή ψυχικής ανάτασης για τους νεοέλληνες (<<Άξιον Εστί, Ψαλµός ια>>, Αθήνα 1980,13η έκδοση, Ίκαρος).

Και για τη σημερινή συγκυρία δεν έχουμε παρά να στραφούμε και πάλι στον ακένωτο πλούτο της ελληνοχριστιανικής μας παράδοσης στις διαχρονικές πνευματικές αξίες της παιδεία μας, όπως είναι αποθησαυρισμένες στους σκοπούς του σχολείου και του Πανεπιστημίου. Ίσως η ανάγκη, στην οποία έχουμε περιέλθει, να σημάνει ένα εγερτήριο σάλπισμα, να ανασύρουμε τις αξίες αυτές από την αφάνεια και τον εξοβελισμό που τις έχουμε καταδικάσει και να τις θέσουμε ως ασφαλή πυξίδα στην πορεία μας.

Η παιδεία θεωρείται και από πολλούς επώνυμους διανοούμενους της τρέχουσας κριτικής ανάλυσης των γεγονότων, ως ο «καταλύτης για την ανάκαμψη», αν βέβαια λειτουργεί «αξιοκρατικά)) με ότι η λέξη «αξιοκρατία)) μπορεί να σημαίνει: αξίες στο περιεχόμενο της παιδείας, στη διοίκηση της παιδείας, στους λειτουργούς της παιδείας (Χ Γιαναράς, Καθημερινή 25/4/10). Για τη διέξοδο από την κρίση, προτείνεται «να φέρουμε στο προσκήνιο ένα αξιακό αντίβαρο απέναντι στις αγοραίες αντιλήψεις, να αποκαταστήσουμε την ηθική ως ζωτική ανάγκη) (Ν. Θέµελης, Καθημερινή 9/1/11).

Ίσως κάτι τέτοιο να σηματοδοτεί και η κατ’ επανάληψη αναφορά της Υπουργού Παιδείας στην ανάγκη να επανέλθει η ηθική στην παιδεία. «Τα πανεπιστήμια πρέπει να διδάσκουν ήθος» είπε σε πρόσφατη τηλεοπτική της συνέντευξη για τα μέτρα που προτείνει για την Ανωτάτη Εκπαίδευση. Είπε ακόμη, σε άλλη περίπτωση, ότι «οι εκπαιδευτικοί θέλουν να ξανακερδίσουν το σεβασμό της κοινωνίας». Επεσήμανε ότι «κατολισθαίνουµε σταθερά στις μετρήσεις ιδίως στη γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική» και ότι «ακόμη μεγαλύτερο είναι το ηθικό κόστος … η ηθική διαφθορά». «Ως έθνος έχουμε ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα … κάποτε όμως πρέπει να μάθουμε να σκύβουμε στα λάθη μας, να τα μελετούμε και να τα διορθώνουμε» . Σε άλλη συνέντευξη είπε «το να είσαι εκπαιδευτικός πρέπει να είναι το πιο απαιτητικό δημόσιο λειτούργημα της χώρας» και ότι «πιστεύει ακράδαντα ότι το θέμα της ηθικής είναι κυρίαρχο στην εκπαίδευση» (Καθηµερινή, 28/2/10 και 7/3/10).

Επίλογος

Η παιδεία μπορεί να λειτουργήσει ως δύναμη υπέρβασης της κρίσης μόνο με μια συστράτευση όλων, από την πολιτική ηγεσία και τα κόμματα, την Εκκλησία και τους θεσμούς, την Υπουργό και τα στελέχη της Διοίκησης, μέχρι τον εκπαιδευτικό και το μαθητή σε όλες τις βαθμίδες, από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο. Να ζωντανέψουν οι αξίες και τα ιδανικά της πατροπαράδοτη ς παιδείας μας, να ανθίσει και πάλι το σχολείο και να γίνει ο κύριος μοχλός για την υπέρβαση της κρίσης.

Από την παιδεία να αντλήσουμε παρηγοριά και δύναμη, για να σταθούμε στα πόδια μας, πίστη και αισιοδοξία, για να ατενίσουμε το μέλλον, σοφία και διορατικότητα, για να συλλάβουμε το νόημα της κρίσης, ωριμότητα και σύνεση, για να πορευτούμε με ασφάλεια, εκλεπτυσμένο πολιτικό αισθητήριο, για να αναδεικνύουµε τους άξιους να κυβερνούν τη χώρα και ηθικό σθένος, για να αναθέτουμε στους αδιάφθορους να διαχειρίζονται τα κοινά.

Οι Νεομάρτυρες

ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγου

Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ κ. Δανιήλ, Πρόεδρε τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως,

Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Φθιώτιδος κ. Νικόλαε, σεπτέ Ποιμενάρχα τῆς θεοφρουρήτου ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως τῆς φιλοξενούσης τό παρόν ΙΣΤ’ Πανελλήνιον Λειτουργικόν Συμπόσιον,

Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Πανοσιολογιώτατοι, Αἰδεσιμολογιώτατοι καί Ἐλλογιμώτατοι κύριοι καθηγηταί, εἰσηγηταί τοῦ παρόντος Λειτουργικοῦ Συμποσίου,

Ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί, Ἐκπρόσωποι τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,

Ἀρχόμενοι σύν Θεῷ τῆς εἰσηγήσεώς μας, ἡ ὁποία φιλοφρόνως καί ὅλως τιμητικῶς μᾶς ἀνετέθη ὑπό τῆς ἁρμοδίας Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλουμε τοῦτο μέν νά εὐχαριστήσωμεν εὐγνωμόνως τόν Σεβασμιώτατον καί λίαν περισπούδαστον Πρόεδρόν της, Μητροπολίτην Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ κ. Δανιήλ καί τά μέλη αὐτῆς γιά τήν ὑψηλή τιμήν πού ἐπεδαψίλευσαν στό ταπεινό μας πρόσωπον, τοῦτο δέ νά συγχαρῶμεν ἐκ μέσης καρδίας τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Φθιώτιδος κ. Νικόλαον διά τήν ἀρχοντικήν καί κατά πάντα ἀρτίαν φιλοξενίαν τοῦ παρόντος λειτουργικοῦ Συμποσίου, εὐχόμενοι τήν κατά πάντα καί εἰς πάντα εὐόδωσιν αὐτοῦ. Διά τῶν ἁγίων εὐχῶν σας, χωροῦμεν στήν ἀνάπτυξιν τῆς ἀνατεθείσης σέ ἐμᾶς εἰσηγήσεως, ἐχούσης ὡς θέμα τούς πανενδόξους καί καλλινίκους Νεομάρτυρας.

Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, τό ἀσύλητον τοῦτο θησαυροφυλάκιον τοῦ ἀδαπάνητου πλούτου τῶν θείων δωρεῶν, λειτουργεῖ μέσα στόν κόσμο ὡς τό θεότευκτον ἐργαστήριον τῆς ἁγιότητος, ὡς <<κοινωνία θεώσεως>>. Ὁ κατά Χριστόν ἄρτιος ἄνθρωπος, μέ ἐλεύθερη ἐπιλογή του καί μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἀποχωρίζεται τῆς ματαιότητος τοῦ κόσμου τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου καί βιώνει ἐμπειρικά τήν ἐν Χριστῷ καινή ζωή. Οἱ ἅγιοι τῆς πίστεώς μας, οἱ γλυκύτατοι αὐτοί καρποί τοῦ εὐσκιόφυλλου δένδρου τῆς Ἐκκλησίας μας, ζοῦν γιά τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ. Κύριο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς εἶναι ἡ φλογερή ἀγάπη γιά τόν Σωτῆρα Χριστό. Αὐτή ἡ ἀγάπη πρός τόν οὐράνιο Νυμφίο ὁδηγεῖ τόν πληγωμένο ἀπό τά βέλη τῆς θείας ἀγάπης ἄνθρωπο σέ ἕνα καθημερινό σκληρό ἀγώνα καθάρσεως τῶν παθῶν πού ὁδηγεῖ στόν φωτισμό καί τήν θεοκοινωνία. Ὁ συνεπής καί συνεχής προσωπικός ἀγώνας γιά τήρηση τῶν σωτηρίων θείων ἐντολῶν, συνιστᾶ ἕν εἶδος καθημερινοῦ μαρτυρίου, τό ὁποῖον οἱ θεηγόροι Πατέρες ὀνόμασαν μαρτύριον τῆς συνειδήσεως. Ὁ ἴδιος ἐξάλλου ὁ Κύριός μας ὑπεγράμμισε ἐμφαντικῶς ὅτι πιστοποίηση τῆς εἰς Αὐτόν γνησίας ἀγάπης συνιστᾶ ὁ ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, λέγων: «Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με»[i]. Αὐτή ἡ μαρτυρία πίστεως καί ἀγάπης, ὅταν οἱ ἐξωτερικές συνθῆκες εἶναι πρόσφορες, φθάνει καί στήν προσφορά τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, στό μαρτύριο τοῦ αἵματος. Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἔζησαν μέσα ἀπό τόν προσωπικό τους πνευματικό ἀγώνα τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ αὐθεντικῶς, ἔγιναν κοινωνοί τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου, καταθέτοντες τήν δική τους μαρτυρία περί τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὡς τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Σχολεῖο καί φυτώριο μαρτύρων καί ἁγίων εἶναι ἡ ἁγία νύμφη τοῦ Χριστοῦ, Ἐκκλησία. Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική της διαπίστευση στόν οὐρανό καί τήν γῆ. Ἐργάζεται μέσα στόν κόσμο γιά νά πλουτίζει τό οὐράνιο πνευματικό στερέωμα μέ νοητά ἄστρα φωτεινά, τούς ἁγίους, πού ἀντανακλοῦν στήν κτίση τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἅγιοι καί μάρτυρες θά ὑπάρχουν ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, καθώς αὐτό εἶναι τό μεγαλειῶδες ἔργο τῆς πνοῆς τοῦ Παρακλήτου μέσα στήν Ἐκκλησία. Στήν διάρκεια τῆς δισχιλιετοῦς πορείας τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας μέσα στόν κόσμο συναντᾶ κανείς στό μαρτύριο, καί μάλιστα στήν διπλή του διάσταση, ὡς μαρτυρία καί θυσία, τήν οὐσιαστικότερη καί αὐθεντικότερη ἔκφραση τῆς ὀντολογικῆς αὐτοσυνειδησίας της[ii].

Πρώτη ἀναφορά στούς μάρτυρες καί τό μαρτύριο συναντᾶται στήν Παλαιά Διαθήκη. Οἱ λέξεις «μαρτύριον», «μάρτυς», «μαρτυρία»» καί «μαρτυρῶ» χρησιμοποιοῦνται στήν Παλαιά Διαθήκη μέ τήν ἔννοια τῆς ἀποδείξεως καί τῆς ἐπιβεβαιώσεως τῆς ἀληθείας, μέ τήν νομική ἔννοια τοῦ ἀποδεικτικοῦ στοιχείου[iii]. Συχνά ἐπίσης ἀπαντᾶται ἡ λέξη «μαρτύριον» στήν ἔκφραση «σκηνή τοῦ μαρτυρίου»[iv], ἐνῶ σπανιότερα ἀπαντῶνται οἱ ἀναφορές «κιβωτός τοῦ μαρτυρίου»[v] καί «πλάκες τοῦ μαρτυρίου»[vi], πού ὑποδηλώνουν τίς ἐντολές πού ἐδόθησαν ἀπό τόν Θεό στόν Προφήτη Μωϋσῆ.

Ὁ ρηματικός τύπος «μαρτυρεῖν», τό ρῆμα μαρτύρομαι καί τά οὐσιαστικά «μάρτυς», «μαρτυρία» καί «μαρτύριον» ἀπαντῶνται μέ συχνότητα καί στήν Καινή Διαθήκη καί κυρίως στήν Ἰωάννεια γραμματεία. Οἱ ἐκφράσεις αὐτές ἀναφέρονται στό ἐπίγειο λυτρωτικό ἔργο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ πρός σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ λέξη «μαρτύριον» χρησιμοποιεῖται ἐπίσης στήν Καινή Διαθήκη μέ τήν ἔννοια τῆς δημόσιας μαρτυρίας τῆς ἀληθείας ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν[vii]. Ἀργότερα ἡ Ἐκκλησία χαρακτήρισε τό μαρτύριον ἀφενός μέν ὡς τήν ἐμπειρική κατάθεση τῆς εἰς Χριστόν πίστεως, τῆς <<ἐν ἡμῖν δηλαδή ἐλπίδος>>, ἀφετέρου δέ τήν θυσιαστική συνταύτιση τοῦ μάρτυρος μέ τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ[viii]. Τό μαρτύριο συνιστᾶ μία δομικοῦ χαρακτῆρος χαρισματική, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, πραγματικότητα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού ἐξυψώνει καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο ὡς κοινωνό καί μιμητή τῶν παθημάτων τοῦ Πρώτου καί Μεγάλου Μάρτυρος τῆς πίστεώς μας, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἡμῖν ἐχαρίσθη οὐ μόνον τό εἰς Χριστόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν»[ix] σημειώνει ὁ μέγας Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν καί ἡμέτερος διδάσκαλος, θεῖος Παῦλος. Στήν διαπίστωση αὐτή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου συστοιχίζεται διαχρονικῶς ἡ ἁγιοτρόφος, καλλίτεκνος καί πολύτεκνος μητέρα, Ἐκκλησία.

Μία ξεχωριστή θέση μέσα στό πολύφωτο νοητό στερέωμα τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας κατέχουν οἱ πολύαθλοι Νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι στήν μακρά καί ἀσέληνη νύκτα τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, πού ξεκίνησε μετά τήν πτώση τῆς Βασιλίδος στούς Ὀθωμανούς Τούρκους, ἀνεδείχθησαν τά ἔμψυχα ἐκεῖνα λυχνάρια πού ἐφώτισαν παρακλητικῶς τήν ζωή τοῦ ὑπόδουλου Γένους. «Κατ’ ἀλήθειαν τοῦτο εἶναι ἕνα θαῦμα» ὁμολογεῖ ὁ μέγας ὑμνητής τῶν Νεομαρτύρων, Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης «παρόμοιον ὡσάν νά βλέπῃ τινάς μέσα εἰς τήν καρδίαν τοῦ χειμῶνος ἐαρινά ἄνθη καί τριαντάφυλλα, μέσα εἰς τήν βαθυτάτην νύκτα, ἡμέραν καί ἥλιον, μέσα εἰς τό ψηλαφητό σκότος, φῶτα λαμπρότατα, ἐν καιρῷ τῆς αἰχμαλωσίας, νά βλέπῃ ἐλευθερίαν, καί ἐν τῷ καιρῷ τῆς τωρινῆς ἀσθενείας, ὑπερφυσικήν δύναμιν… οὗτος ὁ δάκτυλος εἶναι τοῦ Θεοῦ, αὕτη ἡ δύναμις εἶναι τοῦ Θεοῦ…»[x].

Ἄν ἐξαιρέσει κανείς τούς τρεῖς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, οἱ περισσότεροι μάρτυρες ἀνεδείχθηκαν κατά τήν μακρά καί ἐπώδυνη περίοδο τῆς τουρκοκρατίας. Κατ’ αὐτήν τό μαρτύριο βρίσκει τήν οὐσιαστικότερη ἔκφρασή του στούς νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἀποτέλεσαν σπουδαῖο κεφάλαιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί ἱστορικῆς πορείας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Στούς Νεομάρτυρες, σέ ἀντιδιαστολή πρός τούς ἐθνομάρτυρες, ὅπου προηγεῖται ἡ ἀγάπη πρός τήν πατρίδα, κυριαρχεῖ ἡ θρησκευτική τους συνείδηση, ἡ ἀγάπη τους δηλαδή πρός τόν Χριστό, ἡ ὁποία ὡς «θεῖος ἔρως» κατέφλεγε τήν καρδιά τους καί τούς ὁδηγοῦσε ἄφοβα στό μαρτύριο. Αὐτή ἡ βαθειά χριστιανική συνείδηση τῶν Νεομαρτύρων εἶναι ὑπερεθνική, καί γι’ αὐτό ἀληθινά οἰκουμενική. Αὐτό τό στοιχεῖο τούς συνδέει ἀναπόσπαστα μέ τούς παλαιούς μάρτυρες τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Στά τετρακόσια καί πλέον χρόνια τοῦ φόβου, τοῦ ἐξισλαμισμοῦ, τῆς ἀβάσταχτης σκλαβιᾶς, ὑψώθηκε ὡς ἀνασχετική δύναμη ἡ θυσία τῶν Νεομαρτύρων. Ὁ ὅρος «Νεομάρτυς» κατ’ ἱστορικήν ἀκρίβειαν εἶναι γνωστός στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας ἤδη ἀμέσως μετά τίς εἰκονομαχικές ἔριδες. Δι’ αὐτοῦ χαρακτηρίζονταν οἱ ὑπερασπιστές τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων[xi]. Σήμερα ὅμως ὑπό τόν ὅρο «Νεομάρτυρες» χαρακτηρίζονται τά πιστά ἐκεῖνα μέλη τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, τά ὁποῖα ἀπό τόν 12ο αἰώνα καί κυρίως μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453) καί ἑξῆς ὑπέστησαν βασανιστήρια καί ὀδυνηρό θάνατο, ἀπό τούς κατακτητές Ὀθωμανούς καί ἀπό τούς λατίνους ἐνωρίτερον, ἐπειδή ὁμολόγησαν τήν ὀρθόδοξο χριστιανική πίστη τους στόν Σωτῆρα Χριστό, ἔμειναν ἀκλόνητοι σ’αὐτήν τήν ὁμολογία ἕως τέλους καί ἀρνήθηκαν νά ἀλλαξοπιστήσουν[xii]. Ἡ καθιέρωση τοῦ ὅρου «Νεομάρτυς» πρέπει νά τονίσουμε ὅτι ὀφείλεται κυρίως στόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος στό ἔργο του «Νέον Μαρτυρολόγιον» ἔθεσε ὡς χρονικό ὅριο τό ἔτος 1453, ἀπό τό ὁποῖο ἐφεξῆς οἱ ἅγιοι πού ἔδωσαν μαρτυρικῶς τήν ζωήν τους ὑπέρ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ὀνομάζονται «Νεομάρτυρες».

Οἱ Μάρτυρες καί οἱ Νεομάρτυρες συνιστοῦν χαρισματικές πραγματικότητες μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού παρουσιάζουν πολλές ἐσωτερικές ὁμοιότητες, ἀλλά καί κάποιες ἐξωτερικές διαφορές μεταξύ των. Κοινά οὐσιώδη γνωρίσματα ἀποτελοῦν ἡ δυνατή πίστη, ὁ μαρτυρικός θάνατος γιά τόν Χριστό, ἡ προσήλωση στήν ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν τίμια μέλη, ἡ ἀκλόνητη ὁμολογία, ἡ προέλευση ἀπό ὅλα τά κοινωνικά καί ἡλικιακά στρώματα. Οἱ μάρτυρες ἐμφανίστηκαν κατά τήν πρώτη περίοδο τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν οἱ χριστιανοί ἀποτελοῦσαν ἔκνομη μειοψηφία στήν εἰδωλολατρική κοινωνία τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Οἱ Νεομάρτυρες ἐμφανίστηκαν κυρίως κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν τό Γένος εὑρίσκετο ὑπό τόν φρικτό Τουρκικό ζυγό δουλείας.

Μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Τούρκους, ἡ ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας παρέμεινε ἡ μόνη ὀργανωμένη πνευματική δύναμη μέσα στό ὑπόδουλο Γένος. Ὁ κατακτητής Σουλτάνος, ὁ Μωάμεθ Β’ ὁ Πορθητής, παραχώρησε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κάποια προνόμια, γιά λόγους ἱστορικούς, πολιτικούς καί οἰκονομικούς[xiii]. Τά προνόμια αὐτά ἐκτός τῶν σκοπιμοτήτων πού ὑπηρετοῦσαν, ἀπετέλεσαν καί τήν νομική βάση ὑπάρξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί τό πλαίσιο τῆς δικαιοδοσίας καί τῶν εὐθυνῶν του ἀπέναντι στήν ὑψηλή Πύλη[xiv]. Ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα προνόμια ἦταν ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως[xv]. Μέ εἰδικό διάταγμα παραχωροῦνταν στούς χριστιανούς ἡ ἐλευθερία νά ἀσκοῦν τά θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ὅμως τά γραπτά ἤ προφορικά προνόμια εἶχαν πολλές φορές μόνον θεωρητικό χαρακτῆρα, καθώς στηριζόταν στήν καλή διάθεση τῶν ἑκάστοτε κρατούντων. Στήν πράξη ὁ διωγμός ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ἦταν μία ὀδυνηρή πραγματικότητα[xvi]. Κυριότερες αἰτίες μαρτυρίου τῶν χριστιανῶν κατ΄ αὐτήν τήν περίοδο ἦταν ἡ μουσουλμανική μισαλλοδοξία, ὁ θρησκευτικός φανατισμός[xvii], ἡ οἰκονομική ἀπληστία[xviii], ἡ ἁπλή ἀνάγνωση, κατόπιν πλεκτάνης, καί ἡ ἀνύποπτος ἀναφορά ἀπό χριστιανούς τῆς μουσουλμανικῆς ὁμολογίας πίστεως, ἡ προσπάθεια τῶν μουσουλμάνων γιά ἐπικράτηση καί ἐπέκταση τῆς κυριαρχίας τους, ἡ ἀνυπόστατος πολλές φορές κατηγορία ὅτι χριστιανός προσέβαλε τήν μωαμεθανική θρησκεία ἤ ὅτι ἐξύβρισε τόν προφήτη Μωάμεθ, ἡ ἀπόπειρα χριστιανοῦ νά ἐκχριστιανίσει μουσουλμάνο ἤ ἡ ἀποστασία ἐκ τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας, ἡ συκοφαντική πληροφορία ὅτι κάποιος χριστιανός ἐπιθυμεῖ δῆθεν νά ἀσπασθεῖ τόν μωαμεθανισμό, ἡ ἀνήθικη στάση Τούρκων εἰς βάρος τῶν χριστιανῶν νεανίδων καί ἡ ἀνάλογη στάση μουσουλμανίδων κατά χριστιανῶν νέων, τά κατά καιρούς ἐπαναστατικά κινήματα μέ τήν συμμετοχή σέ αὐτά κληρικῶν, ἡ ἁπλή φιλονικία μεταξύ χριστιανοῦ καί μουσουλμάνου κατά τήν συναλλαγή ἤ τήν τιμή ἀγοραπωλησίας γεωργικῶν προϊόντων, ἡ ἀμφίεση χριστιανῶν μέ τουρκικά ἐνδύματα, ἡ ἀξιόλογη ἐκπαιδευτική καί φιλανθρωπική δράση[xix], ὁ ζῆλος, ὁ ἐνθουσιασμός καί ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου καί ἡ ἐπιστροφή στήν χριστιανική πίστη χριστιανῶν πού εἶχαν ἐξισλαμισθεῖ.

Τό πλέον ἐπώδυνο ὅμως πλῆγμα κατά τήν σκληρά περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἦταν οἱ ἐξισλαμισμοί, πού ἀπετέλεσαν μία διαρκή ἀφαίμαξη τοῦ μαρτυρικοῦ Γένους μας. Ἄν καί θεωρητικῶς ὁ βίαιος ἐξισλαμισμός δέν ἦταν ἐπιβεβλημένος γιά τούς λαούς τῆς Βίβλου ἀπό τόν νόμο τοῦ Ἰσλάμ, στήν πραγματικότητα ὅμως οἱ συνθῆκες, μετά κυρίως τό πρῶτο τέταρτο τοῦ 16ου αἰῶνος ἦταν διαφορετικές[xx]. Τό «Νέον Μαρτυρολόγιον» περιγράφει χαρακτηριστικῶς τήν σκληρότητα καί τήν βαρβαρότητα τῶν βασανιστηρίων τῶν κατακτητῶν Ὀθωμανῶν κατά τῶν χριστιανῶν. Παραλλήλως δέ, προνόμια, χρήματα καί κάθε ἄλλο ὑλικό ἀγαθό προσφέρονταν δελεαστικά ἀπό τούς μουσουλμάνους στούς χριστιανούς, προκειμένου νά ἀσπασθοῦν τήν πίστη τους[xxi]. Οἱ δύσκολες συνθῆκες διαβίωσης, ἡ ἀναιμική πίστις, οἱ ἑλκυστικές ὑποσχέσεις, ἡ βαριά φορολογία, οἱ ποικίλες καταπιέσεις, ὁδήγησαν κάποιους χριστιανούς νά ἀσπασθοῦν τήν μουσουλμανική θρησκεία[xxii].

Ὁ ἀριθμός τῶν Νεομαρτύρων τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας παραμένει εἰσέτι ἄγνωστος. Ἡ δυσκολία στόν ἀκριβή καθορισμό τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Νεομαρτύρων ὀφείλεται, ἀφενός μέν στό γεγονός ὅτι τά ὀθωμανικά κρατικά ὄργανα δέν κρατοῦσαν Πρακτικά γιά δίκες αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου, ἀφετέρου δέ στήν δυνατότητα πού εἶχε κάθε μουσουλμάνος νά ἔχει στήν δούλεψή του χριστιανούς δούλους, ἐπί τῶν ὁποίων εἶχε οὐσιαστικῶς ἐξουσίαν ζωῆς καί θανάτου[xxiii]. Ὁ Ξηροποταμηνός λόγιος μοναχός τοῦ 18ου αἰῶνος, Καισάριος Δαπόντες (1714-1784) ὑπολογίζει τούς Νεομάρτυρες σέ περισσοτέρους ἀπό χιλίους. Γράφει χαρακτηριστικῶς: «Οἱ νεοφανεῖς ἅγιοι μάρτυρες εἶναι δέ ὑπέρ τούς χιλίους καί περισσότεροι, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα ἄγνωστα εἰς ἐμέ, γνωστά δέ παρά τῷ Θεῷ, τῷ τά πάντα γινώσκοντι»[xxiv].

Περί τά τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, ὁ λόγιος καί λίαν πεπαιδευμένος διδάχος τοῦ Γένους καί μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Χερσῶνος Εὐγένιος Βούλγαρης (1716-1806) σέ ἐπιστολή του πρός τόν ρωμαιοκαθολικό ὑποδιάκονο Πέτρο Κλαίρκιο ἀπαριθμεῖ τούς γνωστότερους Νεομάρτυρες, λέγων «Ἀλλ’ οὗτοι δή μερίς βραχειά τίς ἐστι τοῦ τῶν νεοφανῶν Ἁγίων παρ’ ἡμῖν κλήρου, δείγματος ἕνεκεν ἀπομνημονευθέντες σοι, πολλούς δέ ἴσθι παρά τούτους ὄντας»[xxv].

Ὁ Σπυρίδων Τρικούπης, λόγιος, πολιτικός καί ἱστοριογράφος τοῦ 19ου αἰῶνος, ἀναφέρει ὅτι μετά τήν Ἐθνική παλιγγενεσία τοῦ 1821 «μόνῃ τῇ Κωνσταντινουπόλει ἐθυσιάσθησαν ἕως δεκακισχίλιοι Χριστιανοί, πολλοί ἐξωρίσθησαν, πάμπολλοι ἐδραπέτευσαν καί κατέφυγαν ὑπό τήν γενναίαν καί φιλόχριστον περίθαλψιν τῆς Ρωσσίας εἰς ξένην γῆν ἀφανεῖς καί γυμνοί οἱ πρώην ἐπιφανεῖς καί βαθύπλουτοι… Ἐν τῷ μέσῳ τῶν δεσμῶν καί τῶν βασάνων, κατ’ ἔμπροσθεν τῆς ἐπονειδίστου ἀγχόνης καί ὑπό τήν ἀνθρωποκτόνον ἀξίνην, πολλοί ἐξ αὐτῶν παρωρμῶντο ν’ ἀρνηθῶσι τόν Χριστόν πρός διαφύλαξιν τῆς ζωῆς των καί ἀπόλαυσιν πολλῶν ἄλλων ἐπιγείων ἀγαθῶν, ἀλλ’ ὅλοι μέχρις ἑνός ἐπροτίμησαν τάς βασάνους καί τόν θάνατον»[xxvi].

Τυπολογικά οἱ Νεομάρτυρες διακρίνονται σέ τέσσερις κατηγορίες[xxvii]. Στήν πρώτη κατηγορία ἐντάσσονται ἐκεῖνοι πού μέ τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους προκάλεσαν τούς Ὀθωμανούς καί ὁδηγήθηκαν στό μαρτύριο. Οἱ νεομάρτυρες τῆς κατηγορίας αὐτῆς ὁμοιάζουν ἰδιαιτέρως μέ τούς μάρτυρες τῆς πρώτης χριστιανικῆς περιόδου, οἱ ὁποῖοι προσέρχονταν αὐτόκλητοι στό μαρτύριο. Ὅπως ἐκεῖνοι, ἔτσι καί αὐτοί πυρπολούμενοι ἀπό θεῖο πόθο ἔσπευδαν μέ χαρά στούς κρατοῦντες ἤ στούς δικαστές καί δήλωναν ὅτι εἶναι χριστιανοί.

Στήν δεύτερη κατηγορία Νεομαρτύρων ἐντάσσονται οἱ πρώην ἀρνησίχριστοι. Ὁρισμένοι χριστιανοί παρασύρθηκαν ἀπό ἐπιπολαιότητα, δειλία, βία, οἰκονομικά καί ἄλλα κίνητρα καί ἀλλαξοπίστησαν. Στή συνέχεια μετανόησαν γιά τό ἁμάρτημά τους καί μαρτύρησαν ὡς χριστιανοί. Τήν γνησιότητα τῶν μαρτύρων αὐτῶν χρειάσθηκε νά ὑπερασπισθοῦν οἱ συντάκτες τῶν βίων τους. Ἡ ἐπιστροφή τῶν ἀρνησιχρίστων στήν πίστη συνοδευόταν συχνά καί μέ πόθο μαρτυρίου γιά τόν Χριστό. Μεταξύ τῶν Νεομαρτύρων ὑπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα. Ὁ Νεομάρτυρας Ζαχαρίας ἀπό τήν Ἄρτα εἶχε ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί ζοῦσε ὡς Τοῦρκος στήν Πάτρα. Διάβαζε ὅμως κρυφά τό βιβλίο «Ἁμαρτωλῶν σωτηρία», πού τόν ὁδήγησε στήν μετάνοια. Ἦταν δέ ἡ μετάνοια καί ἡ ἀγάπη του γιά τόν Χριστό τόσο βαθειά, πού ἤθελε νά δώσει δέκα ζωές γιά τό ὄνομά Του τό ἅγιον. Πολλοί ἀπό τήν κατηγορία αὐτή Νεομάρτυρες μετά τήν ἐπιστροφή τους στήν Ἐκκλησία συνδέθηκαν πνευματικῶς μέ τό Ἅγιον Ὄρος, ὡς ὁ ἅγιος ὁσιομάρτυς Γεδεών ὁ Καρακαλληνός ἐκ Καπούρνης Μαγνησίας, ὅπου προετοιμάσθηκαν ἀπό τούς πνευματικούς ἀλεῖπτες γιά τό ἑκούσιο μαρτύριό τους. Τό μαρτύριο τῶν ἀρνησιθρήσκων ἀποκαθιστοῦσε στή συνείδηση τῶν πιστῶν τόν ἐκπεσόντα χριστιανό καί τούς ἐνίσχυε στήν πίστη. Γι’ αὐτό ἄλλωστε οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας αὐτῆς παρακινοῦντο ἀπό τούς πνευματικούς τους νά μαρτυρήσουν στόν τόπο ὅπου ἀρνήθηκαν τό Χριστό καί νά ἐξαλείψουν τήν κηλίδα τῆς ἀποστασίας μέ τό αἷμα τους.

Στήν τρίτη κατηγορία ἀνήκουν οἱ Νεομάρτυρες πού θανατώθηκαν ὡς ἐπαναστάτες κατά τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας. Σ’ αὐτήν τήν κατηγορία ἀνῆκαν κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί πού κατηγορήθηκαν γιά συμμετοχή σέ ἐπαναστατικά κινήματα ἐναντίον τῶν Τούρκων. Οἱ κατηγορίες αὐτές ἀποτελοῦσαν συνήθως τό πρόσχημα γιά τήν ἐνοχοποίηση. Σέ τέτοιου εἴδους προσχηματικές ἀφορμές ὀφείλονται τά μαρτύρια τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἰσαποστόλου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε’, τοῦ ἁγίου Σεραφείμ Φαναρίου κ.ἄ. . Ὁ μαρτυρικός τους θάνατος δέν στηριζόταν σέ ἀποδεδειγμένη ἔνοχη πολιτική πράξη, ἀλλά κυρίως στήν ἄρνησή τους νά ἀλλαξοπιστήσουν καί νά τουρκέψουν. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά πολλούς ἄλλους Νεομάρτυρες τῆς κατηγορίας αὐτῆς, πού θανατώθηκαν κατά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821. Στό ὑπόμνημα τῶν νεοφανῶν ἱερομαρτύρων καί ὁσιομαρτύρων ἁγιορειτῶν πατέρων τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, πού συνέταξε ὁ μοναχός Δοσίθεος Κωνσταμονίτης, ἀναφέρεται ὅτι «καί οἱ νῦν θανατωθέντες ὑπό τῶν Τούρκων κατά τήν ἐπανάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ἅγιοί εἰσι βεβαιότατα. Διότι ἠγωνίσθησαν ὑπέρ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ οἱ μακάριοι, καί οὕτως εἰς τάς τιμωρίας αὐτάς ἐκοιμήθησαν»[xxviii]. Εἰς τήν θέσιν αὐτήν βεβαίως ὑπάρχει καί ἰσχυρός ἀντίλογος.

Τέλος, ὑπάρχουν καί Νεομάρτυρες πού προέρχονται ἀπό τίς τάξεις τῶν Μωαμεθανῶν, οἱ λεγόμενοι ἐξ Ἀγαρηνῶν Νεομάρτυρες, ὡς οἱ ἅγιοι Κωνσταντῖνος ἐκ Καπούης, Ἀχμέτ κ.λπ. . Ἡ προσέλευση τῶν Μωαμεθανῶν στόν χριστιανισμό ἦταν ἐπικίνδυνη ὄχι μόνο γιά τούς ἴδιους, ἀλλά καί γι’ αὐτούς πού τούς βοηθοῦσαν στό ἐγχείρημά τους.

Ἡ χορεία τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων ἀποτελεῖ μία ἀνεκτίμητη εἰσέτι προσφορά τῆς Ἐκκλησίας στό ἰδανικό τῆς ἐλευθερίας καί τῆς πίστεως. Οἱ Νεομάρτυρες μέ τήν προσφορά τοῦ τιμίου αἵματός τους γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀναζωπύρωσαν τήν φλόγα τῆς θρησκευτικῆς, ἀλλά καί τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων καί ἐνέπνευσαν τήν ἐλπίδα τῆς καινούργιας ζωῆς καί ἐλευθερίας[xxix]. Τό πνεῦμα τῆς αὐτοθυσίας τους παραδειγμάτιζε τόν λαό, τόνωνε τό φρόνημά του καί γιγάντωνε τό ἐθνικό καί θρησκευτικό του φρόνημα. Οἱ Νεομάρτυρες συγκράτησαν τήν χριστιανική πίστη στά δύσκολα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς στούς Τούρκους καί μέ τό παράδειγμά τους στήριξαν τόν χειμαζόμενο λαό[xxx]. Μέσα στίς ἀφόρητες συνθῆκες πού ζοῦσαν οἱ χριστιανοί στήν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας, ὁ μόνος τρόπος γιά νά περισώσουν τήν θρησκευτική καί ἐθνική τους ἀξιοπρέπεια καί νά αἰσθανθοῦν τήν ἀνωτερότητά τους ἀπέναντι στόν βάρβαρο κατακτητή ἦταν ἡ θυσία τῶν Νεομαρτύρων. Ἀποκορύφωμα αὐτῆς τῆς ἀγάπης τῶν Νεομαρτύρων γιά τόν ἐρασμιότατο νυμφίο Χριστό ἀποτελεῖ τό θάρρος τους ἐνώπιον τοῦ θανάτου, τόν ὁποῖο ἀντιμετώπιζαν μέ χαροποιό διάθεση, ἐπιθυμοῦντες τό «ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι»[xxxi]. Ἡ πανθαύμαστη αὐτή γενναιότητά τους ἐνώπιον τοῦ θανάτου εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς βαθειᾶς πίστεώς τους στόν Ἀναστάντα Κύριο καί Σωτῆρα μας Ἰησοῦν Χριστόν. Ὁ πιστός καί καθημαγμένος χριστιανικός λαός ἔβλεπε τό μαρτύριο ὡς τήν πιό συνταρακτική ἡττα τῶν τυράννων κατακτητῶν καί τήν μεγαλύτερη νίκη τῶν ἀδυνάτων, τῶν ταπεινῶν καί τῶν καταφρονημένων. Δέν πρέπει ὅμως νά λησμονοῦμε καί τήν μεγάλη σημασία πού εἶχε γιά τήν ἐπιβίωση τοῦ Γένους μας ἡ θυσία τῶν νεομαρτύρων. Οἱ Νεομάρτυρες ἦταν οἱ ὑπέρμαχοι τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως καί τῆς συνειδήσεως, οἱ προάγγελοι τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας, οἱ ἀτρόμητοι ἥρωες τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πατρίδος. Δέν λύγισαν καί πλήρωσαν μέ τήν ἴδια τήν ζωή τους τήν ἄρνησή τους νά ὑποταχθοῦν στό θέλημα τοῦ κατακτητή. «Τό γένος τό ἀσθενές νῦν ἐθριάμβευσε τῶν δυναστῶν τάς ἀρχάς καί τάς ἐξουσίας τοῦ σκότους. Καί οἱ μάρτυρες λάμπουν ὡς ἥλιοι λαμπροί ἐν νυκτί τῆς δουλείας, ὡς ἄγκυραι στερεαί ἐν καιρῷ τρικυμίας»[xxxii] σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στό νέο μαρτυρολόγιό του.

Οἱ Νεομάρτυρες ὁδηγοῦνταν στό μαρτύριο μέ πολλούς καί διαφορετικούς τρόπους. Ἄφηναν ὑπέρ Χριστοῦ τήν τελευταία τους πνοή εἴτε πάνω στήν πυρά, εἴτε στήν ἀγχόνη, ἄλλοτε μέ ἀποκεφαλισμό[xxxiii], μέ ἐκδορά τοῦ σώματος, μέ ἐπίπονη ἀσιτεία, μέ ἐντοιχισμό, μέ σουβλισμό, μέ διάτρηση τῆς κεφαλῆς μέ καρφιά, μέ ἐξάρθρωση τῶν ἀρθρώσεων, μέ ἀκρωτηριασμό μέ σπάθη ἤ τσεκούρι, μέ στραγγαλισμό καί ἄλλα. Οἱ χριστιανοί παρακολουθοῦσαν τήν ἐκτέλεση τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ μάρτυρος, ἡ ὁποία γινόταν ἀπό δήμιο τῆς μουσουλμανικῆς κοινότητος, προσευχόμενοι μυστικῶς ἀπό μακριά. Αἰσθανόταν τόν μάρτυρα δικό τους, τόν πόνο του ὡς πόνο τους καί θεωροῦσαν τήν μέχρι θανάτου ἀφοσίωσή του στήν χριστιανική θρησκεία ὡς νίκη τῆς πίστεώς τους[xxxiv].

Ἡ ἐξιστόρηση τῶν τελευταίων στιγμῶν τῶν Νεομαρτύρων εἶναι συγκινητική καί δείχνει συνήθως τήν βαθειά πίστη, τό ἀκλόνητο θάρρος, τήν ἐσωτερική εὐγένεια καί ἡρωϊσμό, τήν ἀταλάντευτη ἀφοσίωση καί τήν ὁλόθυμη προθυμία τους νά δεχθοῦν τό μαρτύριο. Ἡ ὁμολογία τους συνήθως ἦταν ἁπλή. «Χριστιανός εἶμαι». Ὁ Μιχαήλ ὁ Πακνανᾶς ἄλλον λόγο δέν ἔλεγε παρά μόνον τό: «δέν τουρκίζω»[xxxv]. Ὁ ὁσιομάρτυς Δαμιανός ὁμολογοῦσε: «εἰς τήν πίστιν τῶν χριστιανῶν ἐγεννήθηκα καί εἰς αὐτήν θέλω νά ἀποθάνω»[xxxvi].

Οἱ μάρτυρες περιφρονοῦσαν τά βασανιστήρια, τά ὁποῖα θεωροῦσαν ὡς ἔκφραση ἀφοσιώσεώς τους στό Χριστό. Στούς βίους τῶν Νεομαρτύρων τονίζεται ἰδιαίτερα τό θάρρος, ἡ εὐψυχία, ἡ καρτερία, ἡ ὑπομονή στίς ἀνακρίσεις καί στά βασανιστήρια. Ἡ ἐνοικοῦσα σ’ αὐτούς θεία δύναμη τούς ἔκανε νά χαίρουν στά βασανιστήρια καί τήν παραμονή τους στή φυλακή νά τήν παρομοιάζουν μέ χαροποιό συμπόσιο. Στή φυλακή ὅπου ἦταν κρεμασμένη ἡ νεομάρτυς Κυράννα, σημειώνει ὁ συναξαριστής της, συνέβησαν τά ἑξῆς συγκλονιστικά: «ὦ τοῦ θαύματος! Ἔξαφνα ἔλαμψε φῶς μέγα καταβαῖνον ἀπό τήν σκεπήν, ὡσάν ἀστραπή, τό ὁποῖον περικυκλώνοντας τό σῶμα τῆς μάρτυρος, ἐξεχύθη καί εἰς ὅλην τήν φυλακήν καί ἐφώτιζεν αὐτήν ὡσάν νά ἔμπαινε μέσα ἥλιος, ἦταν δέ ἡ τετάρτη ἤ πέμπτη ὥρα τῆς νυκτός. Οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι εἶδον τό φῶς καί οἱ τοῦρκοι ἐφώναζαν: <<τό κρίμα τῆς πτωχῆς Ρωμιᾶς μᾶς ἔφθασε καί ἔπεσε ἀστραπή νά μᾶς καύση>>, ὁ δέ δεσμοφύλακας ἔτρεμεν ἀπό τόν φόβον ὅλος»[xxxvii].

Στούς βίους τῶν νεομαρτύρων σημειώνεται ἰδιαιτέρως ἡ προθυμία τους νά πορευθοῦν στό μαρτύριο. Χρησιμοποιεῖται συχνά ἡ ἔκφραση <<ἔτρεχαν μέ τό πρόσωπο λαμπρό>>. Ὁ Νικόλαος ὁ παντοπώλης πηγαίνοντας στό μαρτύριο ἧταν «ὅλος χαρά, χωρίς ποσῶς νά δειλιάση τόν θάνατον καί θαῦμα μέγα ἔδιδεν εἰς τούς παρόντας νά βλέπουν τήν αὐτοῦ προθυμίαν, ἐπειδή καί ἄστραπτεν τό πρόσωπόν του ἀπό τήν ἔνδοθεν φαιδρότητα τῆς ψυχῆς του. Καί ἀληθῶς ἐφαίνετο ὅτι εἰς γάμον ἐπήγαινε καί ὄχι εἰς θάνατον»[xxxviii].

Οἱ χριστιανοί κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια προκειμένου νά ἀποκτήσουν τό τίμιο λείψανο τοῦ μάρτυρος καί νά τό ἐνταφιάσουν. Οἱ μουσουλμάνοι ὡστόσο φρόντιζαν μέ διάφορα μέσα εἴτε νά ἐξαφανίσουν τό μαρτυρικό σῶμα, καίγοντας αὐτό καί σκορπίζοντας τήν στάχτη του, εἴτε τό παρέδιδαν στούς χριστιανούς κατόπιν χρηματισμοῦ. Ὅταν οἱ χριστιανοί κατόρθωναν τελικῶς νά παραλάβουν τό πολύαθλο σῶμα τό ἐκήδευαν μέ βαθειά εὐλάβεια. Γιά τήν κηδεία τῶν Νεομαρτύρων ὑπῆρχε εἰδική πρός τοῦτο ἀκολουθία, συνταχθεῖσα ὑπό τοῦ Νικηφόρου ἱερομονάχου τοῦ Χίου[xxxix], στήν ὁποία ἀντί τῆς λύπης ἐκφράζεται ἡ χαρά τῶν χριστιανῶν, γιατί οἱ «καλῶς ἀθλήσαντες» Χριστομάρτυρες ἔλαβαν τόν λαμπρόν στέφανον τοῦ μαρτυρίου τους ἀπό τόν Χριστό καί ἐνετάχθησαν στήν θριαμβεύουσα Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού οἱ χριστιανοί ἔσπευδαν στόν τόπο μαρτυρίου τοῦ ἁγίου, γιά νά λάβουν ὡς εὐλογία τεμάχια ἀπό τά ἐνδύματα, ἤ τό σχοινί τῆς ἀγχόνης, ἤ χῶμα ποτισμένο μέ τό αἷμα τοῦ μάρτυρος, γιά νά τό ἔχουν ὡς φυλακτό, ὡς στήν περίπτωση τοῦ ἁγίου Νικήτα τῶν Σερρῶν.

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δίδει σαφή ἐξήγηση γιά ποιούς λόγους ὁ Θεός θέλησε νά ὑπάρξουν καί νά θυσιαστοῦν οἱ Νεομάρτυρες: Πρῶτον «Διά νά εἶναι ἀνακαινισμός ὅλης τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, δεύτερον, διά νά μένουν ἀναπολόγητοι ἐν ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως οἱ ἀλλόπιστοι, τρίτον, διά νά εἶναι δόξα μέν καί καύχημα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἔλεγχος δέ καί καταισχύνη τῶν ἑτεροδόξων, τέταρτον, διά νά εἶναι παράδειγμα ὑπομονῆς εἰς ὅλους τούς χριστιανούς ὅπου τυραννοῦνται ὑποκάτω εἰς τόν βαρύν ζυγόν τῆς αἰχμαλωσίας, πέμπτον δέ καί τελευταῖον, διά νά εἶναι θάρρος καί παρακίνησις εἰς τό νά μιμηθοῦν διά τοῦ ἔργου τό μαρτυρικόν τους τέλος καί ὅλοι μέν οἱ χριστιανοί οἱ κατά περίστασιν εἰς τό μαρτυρῆσαι ἀναγκαζόμενοι, ἐξαιρέτως δέ καί μάλιστα ὅσοι ἔφθασαν νά ἀρνηθοῦν πρότερον τήν ὀρθόδοξον πίστιν»[xl].

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΗ ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

Χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς περί τῶν Νεομαρτύρων ἱερᾶς παραδόσεως εἶναι ἡ ἄμεση ἔνταξή τους στό χριστιανικό ἑορτολόγιο, πρός ἐπιβεβαίωση τῆς ἁγιότητάς τους, στηριγμό τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί ἀνάδειξη τοῦ ἱεραποστολικοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας πρός τούς ἀπίστους[xli]. Ἡ Χρυσοστομική φωνή ὅτι «αἱ τῶν μαρτύρων ἑορταί οὐκ ἐν τῇ περιόδῳ τῶν ἡμερῶν μόνον, ἀλλά καί τῇ γνώμῃ τῶν ἐπιτελούντων κρίνονται… τιμή γάρ Μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος»[xlii], γίνεται ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρη μέ τούς Νεομάρτυρες τῆς Τουρκοκρατίας[xliii] σέ ὁποιαδήποτε κατηγορία κι ἄν ἀνήκουν αὐτοί, εἴτε δηλαδή προέρχονται ἀπό Μουσουλμάνους πού ἀσπάσθηκαν τόν Χριστιανισμό, εἴτε μαρτύρησαν μέ ἀφορμή κάποια πολιτική ἐξέγερση, εἴτε ἐπεδίωξαν ἑκουσίως τό μαρτύριο ἀπό τήν μεγάλη ἀγάπη των πρός τόν Χριστό, εἴτε προήρχοντο ἐξ ἀρνησιχρίστων[xliv].

Τίς ἑορτολογικές πληροφορίες γιά τούς Νεομάρτυρες μποροῦμε νά τίς ἀναζητήσουμε σέ πηγές τοῦ 16ου, 17ου καί κυρίως 18ου καί 19ου αἰῶνος, τίς ὁποίες ἔχει μελετήσει καί προβάλλει ἡ σύγχρονη ἐπιστημονική ἔρευνα. Ὁ μοναχός Παχώμιος Ρουσάνος γιά παράδειγμα, ἐξέχουσα μορφή τοῦ 16ου αἰῶνος ἀπό τήν Ζάκυνθο, θέλοντας νά καλύψει τοπικές λειτουργικές ἀνάγκες, συνέταξε ἀκολουθία πρός τιμήν τῶν ἐν Στροφᾶσιν ἀναιρεθέντων ἁγίων Πατέρων, πού μαρτύρησαν στίς 26 Ἰουλίου τοῦ 1537[xlv]. Ὁ Μανουήλ Κορίνθιος ἐπίσης, ὁ μέγας Ρήτωρ καί χαρτοφύλαξ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας[xlvi] κατά τόν 16ο αἰώνα (†1531), συνέταξε ἀκολουθία πρός τιμήν ἑνός ἐκ τῶν παλαιοτέρων Νεομαρτύρων, τοῦ ἁγίου Μάρτυρος Ἰωάννου τοῦ ἐν Σέρραις μαρτυρήσαντος κατά τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰώνος. Ἡ διά πυρός ἄθληση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία τῶν Σερρῶν τοπικῶς τήν 12ην Μαΐου[xlvii] ἑκάστου ἔτους.

Ὁ σοφώτατος Γεώργιος Κορέσσιος, λόγιος τοῦ 17ου αἰῶνος ἀπό τήν Χίο, ἀμέσως μετά τό μαρτύριο τοῦ Θεοφίλου τοῦ Ζακυνθίου, πού μαρτύρησε στή Χίο τήν 24ην Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1635, συνέταξε Ἀκολουθία πρός τιμήν του, ἡ ὁποία καί ψάλλεται κατ’ ἔτος στόν ἐν Χίῳ Ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου[xlviii]. Στή Χίο ἐπίσης τήν 21η Ἰουνίου τοῦ 1732 μαρτύρησε καί ὁ μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Νικήτας ὁ Νισύριος, τοῦ ὁποίου ἡ Ἀκολουθία γράφτηκε ἀμέσως μετά ἀπό τόν Ἀθανάσιο Ἰβηρίτη, «αὐτόπτην τῶν ἀθλητικῶν ἀγώνων γενόμενον»[xlix]. Τά δύο αὐτά γεγονότα ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος στήν περί Νεομαρτύρων πραγματεία του, πρός τεκμηρίωση τῆς ἀληθείας ὅτι οἱ Νεομάρτυρες στή συνείδηση τοῦ λαοῦ ἀναγνωρίζονται ὡς ἅγιοι εὐθύς ἀμέσως μετά τό μαρτύριό των «χωρίς καμμίαν ἄδειαν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας». Αὐτό, σημειώνει ὁ ἴδιος, τό νά τιμῶνται δηλαδή καί νά πανηγυρίζονται οἱ καλῶς ἀθλήσαντες, δέν εἶναι μόνον δίκαιον «ἀλλά ἀκόμα εἶναι καί λυσιτελέστατον, ὡσάν ὁπού ἡ τοιαύτη τιμή θερμαίνει τάς ψυχάς τῶν πιστῶν, καί διεγείρει πρός μίμησιν»[l].

Τά παραδείγματα ἄμεσης ἀναγνώρισης καί ἑορτασμοῦ τῶν Νεομαρτύρων εἶναι πολλά, ἔστω καί ἄν κάποιοι ἐξ αὐτῶν ἀνεγνωρίσθησαν ἐπισήμως ὡς ἅγιοι, μέ Πατριαρχική Πράξη, πολύ ἀργότερον. Ὁ σεπτός Ἱερομάρτυς Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἀνεγνωρίσθη ὡς ἅγιος τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1961, ἐνῶ μνημονεύεται τόσο ἀπό τόν Ἅγιο Νικόδημο στό Νέο Μαρτυρολόγιο[li], ὅσο καί στό Μηναῖο τοῦ 1843[lii]. Οἱ πέντε ἐπίσης πολύαθλοι Νεομάρτυρες τῆς Σαμοθράκης, Ἐμμανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος, Μιχαήλ καί Γεώργιος, πού ἐμαρτύρησαν τό ἔτος 1835, ἐπισήμως ἀνεγράφησαν στίς ἁγιολογικές δέλτους ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στίς 17 Μαΐου τοῦ 1985. Σήμερα τιμῶνται τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ καί μέ ἐπίκεντρο τόν Καθεδρικό Ναό τῆς Σαμοθράκης. Τό μαρτύριό τους ὅμως καί ἡ πρώτη ἀκολουθία τους συντάχθηκαν ἀπό τόν Ἁγιορείτη μοναχό ὑμνογράφο Ἰάκωβο Νεασκητιώτη[liii], τό ἔτος 1843, καί πρωτοεκδόθηκε τό ἔτος 1941[liv]. Ἡ δεύτερη Ἀκολουθία τῶν ἁγίων εἶναι τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου καί ἐκδόθηκε τό ἔτος 1970[lv].

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό ἐκπληκτικό φαινόμενο τῶν καλλινίκων Νεομαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐκτός ἀπό τήν ἀναχαίτιση τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καί τόν ἐπιστηριγμό τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ στήν πίστη τῶν Πατέρων του, συνέβαλε τά μέγιστα καί στόν ἐμπλουτισμό τοῦ χριστιανικοῦ ἑορτολογίου, στό ζωντάνεμα τῆς θείας λατρείας, τῆς μόνης λαοσύναξης πού, ὅπως εὔστοχα ἔχει γραφεῖ, «δέν νεκρώθηκε ποτέ σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς δουλείας, προσέφερε τήν δυνατότητα κοινωνικοῦ μετασχηματισμοῦ τῆς θυσίας τῶν Νεομαρτύρων καί δυναμικῆς ἀξιοποιήσεως ὑπέρ τοῦ γένους»[lvi].

Ἡ ἄμεση, ὅπως ἀναφέραμε, ἀναγνώριση τῶν Νεομαρτύρων ὡς ἁγίων ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, «ἄνευ κανονικῆς διαγνώσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας»[lvii], συνετέλεσε ὥστε νά ἀναπτυχθεῖ σέ τοπικό κυρίως ἐπίπεδο, ἡ ὑπέρ αὐτῶν ἐτησία λατρευτική τιμή καί μνήμη των κατά τήν ἡμέρα τῆς μαρτυρικῆς τελειώσεώς τους ἤ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τους ἤ καί τῆς ἀνάμνησης ἀκόμα θαυμαστῶν γιά τήν σωτηρία μιᾶς πόλεως γεγονότων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐτό τοῦ Νεομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Βυζαντίου στήν Μυτιλήνη, ὁ ὁποῖος ἐξ ἐξωμοτῶν προερχόμενος, μαρτύρησε διά ἀπαγχονισμοῦ, μετά ἀπό φρικτά βασανιστήρια, στίς 17 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1795. Ἀναγνωρίσθηκε εὐθύς μετά τό μαρτύριό του καί ἡ μνήμη του ἐξήρθη ἰδιαιτέρως ἔναντι ἄλλων τοπικῶν ἁγίων Νεομαρτύρων, χάρη στήν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καταγωγή του, ἀλλά καί στήν σύνδεσή του μέ τούς Κολλυβάδες, οἱ ὁποῖοι καί τόν προέβαλαν[lviii]. Ἀλείπτης του ἄλλωστε ἦταν ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς[lix].

Ἡ πρώτη ἀκολουθία γιά τόν Ἅγιο Θεόδωρο γράφτηκε πολύ ἐνωρίς, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1795-1797, καί εἶναι ἔργο τριῶν ὑμνογράφων, τοῦ Νικηφόρου τοῦ Χίου (Μικρός Ἑσπερινός), τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (τροπάρια Μεγάλου Ἑσπερινοῦ καί Ὄρθρου). Ὁ δεύτερος Κανόνας τοῦ Ὄρθρου εἶναι ποίημα τοῦ Μιχαήλ Εὐμορφοπούλου, συνεργάτου τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου[lx]. Ἡ ἐν λόγῳ Ἀκολουθία, ὅπως καί ἄλλες, κυρίως Παρακλητικοί Κανόνες, πού συντάχθηκαν ἀπό τόν Ἁγιορείτη ὑμνογράφο Ἰάκωβο Νεοσκητιώτη, τῇ προτροπῇ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, πρώην Ἀδριανουπόλεως Γρηγορίου, πού ἐφησύχαζε στήν Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου ἀπό τό 1840[lxi], τά θαύματα πού μαρτυροῦνται μέ τον αἱματόβρεκτο χιτώνα του, ἡ μετά ἀπό τρία χρόνια (1798) εὕρεση τοῦ ἀκεραίου λειψάνου του, ἡ ἱστόρηση τῆς μορφῆς του ἐντός καί ἐκτός Μυτιλήνης, καθώς ἐπίσης τό θαῦμα τῆς καταπαύσεως τῆς πανώλους (1832 ἤ 1836) πού βασάνιζε τό λαό τῆς Λέσβου, συνετέλεσαν ὥστε ἡ τιμή τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Βυζαντίου νά λάβει ἐξαιρετικές διαστάσεις καί νά ἐπεκταθεῖ καί ἐκτός τῆς Λέσβου, ὅπως γιά παράδειγμα στό Ἅγιον Ὄρος[lxii].

Ἡ λιτάνευση τῶν ἱερῶν λειψάνων Νεομαρτύρων, ἡ εἰκονογράφησή τους[lxiii], ἡ ἔκδοση Ἀκολουθιῶν, μέ τήν μορφή «φυλλάδας», πού συνέγραψαν ἀξιόλογοι ὑμνογράφοι, ὅπως π.χ. οἱ Μανουήλ ὁ Μέγας ρήτωρ, Θεόδωρος Ἀγαλλιανός (15ος αἰ.), Ἰουστῖνος Δεκάδυος (16ος αἰ.), Μελέτιος Συρίγος καί Ἰωάννης Καρυοφύλλης (17ος αἰ.), Καισάριος Δαπόντες, Νικόλαος Κύρκου ἤ Τζαρτζούλης (18ος αἰ.), Νικηφόρος ὁ Χίος (19ος)[lxiv], δίδουν τήν εἰκόνα τῆς λειτουργικῆς διάστασης καί τῆς ἑορτολογικῆς τιμῆς τῶν Νεομαρτύρων.

Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή καθοριστική εἶναι καί ἡ συμβολή τῶν σέ χειρόγραφη ἤ ἔντυπη μορφή Νεομαρτυρολογικῶν Συλλογῶν, μέ τά Μαρτύρια – βιογραφικά Συναξάρια καί τίς Ἀκολουθίες πολλῶν Νεομαρτύρων. Ἐνδεικτικά μνημονεύουμε τήν Συλλογή τοῦ λογοθέτου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Ἰωάννου Καρυοφύλλη (1693), πού ὑπάρχει σέ κώδικα τοῦ 18ου αἰώνος στή Νέα Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί περιέχει τά Συναξάρια δώδεκα Νεομαρτύρων πού μαρτύρησαν στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τό 1650 ἕως τό 1683[lxv]. Ἀνάλογη συλλογή εἶναι καί τοῦ παπα-Ἰωνᾶ Καυσοκαλυβίτη (18ος αἰ.), πού σώζεται σέ κώδικα τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων μέ ἀναφορά σέ 38 Νεομάρτυρες, γνωστούς καί ἀνωνύμους, πού μαρτύρησαν ἀπό τόν 16ο ἕως τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰῶνος[lxvi].

Οἱ δύο ὡς ἄνω Συλλογές, ὅπως καί ἄλλες μεταξύ τῶν ὁποίων καί αὐτή τοῦ λογίου μοναχοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου, Καισαρίου Δαπόντε (1713-1784)[lxvii], ἀπετέλεσαν βασική πηγή γιά τήν ἀπό τούς Ἁγίους, Μακάριο Νοταρᾶ (1731-1805) καί Νικόδημο Ἁγιορείτη (1749-1809) σύνταξη τῆς ἔντυπης μορφῆς τοῦ Νέου Μαρτυρολογίου, πού πρωτοεκδόθηκε τό 1799[lxviii] καί περιλαμβάνει 87 μαρτύρια Νεομαρτύρων ἀπό τό 1492 ἕως τό 1796 καί πέντε ἀκολουθίες[lxix].

Τό Νέο Μαρτυρολόγιον ἀποτελεῖ πράγματι σταθμό στήν περί τῶν Νεομαρτύρων ἐκδοτική παραγωγή καί ἔχει δώσει ἀφορμή γιά πολλές περί τοῦ θέματος μελέτες. Στό προοίμιό του ἰδιαίτερα, πέραν τῶν ἄλλων, ἀναδεικνύει καί τούς βαθύτερους λόγους τῆς λειτουργικῆς διάστασης τῶν Νεομαρτύρων καί τοῦ ἐτησίου ἑορτασμοῦ των. «Καί λοιπόν, ὦ νέοι τοῦ Χριστοῦ καί πολύαθλοι Μάρτυρες –γράφει- τί νά σᾶς ὀνομάσωμεν… πύργους τῆς εὐσεβείας; φύλακας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; μυρίπνοα ἄνθη καί ρόδα τοῦ παραδείσου, βεβαμμένα μέ τό ἴδιον αἷμά σας; προστάτας; βοηθούς; σωτῆρας κοινούς πάντων τῶν ὀρθοδόξων; καί τίποτε δέν σφάλλομεν· πολλά καί ἄλλα εἶναι τά ὀνόματά σας… Διά τοῦτο καί ἡμεῖς συστείλαντες τά ἐγκώμια μέ σιωπήν καί ἄκραν εὐλάβειαν, προσκυνοῦμεν τά ἅγια λείψανα, παρομοίως καθώς προσκυνοῦμεν καί τῶν παλαιῶν Μαρτύρων τά λείψανα· ἀσπαζόμεθα τό ἱερόν σας πρόσωπον καί τήν τιμίαν κεφαλήν σας τήν ὁποίαν ὁ Χριστός νοητῶς ἐστεφάνωσεν… οὐδέ παραιτούμεθα νά παίρνωμεν ἀπό τά ἱμάτιά σας καί ἀπό ὅσα ἐστάθησαν ὄργανα τοῦ Μαρτυρίου σας καί νά κρατῶμεν ταῦτα ὡς φυλακτήρια ἐπάνω μας· πιστεύομεν γάρ, ὅτι διά πάντων τούτων ἁγιαζόμεθα καί εἰς τά σώματα καί εἰς τάς ψυχάς μας… οὐ μόνον δέ ταῦτα προσκυνοῦμεν καί σεβόμεθα, ἀλλά καί τάς ἁγίας σας εἰκόνας ἱστοροῦμεν καί σχετικῶς ἀσπαζόμεθα, ἀναφέροντες τήν τιμήν δι’ αὐτῶν εἰς ἐσᾶς τά πρωτότυπα, καί τάς ἐτησίας ὑμῶν ἑορτάς καί μνήμας ἐπιτελοῦμεν, ὅτι μνήμη μαρτύρων ἀγαλλίαμα τοῖς φοβουμένοις τόν Κύριον»[lxx].

Ξεχωριστή σημασία γιά τήν μελέτη τοῦ ἐξεταζομένου θέματος ἔχει καί ἡ ἀπό τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη συντεθεῖσα καί ἐνταχθεῖσα στό Νέο Μαρτυρολόγιο «Ἀκολουθία πάντων τῶν νεοφανῶν Μαρτύρων τῶν μετά τήν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων, ὧν τινες οἱ ὀνομαστότεροι ἐνταῦθα περιέχονται, καί ὅτε τις βούλεται τήν μνήμην τούτων ἐπιτελείτω[lxxi]. Στήν Ἀκολουθία αὐτή ἀναφέρονται συνολικῶς 84 Νεομάρτυρες, 17 τοῦ 16ου αἰῶνος, 31 τοῦ 17ου καί 36 τοῦ 18ου αἰῶνος. Πρόθεση τοῦ ὑμνογράφου εἶναι νά ἀναδείξει τήν κοινή λειτουργική μνήμη τῶν νεοφανῶν μαρτύρων καί νά προβάλει τόν χριστοκεντρικό χαρακτήρα τοῦ μαρτυρίου. «Οὗτοι γάρ, οἱ καρτερόψυχοι –σημειώνει στόν πρό τοῦ Συναξαρίου οἶκο – τῇ τοῦ Χριστοῦ δυνάμει θωρακισθέντες, πάντα τά τοῦ βίου τερπνά, ὡς σκύβαλα ἐλογίσαντο· καί σαρκός μηδόλως φεισάμενοι, εἰς τό στάδιον τῆς ἀθλήσεως ἀπεδύσαντο, τήν μέν τῶν Ἀγαρηνῶν ἀσέβειαν θριαμβεύσαντες, τήν δέ τοῦ Χριστοῦ πίστιν ἐν παρρησίᾳ ἀνακηρύξαντες»[lxxii].

Στίς μέρες μας εἶναι γεγονός ὅτι τό ἐνδιαφέρον γιά τούς Νεομάρτυρες, ἐπιστημονικό καί πνευματικό εἶναι ἰδιαίτερα μεγάλο. Συλλογές π.χ. Συναξαρίων καί Ἀκολουθίες τοπικῶν Νεομαρτύρων[lxxiii], στόν τύπο τοῦ Νέου Λειμωναρίου τῶν Κολλυβάδων[lxxiv], ἔχουν δεῖ τό φῶς τῆς δημοσιότητος τίς τελευταῖες δεκαετίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τό Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, τό Εὐρυτανικόν Λειμωνάριον καί τό Λεσβιακόν Λειμωνάριον ἤ Λεσβιακή Ἁγιολογία[lxxv]. Στήν ἑνότητα αὐτή μποροῦμε νά ἐντάξουμε καί τόν «Μέγα Συναξαριστή» τοῦ Κωνσταντίνου Δουκάκη, τόν «Συναξαριστή» τοῦ Βίκτωρα Ματθαίου, καθώς ἐπίσης καί τόν «Συναξαριστή Νεομαρτύρων (1401-1900), ἔκδοση τῆς Ὀρθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1984[lxxvi].

Εὐρέσεις ἐπίσης λειψάνων καί ἀνακομιδές ἤ μετακομιδές λειψάνων Νεομαρτύρων ἔχουν συμβάλει στή δημιουργία νέων ἑορτῶν καί τήν προβολή τῆς τοπικῆς Ἁγιολογίας. Μνημονεύουμε τήν ἑορτή πού ἀπό τό 1936 ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος καθιέρωσε νά γίνεται τήν Δ’ Κυριακή ἀπό τοῦ Πάσχα, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἀπό τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Βυζαντίου διασώσεως τῆς πόλεως ἀπό τήν πανώλη κατά τό ἔτος 1832. Πρός τοῦτο ὁ ἐν λόγῳ φιλάγιος Ἱεράρχης συνέταξε εἰδική Ἀκολουθία καί συνέδεσε τήν νέα ἑορτή μέ τήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ Νεομάρτυρος[lxxvii]. Ἡ μέ θαυματουργικό, ἐπίσης, τρόπο ἀνεύρεση τῶν χαριτοβρύτων λειψάνων τῶν ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης στή Θέρμη τῆς Λέσβου ἐκτόξευσε τήν φήμη καί τήν λειτουργική τους τιμή καί πέραν τῶν ὁρίων τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας[lxxviii]. Σχετικῶς προσφάτως, στίς 8 Φεβρουαρίου τοῦ 2012, ἀνευρέθησαν τά ἱερά λείψανα τῆς ἁγίας Νεοπαρθενομάρτυρος Ἀκυλίνης – Ἀγγελίνης τῆς Ζαγκλιβερινῆς (†27 Σεπτ. 1764) στόν αὔλειο χῶρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Ὄσσης, ὡς καί ἐνωρίτερον τῆς ἁγίας Κυράννης[lxxix].

Νέες Ἀκολουθίες γιά τούς Νεομάρτυρες δημιουργοῦνται καί στίς μέρες μας ἀπό συγχρόνους ὑμνογράφους, ὅπως εἶναι π.χ. ὁ μακαριστός λογιώτατος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης[lxxx]. Κάποιες ἀπό τίς Ἀκολουθίες αὐτές ἔχουν ἐνταχθεῖ στά Μηναῖα τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, ὅπως π.χ. στό Μηναῖο τοῦ Αὐγούστου στό τέλος παρατίθεται ἡ ἀκολουθία τοῦ Νεομάρτυρος ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Σημαντική γιά τόν ἑορτασμό τῶν Νεομαρτύρων στίς μέρες μας εἶναι καί ἡ ἀνέγερση Ἱερῶν Ναῶν, ὅπως τῆς Ἁγίας Ἀκυλίνης στήν ὁποία ἀναφερθήκαμε, τοῦ Ἁγίου Νικήτα τοῦ Νέου, συμπολιούχου τῶν Σερρῶν, πού μαρτύρησε τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τό ἔτος 1808 καί ἀπό τό 1987 τιμᾶται πανδήμως τήν Κυριακή τοῦ Ἀντίπασχα (τοῦ Θωμᾶ)[lxxxi], στόν δικό του πλέον οἶκο, τοῦ ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις κ.ἄ.

Ὅλα τά παραπάνω, ἐκδόσεις Ἀκολουθιῶν καί Λειμωναρίων, ἀνεγέρσεις Ἱερῶν Ναῶν, ἀνακομιδές λειψάνων, κάθε πρωτοβουλία τῶν ἑκασταχοῦ τοπικῶν Ἐκκλησιῶν γιά τόν ἑορτασμό τῶν Νεομαρτύρων, συνιστοῦν μία συνέχεια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκφράζουν τήν θεολογική ἑνότητα παλαιῶν καί νέων Μαρτυρολογίων, καθ’ ὅσον οἱ Μάρτυρες κάθε ἐποχῆς ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία καί διατρανώνουν τό ἴδιο μήνυμα, ὅτι «Μαρτύρων θάνατος οὐκ ἔστι θάνατος, ἀλλά ζωή πέρας οὐκ ἔχουσα»[lxxxii].

Ἡ ἐπιβίωση τοῦ χριστιανισμοῦ μέσα στά ζοφερά χρόνια τῆς ὀθωμανικῆς σκλαβιᾶς εἶχε ἀνάγκη ἀπό νέους μάρτυρες τῆς πίστεως. Μέ τό παράδειγμά τους, οἱ πανένδοξοι Νεομάρτυρες, μετέδιδαν στό Γένος τό μήνυμα τῆς προσηλώσεως στήν ἁγία ὀρθόδοξο χριστιανική πίστη, λειτουργοῦσαν ἐποικοδομητικῶς, παιδευτικῶς, συσπειρωτικῶς καί παραδειγματικῶς στίς συγκεκριμένες συνθῆκες τῆς ἐποχῆς. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία εὐλογοῦσε, ἐνίσχυε καί ὑποβοηθοῦσε τήν κλίση τους καί τήν πορεία πρός τό ἑκούσιο μαρτύριό τους. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀποκαλεῖ τούς νέους Χριστομάρτυρες «ἀγγέλους, ποταμούς, ἰατρούς, πύργους τῆς εὐσεβείας, φύλακας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μυρίπνοα ἄνθη καί ρόδα τοῦ παραδείσου, προστάτας, βοηθούς, σωτῆρας κοινούς πάντων τῶν ὀρθοδόξων». Δικαίως ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας ψάλλει στήν μνήμη τους: «Χαίροις Νεομαρτύρων πληθύς· πιστῶν ἡ δόξα, καί χαρά καί καλλώπισμα· οἱ πάντων ἀρνησιχρίστων, ὑπογραμμοί θαυμαστοί· ὁ στρατός ὁ νέος τοῦ Παντάνακτος· χορός νεοσύλλεκτος· τά νεόσφακτα πρόβατα, συνειλεγμένα, ἀπό χρόνου ἁλώσεως· οἱ τῆς πίστεως, πρόμαχοί τε καί φύλακες· πρέσβεις οἱ ἀκαταίσχυντοι· οἱ χρόνοις μέν ἔσχατοι, καί παλαιοί ταῖς βασάνοις· ὑπομονῆς στῆλαι ἔμψυχοι. Χριστόν δυσωπεῖτε, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν δοθῆναι τό μέγα ἔλεος»[lxxxiii]. Οἱ Νεομάρτυρες ἀπετέλεσαν καί γιά τήν Ἐκκλησία μας ἀλλά καί γιά τό Γένος μας μία ἐξαιρετική εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ πανθαύμαστη θυσία τους λειτούργησε ἀφυπνιστικά καί λυτρωτικά γιά τίς καταρρακωμένες χριστιανικές συνειδήσεις, ἀλλά καί ὡς ἕνα ἠχηρό ἐγερτήριο σάλπισμα πρός τό ὑπόδουλο Γένος. Στό πρόσωπό τους καί κυρίως στήν γενναία ἕως τέλους προσήλωσή τους στήν ἁγία πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὁ καθημαγμένος Ἕλληνας εἶδε ἐπίσης καί τήν συνέχεια καί τήν ἀνάσταση τοῦ ἀδούλωτου ἐθνικοῦ του φρονήματος, πού διαχρονικά ἀντιστάθηκε νικηφόρα σέ κάθε λογῆς βαρβαρότητα. Ἡ Ἐκκλησία καί τό Γένος ὀφείλουν αἰώνια εὐγνωμοσύνη στούς νέους αὐτούς μάρτυρες, πού περισκέπουν ἁγιαστικῶς, φιλοστόργως, ἀφυπνιστικῶς καί διδακτικῶς τήν ζωή μας μέ τίς ἅγιες πρός Θεόν πρεσβεῖες τους.

Πρίν κατακλείσω ὅμως τήν παροῦσαν ἀτελῆν μου εἰσήγησιν καί ζητήσω τήν συγγνώμη σας γιά τήν κόπωση πού ἀκουσίως σᾶς προκάλεσα, θά ἤθελα ἐπιλογικῶς νά τονίσω ὅτι Νεομάρτυρες ἔχομεν καί σήμερον σ’ ὁλόκληρον τόν κόσμον, ἕνεκα κυρίως τοῦ ἀκραίου ἰσλαμικοῦ φονταμενταλισμοῦ, πού μέ βαρβαρότητα ἐπιτίθεται καί πάλιν ἐναντίον τῆς ἁγίας χριστιανικῆς πίστεώς μας. Στό ἐγγύς ἐπίσης, ἱστορικό παρελθόν, ἄθεα καί ἀντίθεα συστήματα καί ἰδεολογίες, κυρίως στίς χῶρες τοῦ λεγομένου ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ καί ἀλλαχοῦ, ἔβαλαν μέ σφοδρότητα ἐναντίον τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πλουτίζοντας τό νοητό οὐράνιο στερέωμα μέ νέους μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν πολυώδυνα βάσανα, ἐξορίες, ἀτιμώσεις, ἐξευτελισμούς καί πικρόν θάνατον γιά χάριν τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου Του. Καθώς δέ τό μυστήριον τῆς ἀνομίας ἐνεργεῖται ἀπροκαλύπτως στίς ὄντως ἀποκαλυπτικές ἡμέρες μας, φρόνιμον εἶναι, ἀδελφοί καί πατέρες, νά εἴμεθα ἔτοιμοι, γρηγοροῦντες καί νήφοντες «ἐν ὑπομονῇ καί πίστει», δι’ ὅσα ἡ ἀγάπη καί ἡ πρόνοια τοῦ ἁγίου Θεοῦ ἐπιτρέψει νά συμβοῦν στόν ταρασσόμενον καί κλυδωνιζόμενον κόσμον στό ἐγγύς ἤ στό ἀπώτερο μέλλον, ἐνισχυόμενοι, φωτιζόμενοι καί ἁγιαζόμενοι ὑπό τοῦ θείου τῆς Ἐκκλησίας μας Δομήτορος, τοῦ «πιστοῦ καί ἀληθινοῦ μάρτυρος»[lxxxiv], Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, λέγοντος: «Ἰδού, ἔρχομαι ταχύ« κράτει ὅ ἔχεις, ἵνα μηδείς λάβῃ τόν στέφανόν σου»[lxxxv] καί γίνου πιστός ἄχρι θανάτου καί δώσω σοι τόν στέφανον τῆς ζωῆς»[lxxxvi]. Γένοιτο. Σᾶς εὐχαριστῶ.

[i] Ἰω. 14, 21.

[ii] Μάρτυρες δέν ἦταν μόνον ὅσοι ὑπέστησαν βασανιστήρια καί θανατώθηκαν ἀπό ἀλλοθρήσκους, ἀλλά καί ὅσοι ἔδωσαν μαρτυρία γιά τήν πίστη τους στόν Θεό. Θ. Μπεράτης, Καλλίνικοι Μάρτυρες, Ἀθήνα 19944, σ. 3.

[iii] Ἀντ. Παπαδόπουλος, Θεολογία ἀρχαίων καί νέων Μαρτυρολογίων, στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1998, σ. 53. Τσάμης, ὅ. π., σ. 106.

[iv] Ἔξ. 27,21.28, 29,4-10. Λευιτ. 1,1.4, 4.7. Ἀρ. 1,50.53. Δευτ. 31,14.

[v] Ἔξ. 35,12, 12,3, 5,21.

[vi] Ἔξ. 31,18, 32,15.

[vii] Ἰ. Γαλάνης, Ἡ ἔννοια τοῦ μαρτυρίου στήν Ἁγία Γραφή, στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1998, σ. 54-55.

[viii] Χρ. Παπαδόπουλος, Οἱ Νεομάρτυρες, Ἀθήνα 19703, σ. 21.

[ix] Φιλ. 1, 29.

[x] Δ. Τσάμης, Ἁγιολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1999, σ.
111.

[xi] Στ. Παπαδόπουλος, Οἱ Νεομάρτυρες καί τό δοῦλον Γένος, ἐν Ἀθήναις 1972, σ. 24.

[xii] Χρ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 6. Ἰ. Θεοχαρίδη – Δ. Λουλέ, Οἱ Νεομάρτυρες στήν Ἑλληνική ἱστορία (1453-1821), Δωδώνη 17 (1988), σ. 135. Ἰ. Περαντώνης, Οἱ Νεομάρτυρες, ΘΗΕ 9 (1966), σ. 403.

[xiii] Ν. Πανταζόπουλος, «Τινά περί τῆς ἐννοίας τῶν προνομίων ἐπί Τουρκοκρατίας», Ἀρχεῖον Ἰδιωτικοῦ Δικαίου 10 (1943), σ. 6-8. Ἑλ. Κούκου, Θεσμοί καί προνόμια τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετά τήν ἅλωση, Ἀθήνα – Κομοτηνή 1984, σ. 45. Μ. Τρίτος, Γενικά περί Νεομαρτύρων, στό: Ἀναδρομή τιμητικόν ἀφιέρωμα εἰς τόν Ἀρχιεπίσκοπον πρ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Κυρόν Ἰάκωβον Βαβανάτσον, Μέγαρα 1991, σ. 417. Θ. Ζήσης, Γεννάδιος Β’ Σχολάριος (Βίος, Συγγράμματα, Διδασκαλία), Θεσσαλονίκη 19982, σ. 190-191.

[xiv] Χρ. Πατρινέλης, Ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ὀρθοδοξία, ΙΕΕ 10, Ἀθήνα 1974, σ. 93.

[xv] Κ. Ἀμάντος, Σχέσεις Ἑλλήνων καί Τούρκων ἀπό τοῦ ἐνδεκάτου αἰῶνος μέχρι τοῦ 1821, Ἀθῆναι 1955, σ. 123. Ἀπ. Βακαλόπουλος, Ἱστορία τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ, Θεσσαλονίκη 1964, Β’, σ. 12.

[xvi] Χρ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 21. Στ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 34. Βακαλόπουλος, ὅ. π., σ. 172. Χρ. Μουστάκας, Τιμή καί μνήμη Νεομαρτύρων, Τρίκαλα 1988, σ. 10.

[xvii] Χρ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 7. Ἰ. Περαντώνης, Τά αἴτια καί αἱ ἀφορμαί τοῦ μαρτυρίου τῶν νεομαρτύρων, Θεολογία 42 (1971), σ. 129. Ἰ. Ἀναστασίου, Σχεδίασμα περί τῶν Νεομαρτύρων, στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1971, σ. 11, 15, 21, 26, 35. Χρ. Κρικώνης, Κληρικοί νεομάρτυρες καί μάρτυρες, στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1998, σ. 258-276. Ι. Ἀναστασίου, Εἰσαγωγικά γιά τή μελέτη τῶν Νεομαρτύρων, στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1998, σ. 31-32. Τρίτος, ὅ. π., σ. 418-419. Θεοχαρίδη – Λουλέ, ὅ. π., σ. 137-138.

[xviii] Στ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 52.

[xix] Κρικώνης, ὅ. π. σ. 263.

[xx] Θεοχαρίδη – Λουλέ, ὅ. π., σ. 137.

[xxi] Θεοχαρίδη – Λουλέ, ὅ. π., σ. 138.

[xxii] Ἀμάντος, ὅ. π., σ. 190.

[xxiii] Στ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 83. Δ. Τσάμης, Ἡ θεληματική προσέλευση στό μαρτύριο Ἁγιορειτῶν Νεομαρτύρων, στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1998, σ. 263.

[xxiv] Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Γ’, ἐν Βενετίᾳ 1872, σ. 133-134.

[xxv] Εὐγ. Βούλγαρης, Πρός Πέτρον τόν Κλαίρκιον· ἐπιστολή περί τῶν μετά τῶν σχίσμα ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν γινομένων ἐν αὐτῇ θαυμάτων, Ἀθήνησι 1844, σ. 31-33. Χρ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 31-32. Εὐαγ. Θεοδώρου, Οἱ ἐν Ἑλλάδι Νεομάρτυρες, Ὁ Ἐφημέριος 9 (1960), σ. 480.

[xxvi] Σπ. Τρικούπης, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Α’, ἐν Ἀθήναις 1879, σ. 90, 93. Χρ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 124-125. Θεοδώρου, ὅ. π., σ. 480-481.

[xxvii] Γ. Μαντζαρίδης, Ἡ κοινωνιολογική προσέγγιση τῆς παρουσίας τῶν Νεομαρτύρων, στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1998, σ. 229-235.

[xxviii] Ἰ. Μαμαλάκης, Δοσιθέου Κωνσταμονίτου, Νέον ὑπόμνημα τῶν νεοφανῶν ἱερομαρτύρων καί ὁσιομαρτύρων, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 46 (1963), σ. 332. Μαντζαρίδης, ὅ. π., 234.

[xxix] Γ. Ἀρνάκη, Ἐκκλησία καί Ἑλληνική κοινωνία, ΙΕΕ 10, Ἀθήνα 1974,σ. 149. Β. Τωμαδάκης, Οἱ νεομάρτυρες τοῦ Βυζαντίου καί ἡ ὁσιομάρτυς Φιλοθέη Μπενιζέλου ἡ Ἀθηναία, Ἀθῆναι 1971, σ. 17.

[xxx] Βακαλόπουλος, ὅ. π., σ. 240.

[xxxi] Φιλ. 1, 30.

[xxxii] Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 260, 264. Ἀναστασίου, ὅ. π., σ. 38.

[xxxiii] Στ. Μπαλογιάννης, Ἡ βιολογική διάστασις τῶν βασανισμῶν καί τῶν τρόπων θάνατώσεως τῶν νεομαρτύρων, στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1998, σ. 359-362. Στ. Παπαδόπουλος, ὅ. π., σ. 68.

[xxxiv] Ἀναστασίου, ὅ. π., σ. 48.

[xxxv] Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 192.

[xxxvi] Ἀναστασίου, ὅ. π., σ. 32.

[xxxvii] Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 135.

[xxxviii] Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 87. Ἀναστασίου, ὅ. π., σ. 35.

[xxxix] Ἰ. Φουντούλης, Νικηφόρου τοῦ Χίου, ἀκολουθία ἐπικήδειος εἴτε ἐπιτάφιος κοινή εἰς πάντα νέον μάρτυρα, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 85-91.

[xl] Συναξαριστής Νεομαρτύρων, (1400-1900 μ.Χ.), Θεσσαλονίκη 1984, σ.
18.

[xli] Ἰ. Φουντούλης, Λειτουργική Α’. Εἰσαγωγή στή θεία Λατρεία,
Θεσσαλονίκη 32000, σ. 129.

[xlii] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Μάρτυρας, PG 50, σ. 660-663.

[xliii] Ἐνδεικτική περί τῶν Νεομαρτύρων βιβλιογραφία, βλ. Στ. Παπαδόπουλου, Οἱ Νεομάρτυρες καί τό δοῦλον Γένος, ἐν Ἀθήναις 1974. Ἰ. Μ. Περαντώνης, Λεξικόν Νεομαρτύρων, ἐν Ἀθήναις 1972. Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων, (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988. Χρ. Κρικώνης, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πρωταγωνιστής τῆς Ἐθνεγερσίας τοῦ 1821. Κληρικοί Νεομάρτυρες – Ἐθνομάρτυρες, Θεσσαλονίκη 1995. Ἀπ. Γλαβίνας, Οἱ Νεομάρτυρες τῆς Τουρκοκρατίας, Εἰσαγωγή, Βιβλιογραφία, Ἀσματικές Ἀκολουθίες, Κατερίνη 1997. Ὁ Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, Πρακτικά Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (17-19 Φεβρουαρίου 1998), Μυτιλήνη 2000. Π. Πάσχου, Ἐν ἀσκήσει καί μαρτυρίῳ, Ἀθήνα 1996. Π. Πάσχου, Ἅγιοι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ. Εἰσαγωγή στήν ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1995, σ. 109-119. Π. Καυσοκαλυβίτης – Μ. Βαρβούνης, Καυσοκαλυβίτικα Νεομαρτυρολογικά, Ἀθήνα 2003. Β. Ψευτογκᾶς, Νεομαρτυρολογικά Μελετήματα, τ. Δ’, Θεσσαλονίκη 2008. Σ. Πασχαλίδης, Τό ὑμναγιολογικό ἔργο τῶν Κολλυβάδων. Συμβολή στήν μελέτη τῆς Ἁγιολογικῆς Γραμματείας κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2007. Σ. Πασχαλίδης, «Οἱ χειρόγραφες Νεομαρτυρολογικές Συλλογές καί τό Νέον Μαρτυρολόγιον, πρόδρομη ἀνακοίνωση», στό: Πρακτικά Ὀρθοδόξου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου «Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος – Νεομάρτυρες προάγγελοι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Γένους», (Ὕδρα 10 – 14 Νοεμβρίου 2000), Ὕδρα 2000.

[xliv] Δ. Τσάμης, Ἁγιολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 111-112. Χρ. Κρικώνης, «Κληρικοί Νεομάρτυρες – Ἐθνομάρτυρες», στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων, (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, σ. 239-310.

[xlv] Ἡ Ἀκολουθία αὐτή ἐκδόθηκε γιά πρώτη φορά τό ἔτος 1868. Βλ. Κ. Καραϊσαρίδης (Πρωτοπρεσβύτερος), Λειτουργικές ὄψεις στό ἔργο τοῦ Παχωμίου Ρουσάνου, Ἀθήνα 2013, σ. 262-263. Εὐτ. Σαρμάνης (Ἀρχιμανδρίτης), «Ἀκολουθία τῶν ἐν Στροφᾶσιν ἀναιρεθέντων ὁσίων Πατέρων ὑπό Παχωμίου Ρουσάνου συντεθεῖσα», Θεολογία 68 (1997), σ. 265-283.

[xlvi] Κ. Σάθας, Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς Γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων ἀπό τῆς καταλύσεως τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνεγερσίας (1453-1821), ἐν Ἀθήναις 1868, σ. 123-124.

[xlvii] Ἀντ. Παναγιώτου, «Μανουήλ Κορινθίου Ἀκολουθία Ἰωάννου Νεομάρτυρος τοῦ ἐν Σέρραις», ΕΕΒΣ 47 (1987-1985), σ. 423-445. Τ. Καραναστάσης, «Ἕνας Νεομάρτυρας στίς Σέρρες τοῦ β’ μισοῦ τοῦ 15ου αἰώνα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σερραῑος καί ἡ Ἀκολουθία του, ἔργο τοῦ μεγάλου Ρήτορος Μανουήλ Κορινθίου», Βυζαντινά 16 (1991), σ. 197-262.

[xlviii] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Ἀθῆναι 1961, σ. 69-70. Π. Πάσχου, Ἐν ἀσκήσει καί μαρτυρίῳ, σ. 83-84. Ὁ ἱερομόναχος Νικηφόρος ὁ Χίος συνέθεσε καί δεύτερη Ἀκολουθία στόν ἅγιο Θεόφιλο, ἡ ὁποία δημοσιεύεται στό «Νέον Λειμωνάριον», τ. Β’, σ. 65-74.

[xlix] Νικοδήμου Ἀγιορείτου, ὅ. π., σ. 118-130. Πάσχου, ὅ. π., σ. 84.

[l] Πάσχου, ὅ. π., σ. 82-83.

[li] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὅ. π., σ. 201-208.

[lii] Σ. Πασχαλίδης, «Ὑμναγιολογικά στόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό», ΕΕΘΣΑΠΘ 7 (2001), σ. 166-167, σημ. 64.

[liii] Περί τοῦ ὑμνογράφου αὐτοῦ, βλ. Π. Καυσοκαλυβίτης, Ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης (†1869) καί τό ἔργο του, Ἅγιον Ὄρος 2014.

[liv] Κ. Ἀποστολίδης, Ἀνέκδοτος Ἀκολουθία καί Ἐγκώμιον πέντε Θρακικῶν νεοφανῶν Μαρτύρων, Ἀθῆναι 1941. Σ. Πασχαλίδης, Ἐν Ἁγίοις. Εἰδικά θέματα Βυζαντινῆς καί Μεταβυζαντινῆς Ἁγιολογίας, τ. Α’, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 261.

[lv] Οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι πέντε Νεομάρτυρες ἐκ Σαμοθράκης καί ἐν Μάκρῃ Ἕβρου ἀθλήσαντες, Ἐμμανουήλ, Γεώργιος, Μιχαήλ, Θεόδωρος καί Γεώργιος. Αἱ δύο Ἀκολουθίαι, Ἀλεξανδρούπολις 1997.

[lvi] π. Γ. Μεταλληνός, «Οἱ Νεομάρτυρες καί ἡ ἐθνικοθρησκευτική σημασία τους», στό: Ὁ Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος πολιοῦχος Μυτιλήνης, Πρακτικά Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (17-19 Φεβρουαρίου 1998), Μυτιλήνη 2000, σ. 86-87.

[lvii] π. Γ. Μεταλληνός, «Ἀθανάσιος Πάριος (1721-1813), (Ἐργογραφία – Ἰδεολογία – Βιβλιογραφία)», ΕΕΘΣΠΑ 30 (1995), σ. 339.

[lviii] Ἰ. Φουντούλης, «Τό πάντιμον λείψανον τοῦ Θεοδώρου», στό: Ὁ Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, σ. 242-243.

[lix] Θ. Γιάγκου, «Ὁ ἅγιος Μακάριος Κορίνθου καί ὁ Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος», στό: Ὁ Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, σ. 211-237.

[lx] Π. Πάσχου, «Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὡς ἁγιολόγος», ΕΕΚΜ 16 (1996), σ….;;;;. Πρακτικά Συμποσίου «Νικοδήμου Ἁγιορείτου τοῦ Ναξίου πνευματική μαρτυρία», (Νάξος 8-11 Ἰουλίου 1993), Ἀθήνα 2000, σ. 252. Π. Σκαλτσῆς, «Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος στό συναξάριο καί τήν ὑμνογραφία», στό: Ὁ Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, σ. 159-160.

[lxi] Σκαλτσῆς, ὅ. π., σ. 167-175.

[lxii] Φουντούλης, Τό πάντιμον λείψανον τοῦ Θεοδώρου, σ. 240-255.

[lxiii] Θ. Προβατάκης, «Οἱ Νεομάρτυρες εἰς τήν εἰκονογραφίαν», στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων, (Θεσσαλονίκη 17 – 19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, σ. 519-520.

[lxiv] Ἰ. Ἀθανασόπουλος, «Οἱ Νεομάρτυρες», ἐν: Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. κστ’-κζ’.

[lxv] Θ. Γιάγκου, «Χειρόγραφα Νεομαρτυρολογικά κείμενα στή βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης», Θεολογία 66 (1995), σ. 471-510.

[lxvi] Β. Ψευτογκᾶς, Νεομαρτυρολογικά Μελετήματα, τ. Δ’, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 82-107, 259-299. Π. Καυσοκαλυβίτης, Ἰωνᾶς ὁ Καυσοκαλυβίτης. Ὁ βίος καί τά ἔργα μιᾶς πνευματικῆς μορφῆς τοῦ 18ου αἰ., Ἅγιον Ὄρος 1999. Πασχαλίδης, Νεομαρτυρολογικές Συλλογές, σ. 137-145.

[lxvii] Σ. Πασχαλίδης, Νεομαρτυρολογικά Σύμμεικτα Α’. Ἡ αὐτόγραφη Νεομαρτυρολογική Συλλογή τοῦ μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντε (1713-1784), Θεσσαλονίκη 2012

[lxviii] Τό ἔργο αὐτό ἔχει ἐπανεκδοθεῖ ἀρκετές φορές. Τό ἔτος 2009 ἀπό τήν Ἁγιορειτική Ἑστία πραγματοποιήθηκε φωτοστατική ἐκτύπωση τῆς πρώτης ἔκδοσης.

[lxix] Πασχαλίδης, Νεομαρτυρολογικές Συλλογές, σ. 131-174. Ὁ ἴδιος, Τό ὑμναγιολογικό ἔργο τῶν Κολλυβάδων. Συμβολή στή μελέτη τῆς Ἁγιολογικῆς Γραμματείας κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 173-199. Πάσχου, Νικόδημος Ἁγιορείτης, σ. 249-253.

[lxx] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 23-25.

[lxxi] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 263-272. Σχετικά μέ τόν Κανόνα αὐτῆς τῆς Ἀκολουθίας, βλ. Κ. Μητσάκης, «Ὁ Ἀσματικός Κανόνας γιά τούς Νεομάρτυρες τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη», ΕΕΚΜ 16 (1996-2000), σ…..;;;; Πρακτικά Συμποσίου «Νικοδήμου Ἁγιορείτου τοῦ Ναξίου πνευματική μαρτυρία», σ. 195-217. Π. Καυσοκαλυβίτης – Βαρβούνης, ὅ. π., σ. 201-217.

[lxxii] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, σ. 269-270.

[lxxiii] Γ. Χρυσοστόμου (νῦν Μητροπολίτου Κίτρους, Κατερίνης καί Πλαταμῶνος), «Βιβλιογραφία εἰς Ἀκολουθίας Νεομαρτύρων», στό: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν Νεομαρτύρων, (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, σ. 565-588.

[lxxiv] Νέον Λειμωνάριον, Ἐν Βενετίᾳ 1819. Βλ. καί Πασχαλίδης, Ὑμναγιολογικό ἔργο Κολλυβάδων, σ. 76-84, 102-105.

[lxxv] Ψευτογκᾶς, ὅ. π., σ. 67-68.

[lxxvi] Ἀθανασόπουλος, ὅ. π., σ. κστ’.

[lxxvii] Φουντούλης, «Ἀκολουθίαν εἰς τήν Ἀνακομιδήν τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Βυζαντίου», στό: Ὁ Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, σ. 443-472.

[lxxviii] Φ. Κόντογλου, Σημεῖον Μέγα, ἤγουν τά θαύματα τῆς Θέρμης, 1962.

[lxxix] Χρ. Μαϊδώνης (Ἀρχιμανδρίτης), Ἡ ἁγία Νεομάρτυς Ἀκυλίνα ἡ Ζαγκλιβερινή. Βίος, εὕρεση λειψάνων – μετακομιδή, Ἀκολουθία –Παρακλητικός Κανών – Χαιρετισμοί καί Ἐγκώμια, Ἱερά Μητρόπολις Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου 2015.

[lxxx] Χρυσοστόμου, ὅ. π. σ. 565-588. Ὁ ἴδιος, Ὁ ὑμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης καί οἱ Ἀκολουθίες του σέ ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης, Συμβολή στή μελέτη τοῦ βίου καί τοῦ ἔργου του, Θεσσαλονίκη 1997.

[lxxxi] Βλ. Ὁ Ἅγιος Νικήτας, Πολιοῦχος Σερρῶν. Βίος καί Ἀκολουθία του, Ἱερά Μητρόπολις Σερρῶν καί Νιγρίτης, Χολαργός ἄ. ἔ. Ἅγιος Νεομάρτυς Νικήτας, Πολιοῦχος τῶν Σερρῶν. Βίος καί Παρακλητικός κανόνας, Ἱερά Μητρόπολις Σερρῶν καί Νιγρίτης, Σέρρες 2013. Βλ. Ἐπίσης Ἀπ. Γλαβίνας, Ὁ Νεομάρτυρας Νικήτας, Κατερίνη 1995. Ἀλ. Ἀναγνωστόπουλος, «Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Νικήτας ὁ ἐκ Κερκύρας ἤ Ἠπείρου καταγόμενος καί ἐν Σέρραις ἀθλήσας ὁ Ἁγιαννανίτης», στό: Σερραίων Διάσωσμα. Πνευματικοί καί καλλιτεχνικοί θησαυροί τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σερρῶν, Σέρρες 2008, σ. 191—242.

[lxxxii] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τόν ἅγιον Ρωμανόν, Λόγος πρῶτος, PG
50, σ. 609

[lxxxiii] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστής Νεομαρτύρων, σ. 34.

[lxxxiv] Ἀποκ. 3, 14.

[lxxxv] Ἀποκ. 3, 11.

[lxxxvi] Ἀποκ. 2, 11.