Λόγος περὶ προσευχῆς τοῦ Ἁγίου Νείλου τοῦ Ἀσκητοῦ

Περὶ προσευχῆς

Ἁγίου Νείλου τοῦ Ἀσκητοῦ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ εἶναι τὸ ἀνέβασμα τοῦ νοῦ στὸ Θεό. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἐργασία πνευματική, ποὺ ἁρμόζει στὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ περισσότερο ἀπ’ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀσχολία.

Ἡ προσευχὴ γεννιέται ἀπὸ τὴν πραότητα καὶ τὴν ἀοργησία• φέρνει στὴν ψυχὴ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐχαριστία• προφυλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν ἀθυμία.

Ὅπως τὸ ψωμὶ εἶναι τροφὴ τοῦ σώματος καὶ ἡ ἀρετὴ τροφὴ τῆς ψυχῆς, ἔτσι καὶ τοῦ νοῦ τροφὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ προσευχή.

Ὅπως ἡ ὅραση εἶναι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλες τὶς αἰσθήσεις, ἔτσι καὶ ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ πιὸ θεία καὶ ἱερὴ ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετές.

Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό, συνομιλεῖ πάντοτε μαζί Του σὰν γιὸς πρὸς πατέρα καὶ ἀποστρέφεται κάθε ἐμπαθὴ σκέψη.

Ἀφοῦ ἡ προσευχὴ εἶναι συναναστροφὴ τοῦ νοῦ μὲ τὸ Θεό, σὲ ποιὰν ἄραγε κατάσταση θὰ πρέπει νὰ βρίσκεται αὐτός, γιὰ νὰ μπορέσει, χωρὶς νὰ στρέφεται ἄλλου, νὰ πλησιάσει τὸν Κύριό του καὶ νὰ συνομιλεῖ μαζί Του χωρὶς τὴ μεσολάβηση ἄλλου;

Ἂν ὁ Μωυσῆς, προσπαθώντας νὰ πλησιάσει τὴ φλεγόμενη βάτο, ἐμποδιζόταν, ὥσπου ἔβγαλε τὰ σανδάλια ἀπὸ τὰ πόδια του, ἐσύ, ποὺ θέλεις νὰ δεῖς τὸ Θεὸ καὶ νὰ συνομιλήσεις μαζί Του, δὲν θὰ πρέπει νὰ βγάλεις καὶ νὰ πετάξεις ἀπὸ πάνω σου κάθε ἁμαρτωλὸ λογισμό;

Ὅλος ὁ πόλεμος ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καὶ τοὺς ἀκάθαρτους δαίμονες δὲν γίνεται γιὰ τίποτ’ ἄλλο παρὰ γιὰ τὴν πνευματικὴ προσευχή. Γιατί σ’ αὐτοὺς εἶναι πολὺ ἐχθρικὴ καὶ ἐνοχλητικὴ ἡ προσευχή, ἐνῶ σ’ ἐμᾶς εἶναι πρόξενος σωτηρίας, τερπνὴ καὶ εὐχάριστη.

Τί θέλουν οἱ δαίμονες νὰ ἐνεργοῦν μέσα μας; Γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, ὀργή, μνησικακία καὶ τὰ λοιπὰ πάθη, γιὰ νὰ παχυνθεῖ ὁ νοῦς ἀπ’ αὐτὰ καὶ νὰ μὴν μπορέσει νὰ προσευχηθεῖ σωστά. Γιατί ὅταν ὑπερισχύσουν τὰ ἄλογα πάθη, δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ κινεῖται λογικά.

Μὴ νομίζεις ὅτι ἀπέκτησες ἀρετή, ἂν προηγουμένως δὲν ἀγωνίστηκες γι’ αὐτὴν μέχρις αἵματος. Γιατί, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ( Ἐφ. 6:11), πρέπει ν’ ἀντιστεκόμαστε στὴν ἁμαρτία μέχρι θανάτου, μὲ ἀγωνιστικότητα καὶ ἄμεμπτο τρόπο.

Δὲν μπορεῖ ὁ δεμένος νὰ τρέξει. Οὔτε ὁ νοῦς, ποὺ δουλεύει σὰν σκλάβος σὲ κάποιο πάθος, θὰ μπορέσει νὰ κάνει ἀληθινὴ προσευχή. Γιατί σύρεται καὶ γυρίζει ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπὸ τὴν ἐμπαθὴ σκέψη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἀτάραχος.

Δὲν θὰ κατορθώσεις νὰ προσευχηθεῖς καθαρά, ἂν ἀνακατεύεσαι μὲ ὑλικὰ πράγματα καὶ ταράζεσαι μὲ ἀδιάκοπες φροντίδες. Γιατί προσευχὴ σημαίνει ἀπαλλαγὴ ἀπὸ κάθε μέριμνα.

Ἂν θέλεις νὰ προσευχηθεῖς, ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ τὸ Θεό, ποὺ δωρίζει τὴν ἀληθινὴ προσευχὴ σ’ ὅποιον ἐπιμένει ἀκούραστα στὸν ἀγώνα τῆς προσευχῆς. Νὰ Τὸν ἐπικαλεῖσαι, λοιπόν, λέγοντας• «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» (Μάτθ. 6:9 )• δηλαδή, ἂς ἔρθει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ὁ Μονογενής Σου Υἱός. Γιατί αὐτὸ μᾶς δίδαξε ὁ Χριστός, λέγοντάς μας πὼς πρέπει νὰ προσκυνοῦμε καὶ νὰ λατρεύουμε τὸν Θεὸ Πατέρα «μὲ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος, ποὺ φανερώνει τὴν ἀλήθεια» (Ἰω. 4:24).

Πρῶτα-πρῶτα προσευχήσου ν’ ἀποκτήσεις δάκρυα, γιὰ νὰ μαλακώσεις μὲ τὸ πένθος τὴν ἀγριότητα τῆς ψυχῆς σου. Εὔκολα τότε θὰ ὁμολογήσεις μὲ εἰλικρίνεια, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, τὶς ἁμαρτίες ποὺ διέπραξες, καὶ θὰ λάβεις ἀπ’ Αὐτὸν τὴν ἄφεση.

Νὰ χρησιμοποιεῖς τὰ δάκρυα γιὰ νὰ πετύχεις κάθε αἴτημά σου. Γιατί χαίρεται πολὺ ὁ Κύριος, ὅταν προσεύχεσαι μὲ δάκρυα.

Ἂν στὴν προσευχή σου χύνεις πηγὲς δακρύων, μὴν ὑπερηφανεύεσαι πὼς εἶσαι τάχα ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς πολλούς. Δὲν εἶναι δικό σου κατόρθωμα αὐτό, ἀλλὰ βοήθεια γιὰ τὴν προσευχή σου ἀπὸ τὸν Κύριο, γιὰ νὰ μπορέσεις ἔτσι νὰ ἐξομολογηθεῖς πρόθυμα τὶς ἁμαρτίες σου καὶ νὰ Τὸν ἐξευμενίσεις.

Ὅταν νομίσεις πὼς δὲν ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ δάκρυα στὴν προσευχή σου γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου, νὰ ἀναλογιστεῖς πόσο πολὺ ἔχεις ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, ἐνῶ θὰ ‘πρεπε νὰ εἶσαι διαρκῶς κοντά Του• καὶ τότε θὰ κλάψεις μὲ μεγαλύτερη θέρμη.

Πράγματι, ἂν ἔχεις ἐπίγνωση τῆς καταστάσεώς σου, θὰ πενθήσεις μ’ εὐχαρίστηση, ἐλεεινολογώντας τὸν ἑαυτό σου καὶ λέγοντας ὅπως ὁ προφήτης Ἠσαΐας: «Πώς, ἐνῶ εἶμαι ἀκάθαρτος καὶ γεμάτος ἀπὸ πάθη, τολμῶ νὰ παρουσιάζομαι μπροστὰ στὸν Παντοδύναμο Κύριο;» (πρβλ. Ἡσ. 6: 5 ).

Ἂν θέλεις νὰ προσεύχεσαι ἀξιέπαινα, νὰ ἀρνεῖσαι τὸν ἑαυτό σου κάθε στιγμή• κι ἂν ὑποφέρεις πολλὰ δεινά, νὰ στοχαστεῖς τὴν ἀνακούφιση ποὺ θὰ βρεῖς, ὅταν καταφύγεις στὴν προσευχή.

Ἂν λαχταρᾶς νὰ προσευχηθεῖς ὅπως πρέπει, μὴ λυπήσεις κανέναν ἄνθρωπο. Διαφορετικὰ ἄδικα προσεύχεσαι.

Ὅσα κάνεις ἐναντίον κάποιου ἀδελφοῦ, ποὺ σ’ ἔχει ἀδικήσει, ὅλα θὰ σοῦ γίνουν ἐμπόδιο στὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς.

«Ἄφησε τὸ δῶρο σου», λέει ὁ Χριστός, «μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο καὶ πήγαινε πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου, καὶ μετὰ ἔλα καὶ προσευχήσου χωρὶς ταραχή» (πρβλ. Μάτθ. 5:24). Γιατί ἡ μνησικακία θαμπώνει τὸ λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ προσεύχεται, καὶ σκοτίζει τὶς προσευχές του.

Ἐκεῖνοι ποὺ προσεύχονται, ἀλλὰ συσσωρεύουν μέσα τοὺς λύπες καὶ μνησικακίες, μοιάζουν μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἀντλοῦν νερὸ ἀπ’ τὸ πηγάδι καὶ τὸ ἀδειάζουν σὲ τρύπιο πιθάρι.

Μὴν ἀγαπᾶς τὰ πολλὰ λόγια καὶ τὴν ἀνθρώπινη δόξα. Διαφορετικά, ὄχι πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη σου, ἀλλὰ μπροστὰ στὰ μάτια σου θὰ σὲ ἐπιβουλεύονται οἱ δαίμονες καὶ θὰ χαίρονται μαζί σου στὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς, καθὼς εὔκολα τότε θὰ σὲ παρασύρουν καὶ θὰ σὲ δελεάζουν μὲ ἀλλόκοτους λογισμούς.

Ἂν θέλεις νὰ προσεύχεσαι καθαρά, μὴν ὑποχωρήσεις σὲ καμιὰ σαρκικὴ ἀπαίτηση, καὶ δὲν θὰ ‘χεις στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κανένα σύννεφο νὰ σὲ σκοτίζει.

Μὴν ἀποφεύγεις τὴ φτώχεια καὶ τὴ θλίψη, γιατί αὐτὲς κάνουν ἀνάλαφρη τὴν προσευχή.

Πρόσεχε! Στέκεσαι ἀληθινὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, ἢ μήπως νικιέσαι ἀπ’ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο κι αὐτὸν ἐπιδιώκεις μὲ τὸ νὰ κάνεις πολλὲς καὶ μεγάλες προσευχές;

Νὰ προσεύχεσαι ὄχι φαρισαϊκὰ ἀλλὰ τελωνικά, γιὰ νὰ δικαιωθεῖς κι ἐσὺ ἀπὸ τὸν Κύριο.

Ἔπαινος τῆς προσευχῆς δὲν εἶναι ἡ ποσότητα ἀλλὰ ἡ ποιότητα. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου καὶ ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ὅταν προσεύχεστε, μὴ φλυαρεῖτε ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες, ποὺ νομίζουν ὅτι μὲ τὴν πολυλογία τους θὰ εἰσακουστοῦν» (Μάτθ. 6: 7).

Μὴν προσεύχεσαι μόνο μὲ ἐξωτερικὰ σχήματα, ἀλλὰ νὰ προτρέπεις τὸ νοῦ σου νὰ συναισθάνεται τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς μὲ πολὺ φόβο.

Εἴτε μόνος σου εἴτε μαζὶ μὲ ἀδελφοὺς προσεύχεσαι, ἀγωνίσου νὰ προσεύχεσαι ὄχι ἀπὸ συνήθεια, ἀλλὰ μὲ συναίσθηση.

Συναίσθηση προσευχῆς σημαίνει συγκέντρωση τοῦ νοῦ μὲ εὐλάβεια, μὲ κατάνυξη, μὲ στεναγμοὺς μυστικοὺς καὶ μὲ πόνο ψυχῆς, ποὺ συνοδεύει τὴν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Νὰ στέκεσαι ὑπομένοντας τὸν κόπο, νὰ προσεύχεσαι μὲ ἔνταση καὶ ἐπιμονὴ καὶ ν’ ἀποστρέφεσαι τὶς φροντίδες καὶ τὶς σκέψεις ποὺ σοῦ ἔρχονται. Γιατί σὲ ταράζουν καὶ σὲ θορυβοῦν, γιὰ νὰ παραλύσουν τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐντασή σου.

Ἂν εἶσαι ὑπομονετικός, θὰ προσεύχεσαι πάντα μὲ χαρά. Ἀγωνίσου νὰ κρατήσεις τὸ νοῦ σου τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κουφὸ καὶ ἄλαλο. Ἔτσι μόνο θὰ μπορέσεις νὰ προσευχηθεῖς.

Ἡ ψαλμωδία καταπραΰνει τὰ πάθη καὶ γαληνεύει τὶς ἄτακτες κινήσεις τοῦ σώματος. Γι’ αὐτὸ νὰ ψάλλεις μὲ συναίσθηση καὶ κοσμιότητα• καὶ θὰ μοιάζεις ἔτσι μὲ ἀετόπουλο ποὺ πετάει στὰ ὕψη.

Ἂν δὲν ἔλαβες ἀκόμα χάρισμα προσευχῆς ἢ ψαλμωδίας, ζήτησέ το μὲ ἐπιμονὴ καὶ θὰ τὸ λάβεις.

Ὁ διάβολος φθονεῖ πολὺ τὸν ἄνθρωπο ποὺ προσεύχεται, καὶ χρησιμοποιεῖ κάθε τέχνασμα, προκειμένου νὰ πλήξει τὸ σκοπό του. Ἔτσι, ὅταν δοῦν οἱ δαίμονες ὅτι εἶσαι πρόθυμος νὰ προσευχηθεῖς ἀληθινά, σοῦ θυμίζουν κάποια δῆθεν ἀναγκαία πράγματα. Σὲ λίγο ὅμως σὲ κάνουν νὰ τὰ ξεχάσεις καὶ σὲ σπρώχνουν νὰ τὰ ἀναζητήσεις. Κι ἐπειδὴ δὲν τὰ θυμᾶσαι, στενοχωριέσαι καὶ λυπᾶσαι. Ὅταν ξανασταθεῖς στὴν προσευχή, σοῦ ὑπενθυμίζουν πάλι ἐκεῖνα ποὺ ἔψαχνες, γιὰ νὰ στραφεῖ ξανὰ ὁ νοῦς σ’ αὐτὰ καὶ νὰ χάσει τελικὰ τὴν καρποφόρα προσευχή.

Στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ἡ μνήμη σου φέρνει ἢ φαντασίες παλαιῶν πραγμάτων ἢ καινούργιες φροντίδες ἢ τὸ πρόσωπο ἐκείνου ποὺ σ’ ἔχει λυπήσει. Φύλαγε λοιπὸν καλὰ τὴ μνήμη σου, γιὰ νὰ μὴ σοῦ παρουσιάζει τὶς δικές της ὑποθέσεις. Καὶ νὰ παρακινεῖς συνεχῶς τὸν ἑαυτό σου νὰ συνειδητοποιεῖ μπροστὰ σὲ ποιὸν βρίσκεται. Γιατί εἶναι πολὺ φυσικὸ γιὰ τὸ νοῦ νὰ παρασύρεται εὔκολα ἀπὸ τὴ μνήμη στὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς.

Ἡ προσοχὴ τοῦ νοῦ ποὺ προσπαθεῖ νὰ βρεῖ προσευχή, θὰ βρεῖ προσευχή. Γιατί ἡ προσευχὴ ἀκολουθεῖ ὅσο τίποτε ἄλλο τὴν προσοχή. Ἂς φροντίσουμε, λοιπόν, μὲ προθυμία ν’ ἀποκτήσουμε τὴν προσοχή.

Ἄλλοτε, μὲ τὸ ποὺ θὰ σταθεῖς στὴν προσευχή, μπορεῖς ἀμέσως νὰ συγκεντρωθεῖς καὶ νὰ προσευχηθεῖς καλά• κι ἄλλοτε πάλι θὰ κοπιάσεις πολὺ χωρὶς νὰ πετύχεις τὸ σκοπό σου. Αὐτὸ συμβαίνει γιὰ νὰ ζητήσεις μὲ περισσότερη ζέση τὴν προσευχή• κι ἀφοῦ τὴ λάβεις, νὰ τὴν ἔχεις ἀναφαίρετο κατόρθωμα.

Νὰ ξέρεις πὼς οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μᾶς παροτρύνουν σὲ προσευχὴ καὶ στέκονται μαζί μας καὶ χαίρονται καὶ προσεύχονται γιὰ μᾶς. Ἂν λοιπὸν ἀμελήσουμε καὶ δεχθοῦμε τοὺς λογισμοὺς ποὺ μᾶς ὑποβάλλουν οἱ δαίμονες, πολὺ παροργίζουμε τοὺς ἀγγέλους. Γιατί, ἐνῶ αὐτοὶ τόσο πολὺ ἀγωνίζονται γιὰ μᾶς, ἐμεῖς οὔτε γιὰ τὸν ἑαυτό μας δὲν θέλουμε νὰ ἱκετεύσουμε τὸ Θεό, ἀλλά, περιφρονώντας τὴν ὑπηρεσία τους καὶ ἐγκαταλείποντας τὸν Κύριό τους καὶ Θεό, συνομιλοῦμε μὲ ἀκάθαρτους δαίμονες.

Πραγματικὴ προσευχὴ κάνει ἐκεῖνος ποὺ προσφέρει πάντα στὸ Θεὸ ὡς θυσία τὴν πρώτη του σκέψη.

Μὴν προσεύχεσαι νὰ γίνουν τὰ θελήματά σου, γιατί ὁπωσδήποτε δὲν συμφωνοῦν μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ• ἀλλὰ μᾶλλον, καθὼς διδάχθηκες, λέγε στὴν προσευχή σου: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Μάτθ. 6:10). Καὶ γιὰ κάθε πράγμα αὐτὸ νὰ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεό, νὰ γίνει τὸ θέλημά Του, γιατί Αὐτὸς θέλει τὸ καλὸ καὶ τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς σου• ἐνῶ ἐσὺ ὁπωσδήποτε δὲν ζητᾶς πάντοτε τὸ συμφέρον σου.

Πολλὲς φορὲς ζήτησα μὲ τὴν προσευχὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ μοῦ γίνει κάτι ποὺ νόμιζα καλό. Καὶ ἐπέμενα παράλογα νὰ τὸ ζητῶ, βιάζοντας τὸ θεῖο θέλημα. Δὲν ἄφηνα τὸ Θεὸ νὰ οἰκονομήσει ὅ,τι Αὐτὸς γνώριζε ὡς δικό μου συμφέρον. Καὶ λοιπόν, ἀφοῦ ἔλαβα ὅ,τι ζητοῦσα, στενοχωρήθηκα ὕστερα πολύ, ποὺ δὲν εἶχα παρακαλέσει νὰ γίνει μᾶλλον τὸ θέλημά Του. Γιατί δὲν μοῦ ἦρθε τὸ πράγμα ἔτσι ὅπως τὸ νόμιζα.

Τί εἶναι ἀγαθό, παρὰ ὁ Θεός; Σ’ Αὐτὸν λοιπὸν ἂς ἀναθέσουμε ὅλα μας τὰ ζητήματα, καὶ θὰ πᾶνε καλά. Γιατί ὁ ἀγαθὸς ὁπωσδήποτε χορηγεῖ καὶ ἀγαθὲς δωρεές.

Στὴν προσευχή σου νὰ ζητᾶς μόνο τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ θεία γνώση. Καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα θὰ σοῦ προστεθοῦν.

Ἀνάθεσε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεὸ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματός σου, κι αὐτὸ θὰ φανερώσει πὼς Τοῦ ἀναθέτεις καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ πνεύματος.

Ν’ ἀγωνίζεσαι, ὥστε νὰ μὴ ζητήσεις τὸ κακὸ κανενὸς στὴν προσευχή σου, γιὰ νὰ μὴν γκρεμίσεις ὅ,τι χτίζεις, κάνοντας σιχαμερὴ τὴν προσευχή σου.

Ὁ χρεοφειλέτης τῶν μυρίων ταλάντων τῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς ἄς σοῦ γίνει παράδειγμα. Ἂν δὲν συγχωρέσεις αὐτὸν ποὺ σ’ ἔβλαψε, οὒτ’ ἐσὺ θὰ πετύχεις τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου. Γιατί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν χρεωφειλέτη τῶν μυρίων ταλάντων, ποὺ δὲν συγχωροῦσε τὸν δικό του χρεώστη, ὅτι «τὸν παρέδωσε στοὺς βασανιστές» (Μάτθ.18:24-35).

Καλὸ εἶναι νὰ μὴν προσεύχεσαι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε συνάνθρωπό σου, ὥστε νὰ μιμηθεῖς ἔτσι τὸν ἀγγελικὸ τρόπο προσευχῆς.

Μὴ θλίβεσαι, ἂν δὲν παίρνεις ἀμέσως ἀπὸ τὸ Θεὸ ὅ,τι ζητᾶς. Γιατί θέλει νὰ σ’ εὐεργετήσει περισσότερο μὲ τὸ νὰ ὑπομένεις καρτερικὰ στὴν προσευχή. Τί ἀνώτερο ὑπάρχει, ἀλήθεια, ἀπὸ τὸ νὰ συναναστρέφεσαι τὸ Θεὸ καὶ νὰ συνομιλεῖς μαζί Του;

Ὁ Κύριος, θέλοντας νὰ διδάξει τοὺς μαθητές Του ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ προσεύχονται καὶ νὰ μὴν ἀποθαρρύνονται, τοὺς διηγήθηκε μιὰ σχετικὴ παραβολὴ (Λούκ. 18:1-8). Σ’ αὐτὴ τὴν παραβολὴ κάποιος ἄδικος δικαστὴς εἶπε γιὰ μιὰ χήρα γυναίκα, ποὺ ζητοῦσε ἐπίμονα τὸ δίκιο της: “Ἂν οὔτε τὸ Θεὸ φοβᾶμαι οὔτε τοὺς ἀνθρώπους ντρέπομαι, ὅμως, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ γυναίκα μὲ ἐνοχλεῖ συνεχῶς, ζητώντας τὸ δίκιο της, θὰ τῆς τὸ δώσω”. Καὶ ὁ Κύριος κατέληξε στὸ συμπέρασμα: “Ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς θὰ ἐκπληρώσει σύντομα τὸ θέλημα αὐτῶν ποὺ Τὸν παρακαλοῦν νύχτα-μέρα”. Γι’ αὐτό, λοιπόν, κι ἐσὺ μὴ χάνεις τὸ θάρρος σου καὶ μὴ στενοχωριέσαι, ἐπειδὴ δὲν ἔλαβες. Γιατί θὰ λάβεις ἀργότερα. Νὰ εἶσαι χαρούμενος καὶ νὰ ἐπιμένεις, ὑπομένοντας τὸν κόπο τῆς ἅγιας προσευχῆς.

Νὰ παραβλέπεις τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος ὅταν προσεύχεσαι, γιὰ νὰ μὴ χάσεις τὸ μέγιστο κέρδος τῆς προσευχῆς σου ἀπὸ τὸ τσίμπημα ἑνὸς κουνουπιοῦ ἢ τὴν ἐνόχληση μίας μύγας.

Ἂν ἔχεις ἐπιμέλεια στὴν προσευχή, νὰ ἑτοιμάζεσαι γιὰ ἐπιθέσεις δαιμόνων καὶ νὰ ὑπομένεις μὲ γενναιότητα τὰ χτυπήματά τους. Γιατί θὰ ὁρμήσουν ἐπάνω σου σὰν ἄγρια θηρία, γιὰ νὰ σὲ ταλαιπωρήσουν.

Ἐκεῖνος ποὺ ὑποφέρει τὰ λυπηρά, θὰ ἐπιτύχει καὶ τὰ χαρμόσυνα. Κι ἐκεῖνος ποὺ ἐγκαρτερεῖ στὰ δυσάρεστα, θὰ ἀπολαύσει καὶ τὰ εὐχάριστα.

Μὴ φανταστεῖς κανένα σχῆμα γιὰ τὸ Θεὸ ὅταν προσεύχεσαι, μήτε νὰ ἐπιτρέψεις νὰ τυπωθεῖ κάποια μορφὴ στὸ νοῦ σου, ἀλλὰ πλησίασε μὲ ἄϋλο τρόπο τὸν ἄϋλο Θεό.

Μὴν ἐπιθυμήσεις νὰ δεῖς μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματός σου ἀγγέλους ἢ δυνάμεις ἢ τὸ Χριστό, μὴν τυχὸν καὶ χάσεις ἐντελῶς τὸ μυαλό σου καὶ δεχθεῖς ἔτσι λύκο ἀντὶ γιὰ βοσκὸ καὶ προσκυνήσεις τοὺς ἐχθροὺς δαίμονες.

Φυλάξου ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν δαιμόνων. Γιατί συμβαίνει, ἐκεῖ ποὺ προσεύχεσαι ἥσυχα καὶ καθαρά, ξαφνικὰ νὰ σοῦ παρουσιάσουν κάποια παράξενη μορφή, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσουν στὴν ὑπερηφάνεια, καθὼς θὰ ὑποθέσεις ὅτι ἐκεῖ βρίσκεται τὸ θεῖο. Τὸ θεῖο ὅμως εἶναι ἄϋλο καὶ χωρὶς σχῆμα.

Φρόντισε νὰ ἔχεις πολλὴ ταπεινοφροσύνη καὶ ἀνδρεία, καὶ δὲν θ’ ἀγγίξει τὴν ψυχή σου δαιμονικὴ ἐπήρεια. Οἱ ἄγγελοι ἀοράτως θὰ διώξουν μακριὰ ὅλη τὴν ἐνέργεια τῶν δαιμόνων.

Ὅταν μεταχειριστεῖ ὁ παμπόνηρος δαίμονας πολλὰ μέσα καὶ δὲν μπορέσει νὰ ἐμποδίσει τὴν προσευχὴ τοῦ δικαίου, τότε ἀποσύρεται γιὰ λίγο. Μὰ τὸν ἐκδικεῖται ἀργότερα, σπρώχνοντάς τον στὴν ὀργή, γιὰ νὰ ἐξαφανίσει τὴν ἐξαίρετη ἐσωτερικὴ κατάσταση ποὺ δημιουργήθηκε μὲ τὴν προσευχή, ἢ ἐρεθίζοντάς τον σὲ σαρκικὴ ἡδονή, γιὰ νὰ μολύνει τὴν ψυχή του.

Ὅταν προσευχηθεῖς ὅπως πρέπει, νὰ περιμένεις πειρασμούς. Στάσου λοιπὸν γενναία, γιὰ νὰ διατηρήσεις τὸν καρπὸ τῆς προσευχῆς. Γιατί ἐξαρχῆς σ’ αὐτὸ ἔχεις ταχθεῖ, νὰ ἐργάζεσαι τὴν προσευχὴ καὶ νὰ φυλάττεις τοὺς καρπούς της (Πρβλ. Γέν. 2:15). Ἀφοῦ ἐργαστεῖς, λοιπόν, μὴν ἀφήσεις ἀφύλαχτο ὅ,τι κέρδισες• διαφορετικά, δὲν ὠφελήθηκες καθόλου ἀπὸ τὴν προσευχή σου.

Ἂν προσεύχεσαι θεάρεστα, θὰ σὲ βροῦν τέτοιες δοκιμασίες, ὥστε νὰ νομίσεις πὼς εἶναι δίκαιο νὰ θυμώσεις. Δὲν ὑπάρχει ὅμως καθόλου δικαιολογημένος θυμὸς ἐναντίον του πλησίον. Ἂν καλοεξετάσεις τὴν ὑπόθεση, θὰ βρεῖς πὼς εἶναι δυνατὸ καὶ χωρὶς θυμὸ νὰ διευθετηθεῖ τὸ ζήτημα. Μεταχειρίσου, λοιπόν, κάθε τρόπο γιὰ νὰ μὴ θυμώσεις.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, συμπάσχοντας μὲ τὴν ἀσθένειά μας, ἔρχεται σ’ ἐμᾶς, μολονότι εἴμαστε ἀκάθαρτοι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες. Κι ἂν βρεῖ τὸ νοῦ νὰ προσεύχεται εἰλικρινὰ μόνο σ’ Αὐτό, κυριαρχεῖ πάνω του, ἐξαφανίζει ὅλη τη φάλαγγα τῶν πονηρῶν λογισμῶν καὶ σκέψεων, ποὺ τὸν περικυκλώνουν, καὶ τὸν προτρέπει στὸν ἔρωτα τῆς πνευματικῆς προσευχῆς.

Ἔχεις πόθο νὰ προσευχηθεῖς; Γίνε νεκρὸς γιὰ τὴ γῆ. Ἔχε παντοτινὰ πατρίδα τὸν οὐρανὸ -ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ ζωὴ ἀγγελικὴ καὶ μὲ γνώση θεϊκή. Ἀπαρνήσου τὰ πάντα, γιὰ νὰ κληρονομήσεις τὸ πᾶν.

Ἂν εἶσαι πραγματικὸς θεολόγος, θὰ προσεύχεσαι ἀληθινά. Κι ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι πραγματικὸς θεολόγος.

Μακάριος ὁ νοῦς, ποὺ στὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς δὲν σχηματίζει μέσα του καμιὰν ἀπολύτως μορφή. Μακάριος ὁ νοῦς, ποὺ προσεύχεται ἀπερίσπαστα καὶ ἀποκτᾶ διαρκῶς περισσότερο πόθο γιὰ τὸ Θεό. Μακάριος ὁ νοῦς, ποὺ στὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς γίνεται ἄϋλος κι ἐλεύθερος ἀπ’ ὅλα. Μακάριος ὁ νοῦς, ποὺ στὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς μένει ἀνεπηρέαστος ἀπὸ κάθε πράγμα.

Ἂν στὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς σου νιώσεις χαρὰ μεγαλύτερη ἀπὸ κάθε ἄλλη χαρά, τότε πράγματι βρῆκες τὴν ἀληθινὴ προσευχή.

Τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων

Τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Μιὰ χάρη ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ δύο ἀγαπημένοι μαθητές Του, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, λίγο πρὶν τὸ Πάθος Του.

-Διδάσκαλε, τοῦ εἶπαν, θέλουμε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς τὸ κάνεις. -Τὶ θέλετε νὰ κάνω γιὰ σᾶς; ρώτησε Ἐκεῖνος. -Ὅταν θὰ ἐγκαταστήσεις τὴν ἔνδοξη βασιλεία Σου, τοῦ ἀποκρίθηκαν, βάλε μας νὰ καθίσουμε ὁ ἕνας στὰ δεξιά Σου καὶ ὁ ἄλλος στὰ ἀριστερά Σου. -Δὲν ξέρετε τὶ ζητᾶτε, τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησούς. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τῶν παθημάτων ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ καὶ νὰ βαπτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαπτιστῶ ἐγώ;-Μποροῦμε, τοῦ λένε.

Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπάντησε:

-Τὸ ποτήρι ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ θὰ τὸ πιεῖτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα τῶν παθημάτων μου θὰ βαπτιστεῖτε. Τὸ νὰ καθίσετε ὅμως στὰ δεξιά μου καὶ στὰ ἀριστερά μου δὲν μπορῶ νὰ σᾶς τὸ δώσω ἐγώ, ἀλλὰ θὰ δοθεῖ σ’ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἑτοιμαστεῖ. (βλ. Μάρκ. 10: 35-40)

Πρόλογος

Ὁ πόνος, σωματικός ἢ ψυχικός, ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ τὰ βάσανα τούτης τῆς ζωῆς εἶναι τὸ ἀναπόφευκτο πικρὸ ποτήρι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πόνος εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή του. Θάνατοι, ἀρρώστιες, κατατρεγμοί, διαμάχες, φτώχεια, ἀποτυχίες, μοναξιά, φοβίες, ἀγωνίες, πειρασμοί… Πολύς καὶ ποικίλος πόνος, ποὺ ὀρθώνει ἀμείλικτα ερωτήματα στὶς ψυχές καὶ προσδίδει ἀπύθμενη τραγικότητα στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.

Δὲν τὸν δημιούργησε ὁ Θεός τὸν πόνο, ἀλλὰ μπῆκε στὴ ζωή τῶν ἀνθρώπων μετὰ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας. Ὁ νέος Ἀδὰμ ὅμως, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησούς, σήκωσε στοὺς ὤμους Του μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν πανανθρώπινο πόνο. Ἔτσι μεταμόρφωσε τὸν ἐξουθενωτικὸ χαρακτῆρα τοῦ πόνου σὲ σωτήριο φάρμακο καὶ ἀνέδειξε τὶς θλίψεις ὡς κατ’ ἐξο­χήν ὁδὸ θεραπείας, ἐξαγιασμοῦ καὶ τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀπὸ τότε ὁ Χριστός παραμένει ἡ μοναδική ἀδιάψευστη ἐλπίδα τῶν πονεμένων. Τα λόγια Του ἀντηχοῦν παρήγορα μέσα στοὺς αἰῶνες: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11:28). «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἔξετε. Ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16:33).

Δίχως τὸν Χριστὸ τὰ ἀνθρώπινα δεινὰ εἶναι φορτίο βαρύ καὶ ἀσήκωτο. Μὲ τὸν Χριστὸ ὁ πόνος μετατρέπεται σὲ γλυκασμό, ἡ οδύνη σὲ παράκληση, ἡ ἀγωνία σὲ ἐλπίδα, τὸ ἄγχος σὲ ὑπομονή, ὁ Γολγοθᾶς σὲ Ἀνάσταση.

Οι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, βλέποντας κάθε δοκιμασία ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ καὶ ἀφορμή πνευματικοῦ κέρδους, χαίρονταν στὰ παθήματά τους, ἐνῶ ἀντίθετα ἀνησυχοῦσαν στὶς μακρὲς περιόδους ἀναψυχῆς.

Τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὶς θλίψεις παρουσιάζει μὲ γλαφυρὸ τρόπο στὶς ἐπόμενες σελίδες ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ (1807-1867), ἐπίσκοπος Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας. Ὑπῆρξε σύγχρονος καὶ ἰσάξιος τῶν μεγάλων στάρετς τῆς Ρωσίας, ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου καὶ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης.

Ο ἅγιος Ἰγνάτιος, μαζὶ μὲ τὸ λαμπρὸ παράδειγμα τῆς ὁσιακῆς του βιοτῆς, ἄφησε στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ὡς κληρονομιὰ πολύτιμη καὶ τὰ ἐμπνευσμένα του συγγράμματα. Σὲ αὐτὰ ἡ εὐαγγελική ἀλήθεια καὶ ἡ ἁγιοπατερική διδαχή παρουσιάζονται μὲ τρόπο οἰκεῖο στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο.

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ περιέχεται στὸν δεύτερο τόμο τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τῶν ἔργων του, «Ἀσκητικὲς ἐμπειρίες Β’», ποὺ ἐπιμελεῖται καὶ ἐκδίδει ἡ Μονή μας. Τὸ προσφέρουμε μὲ τὴν ὁλόθερμη εὐχὴ νὰ ἀγγίξει παραμυθητικὰ τὴν ψυχή κάθε πονεμένου ἀναγνώστη καὶ νὰ τοῦ προσθέσει ὑπομονή, μεγαλοψυχία, ἐλπίδα καὶ πίστη στὸν «δι’ ἡμᾶς παθόντα καὶ ἀναστάντα» Κύριο.

Θρόνους καὶ δόξα ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κύριο δύο ἀγαπημένοι Του μαθητές. Κι Ἐκεῖνος τοὺς πρόσφερε τὸ ποτήρι Του (βλ. Μάρκ. 10:35-40).

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μαρτύριο, τὰ παθήματα.

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ σ’ ἐκείνους ποὺ τὸ πίνουν χαρίζει ἐδῶ στὴ γῆ τὴν πρόγευση τῆς εὐλογημένης βασιλείας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑτοιμάζει στὸν οὐρανὸ θρόνους αἰώνιας δόξας.

Ἄφωνοι στεκόμαστε ὅλοι μπροστὰ στὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραπονεθεῖ γι’ αὐτὸ τὸ ποτήρι, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ αὐτὸ τὸ ποτήρι. Γιατὶ Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς πρόσταξε νὰ τὸ γευθοῦμε, τὸ ἦπιε πρῶτος ἀπ’ ὅλους.

Ὡ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ! Θανάτωσες στὸν παράδεισο τοὺς προπάτορές μας, ἐξαπατώντας τους μὲ τὸ δόλωμα τῆς αἰσθησιακῆς ἡδονῆς καὶ μὲ τὸ δόλωμα τῆς λογικῆς (βλ. Γεν. 2:9, 16-17. 3:1-7). Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτὴς τῶν καταδικασμένων ἀνθρώπων, ἔφερε στὴ γῆ, στοὺς πεσμένους καὶ ἐξορίστους, τὸ δικό Του ποτήρι, τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας. Ἡ πίκρα τοῦ ποτηριοῦ Του ἐξαφανίζει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τὴ θανάσιμη καὶ ἁμαρτωλή ἡδονή. Ἡ ταπείνωση, ποὺ ξεχειλίζει ἀπὸ τὸ ποτήρι Του, θανατώνει τὸ ὑπερήφανο σαρκικὸ φρόνημα. Ὅποιος πίνει τοῦτο τὸ ποτήρι μὲ πίστη καὶ ὑπομονή, ἀποκτᾶ πάλι τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ τὴ στερηθήκαμε ἐξαιτίας τῆς γεύσης τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ.

Θα πιῶ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, «θα πιῶ τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας» (Ψαλμ. 115:4).

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ τὸ δέχεται ὁ χριστιανός, ὅταν τὶς θλίψεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς τὶς ὑπομένει μὲ τὸ πνεῦμα τῆς εὐαγγελικῆς ταπεινοφροσύνης.

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος ὅρμησε μὲ γυμνὸ μαχαίρι νὰ ὑπερασπίσει τὸν Θεάνθρωπο, ποὺ ἦταν περικυκλωμένος ἀπὸ τοὺς ἀνόμους. Μὰ ὁ πραότατος Κύριος Ἰησοῦς εἶπε στὸν Πέτρο: «Βάλε τὸ μαχαίρι στὴ θήκη. Θέλεις νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;» (Ἰω. 18:11).

Λέγε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο, γιὰ νὰ παρηγορήσεις καὶ νὰ δυναμώσεις τὴν ψυχή σου, ὅταν οἱ συμφορές σὲ περικυκλώνουν: «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

Πικρὸ εἶναι τὸ ποτήρι. Μιὰ μόνο ματιὰ ἂν τοῦ ρίξει ὁ ἄνθρωπος, χάνει τὴ λογική του. Ἐσύ, ὅμως, στὴ θέση τῆς λογικῆς βάλε τὴν πίστη καὶ πιὲς μὲ γενναιότητα τὸ πικρὸ ποτήρι. Σοῦ τὸ προσφέρει ὁ Πατέρας σου, ὁ πανάγαθος καὶ πάνσοφος Πατέρας σου.

Δὲν σοῦ τὸ ἑτοίμασαν οὔτε οἱ Φαρισαῖοι οὔτε ὁ Καϊάφας οὔτε ὁ Ἰούδας! Δὲν σοῦ τὸ δίνουν οὔτε ὁ Πιλᾶτος οὔτε οἱ στρατιῶτες του! «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

Οἱ Φαρισαῖοι ραδιουργοῦν, ὁ Ἰούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος προστάζει τὸν ἄνομο φόνο, οἱ στρατιῶτες ἐκτελοῦν τὸ πρόσταγμά του. Ὅλοι, μὲ τὶς πονηρές τους πράξεις, ἑτοίμασαν τὴ βέβαιη καταστροφή τους. Μὴν ἑτοιμάζεις κι ἐσὺ τὴν ἐξίσου βέβαιη καταστροφή σου μὲ τὴ μνησικακία, μὲ τὴν ἐπιθυμία ἢ τὴν πρόθεση ἐκδικήσεως καὶ μὲ τὴν ἀγανάκτηση ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν σου.

Ὁ οὐράνιος Πατέρας εἶναι παντοδύναμος καὶ παντεπόπτης. Βλέπει τὶς θλίψεις σου. Ἄν, λοιπόν, ἦταν ἀπαραίτητη καὶ ὠφέλιμη γιὰ σένα ἡ ἀποφυγή τοῦ ποτηριοῦ Του, ὁπωσδήποτε θὰ σοῦ τὸ ἔπαιρνε.

Ὅπως μαρτυροῦν ἡ Ἁγία Γραφή καὶ ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ὁ Κύριος πολλὲς φορὲς ἔχει ἐπιτρέψει νὰ δοκιμαστοῦν μὲ θλίψεις ἀγαπημένα Του πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἔχει ἀπομακρύνει τὶς θλίψεις ἀπὸ τοὺς φίλους Του, σύμφωνα μὲ τὶς ἀνεξιχνίαστες βουλές Του.

Ὅταν ἐμφανίζεται μπροστὰ σου τὸ ποτήρι, μὴν κοιτᾶς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ τὸ δίνουν. Σήκωσε τὰ μάτια σου στὸν οὐρανὸ καὶ λέγε: «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

«Θα πιῶ τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας» (Ψαλμ. 115:4). Δὲν μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὸ ποτήρι, τὸ ἐχέγγυο τῶν οὐράνιων καὶ αἰώνιων αγαθών. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μὲ διδάσκει τὴν ὑπομονή: «Για νὰ μποῦμε στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ πολλές θλίψεις» (Πράξ.14:22). Πῶς εἶναι δυνατὸ ν’ ἀρνηθῶ τὸ ποτήρι αὐτό, τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ φτάσω στὴν οὐράνια βασιλεία καὶ θὰ τὴν οἰκειωθῶ ὁλοκληρωτικά; Ναί, θὰ δεχθῶ τὸ ποτήρι, θὰ δεχθῶ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ!

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι, στ’ ἀλήθεια, δῶρο τοῦ Θεοῦ. «Σ’ ἐσᾶς», ἔγραφε ὁ μέγας Παῦλος στοὺς χριστιανούς τῶν Φιλίππων, «δόθηκε τὸ χάρισμα ὄχι μόνο νὰ πιστεύετε στὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποφέρετε γι’ Αὐτόν» (Φιλιπ. 1:29).

Τὸ ποτήρι φαινομενικὰ τὸ παίρνεις ἀπὸ χέρια ἀνθρώπινα. Τὶ σημασία ἔχει γιὰ σένα ἂν σοῦ τὸ δίνουν δίκαια ἢ ἄδικα; Ἐσὺ ὀφείλεις νὰ φερθεῖς σωστά, ὅπως ταιριάζει σ’ ἕναν ἀκόλουθο τοῦ Ἰησοῦ: Μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ ζωντανὴ πίστη νὰ δεχθεῖς τὸ ποτήρι. Καὶ ἀφοῦ τὸ δεχθεῖς, μὲ ἀνδρεία νὰ τὸ πιεῖς ὅλο, ὡς τὴν τελευταῖα του σταγόνα.

Ὅταν παίρνεις τὸ ποτήρι ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων, νὰ σκέφτεσαι ὅτι προέρχεται ἀπ’ Αὐτόν, ποὺ εἶναι ὄχι ἁπλῶς Ἀθῶος ἀλλὰ καὶ Πανάγιος. Καὶ καθὼς θὰ τὸ σκέφτεσαι, νὰ ἐπαναλαμβάνεις γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ταλαίπωρους ἁμαρτωλοὺς τὰ λόγια τοῦ μακάριου καὶ συνετοῦ ἐκείνου ληστοῦ, ποὺ σταυρώθηκε στὰ δεξιὰ τοῦ σταυρωμένου Θεανθρώπου: «Ἐμεῖς δίκαια τιμωρούμαστε γι’ αὐτὰ ποὺ κάναμε… Θυμήσου με. Κύριε, ὅταν ἔρθεις στὴ βασιλεία Σου» (Λουκ. 23:41-42).

Μετὰ γύρισε στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ σοῦ δίνουν τὸ ποτήρι, καὶ πές τους: “Εὐλογημένοι νὰ εἶστε ἐσεῖς, τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Εὐλογημένοι νὰ εἶστε ἀπὸ τώρα καὶ στὴν αἰωνιότητα”. Ἄν, ὡστόσο, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσουν καὶ νὰ δεχθοῦν τὰ λόγια σου, μὴ ρίξεις τὰ πολύτιμα μαργαριτάρια τῆς ταπεινώσεως στὰ πόδια ἐκείνων ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὰ ἐκτιμήσουν. Πὲς καλύτερα τὰ λόγια αὐτὰ μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ σου.

Μόνο ἔτσι θὰ ἐκπληρώσεις τὴν ἐντολὴ τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ λέει: «Νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ δίνετε εὐχές σ’ ἐκείνους ποὺ σᾶς δίνουν κατάρες» (Ματθ. 5:44).

Νὰ προσεύχεσαι στὸν Κύριο γι’ αὐτούς ποὺ σὲ λύπησαν ἢ σὲ πρόσβαλαν. Νὰ Τὸν παρακαλᾶς νὰ τοὺς ἀνταποδώσει πρόσκαιρα καὶ αἰώνια ἀγαθὰ σ’ αὐτὸ ποὺ σοῦ ἔκαναν, καὶ νὰ τοὺς τὸ λογαριάσει σὰν ἀρετὴ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

Ἀκόμα κι ἂν ἡ καρδιὰ σου δὲν θέλει νὰ φερθεῖς μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀντιδρᾶ, ἐσὺ ἀνάγκασέ την. Τὸν οὐρανὸ μποροῦν νὰ τὸν κληρονομήσουν μόνο ὅσοι ἀσκοῦν βία στὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν (βλ. Ματθ. 11:12).

Ἂν δὲν θέλεις νὰ φερθεῖς ἔτσι, τότε δὲν θέλεις νὰ εἶσαι ἀκόλουθος καὶ μαθητὴς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μὲ προσοχὴ κοίταξε βαθιὰ μέσα σου καὶ ἀναρωτήσου: Μήπως βρῆκες ἄλλο δάσκαλο; Μήπως ὑπο­τάχθηκες σ’ αὐτόν; Δάσκαλος τοῦ μίσους εἶναι ὁ διάβολος.

Φρικτὸ ἔγκλημα εἶναι ἡ ἀδικία ἢ ἡ καταπίεση τοῦ πλησίον. Ἀκόμα πιὸ φρικτὸ ἔγκλημα εἶναι ὁ φόνος. Ἄν, ὅμως, μισεῖς τὸν καταπιεστή σου, τὸν συκοφάντη σου, τὸν προδότη σου, τὸν φονιά σου, ἂν δὲν ξεχνᾶς τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκαναν, ἢ καὶ τοὺς ἐκδικεῖσαι, διαπράττεις ἁμαρτία βαριὰ σχεδόν ὅσο καὶ ἡ δική τους. Ἄδικα παριστάνεις στὸν ἑαυτό σου καὶ στοὺς ἄλλους τὸν δίκαιο. «Ὅποιος μισεῖ τὸν ἀδελφό του εἶναι ἀνθρωποκτόνος», διακήρυξε ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ (Α’ Ιω. 3:15).

Ἡ ζωντανή πίστη στὸν Χριστό μᾶς μαθαίνει νὰ δεχόμαστε τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, ὅταν τὸ γευόμαστε, ξεχύνει στὶς καρδιές μας τὴν ἐλπίδα στὸν Χριστό. Ἡ ἐλπίδα στὸν Χριστό, πάλι, χαρίζει στὶς καρδιές δύναμη καὶ παρηγοριά.

Τὸ παράπονο γιὰ τὸ ποτήρι ποὺ ἔχει προοριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ἀγανάκτηση, ἡ ἀνυπομονησία, ἡ μικροψυχία καὶ προπαντὸς ἡ ἀπελπισία εἶναι ἁμαρτίες μπροστὰ στὸν Κύριο, εἶναι τὰ κακόμορφα παιδιὰ τῆς ἐγκληματικῆς ἀπιστίας.

Εἶναι ἁμαρτία νὰ βαρυγγωμοῦμε ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν μας, ὅταν αὐτοὶ γίνονται ὄργανα τῶν δοκιμασιῶν μας. Πολὺ μεγαλύτερη ἁμαρτία εἶναι νὰ βαρυγγωμοῦμε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὅταν τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων κατεβαίνει σ’ ἐμᾶς κατευθείαν ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ὅποιος πίνει τὸ ποτήρι μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ εὐχές πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ τοῦ τὸ προσφέρουν, αὐτὸς ἔφτασε στὴν ἁγία ἀνάπαυση, στὴ χάρη τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀπὸ τώρα κιόλας ἀπολαμβάνει τὸν πνευματικὸ παράδεισο τοῦ Θεοῦ.

Τὰ πρόσκαιρα βάσανα αὐτὰ καθεαυτὰ εἶναι ἀσήμαντα. Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε σημαντικά, ἐπειδὴ εἴμαστε κολλημένοι στὴ γῆ καὶ στὰ φθαρτά, ἐπειδὴ εἴμαστε ψυχροὶ ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τὴν αἰωνιότητα.

Ὅσες θλίψεις κι ἂν δοκιμάζουμε στὴν παροῦσα ζωή, αὐτὲς δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς περιμένουν στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἀπὸ ἐδῶ κιόλας μᾶς χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

«Αὐτὰ ποὺ τώρα ὑποφέρουμε», λέει ὁ ἀπόστολος, «δὲν ἰσοσταθμίζουν τὴ δόξα ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός στὸ μέλλον» (Ρωμ. 8:18).

Οἱ ψυχές ποὺ δοκιμάζουν διάφορες θλίψεις, εἴτε φανερές, ἀπὸ τὶς ἐνέργειες μοχθηρῶν ἀνθρώπων, εἴτε ἀφανείς, ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση αἰσχρῶν λογισμῶν μέσα στὸν νοῦ, ἢ ὑποφέρουν ἀπὸ σωματικές ἀσθένειες, ἂν ὑπομείνουν ὡς τὸ τέλος, θὰ ἀξιωθοῦν νὰ στεφανωθοῦν ὅπως οἱ μάρτυρες καὶ ν’ ἀποκτήσουν ὅση κι ἐκεῖνοι παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὑπομένεις τὴν πικρὴ καὶ ἀηδιαστική γεύση τῶν φαρμάκων. Ὑπομένεις τὸν τόσο ὁδυνηρὸ ἀκρωτηριασμὸ καὶ καυτηριασμὸ κάποιου μέλους σου. Ὑπομένεις τὸ μακροχρόνιο βάσανο τῆς πείνας καὶ τὴν ἐπίσης μακροχρόνια ἀπομόνωση στὸ δωμάτιό σου, λόγω σοβαρῆς ἀρρώστιας. Ὑπομένεις τὰ πάντα, γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ κλονισμένη ὑγεία τοῦ σώματός σου, τὸ ὁποῖο, καὶ καλὰ νὰ γίνει, ὁπωσδήποτε θὰ ξαναρρωστήσει, ὁπωσδήποτε θὰ πεθάνει καὶ θὰ λιώσει. Ὑπόμενε, λοιπόν, καὶ τὴν πίκρα τοῦ ποτηριοῦ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ φέρει τὴ θεραπεία καὶ τὴν αἰώνια μακαριότητα στὴν ἀθάνατη ψυχή σου.

Τὸ ποτήρι σοῦ φαίνεται ἀνυπόφορο, θανατηφόρο; Τότε, ἂν καὶ ὀνομάζεσαι χριστιανός, δὲν ἀνήκεις στὸν Χριστό. Γιὰ τοὺς ἀληθινοὺς μαθητές τοῦ Χριστοῦ τὸ ποτήρι Του εἶναι ποτήρι χαρᾶς. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, μετὰ τὸν ξυλοδαρμό τους μπροστὰ στὸ συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων τῶν Ἰουδαίων, «ἔφυγαν χαρούμενοι, ἐπειδὴ ὁ Θεός τοὺς ἀξίωσε νὰ κακοποιηθοῦν γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ» (Πράξ. 5:41).

Πικρές εἰδήσεις ἄκουσε ὁ δίκαιος Ἰώβ. Ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη ἐρχόταν κι ἔπεφτε βαριὰ πάνω στὴν ἀκλόνητη καρδιὰ του. Ἀπ’ ὅλες πιὸ βαριὰ ήταν ἡ τελευταία: Ὅλοι του οἱ γιοὶ κι ὅλες του οἱ κόρες ἔχασαν ξαφνικὰ τὴ ζωή τους μὲ θάνατο βίαιο καὶ τραγικὸ (βλ. Ἰώβ 1:13-19). Ἀπὸ τὴ μεγάλη του θλίψη ὁ δίκαιος Ιώβ ξέσκισε τὰ ρούχα του κι ἔριξε στάχτη στὸ κεφάλι του. Ὕστερα, ὅμως, δείχνοντας τὴ ζωντανή του πίστη, ἔπεσε καταγῆς, προσκύνησε τὸν Κύριο καὶ εἶπε: «Ἐγώ γυμνὸς βγῆκα ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου, γυμνός καὶ θὰ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο. Ὁ Κύριος τὰ ἔδωσε ὅλα, ὁ Κύριος καὶ τὰ πῆρε πίσω. Ὅπως φάνηκε καλὸ στὸν Κύριο, ἔτσι κι ἔγινε. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες!» (Ιώβ 1:21).

Μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς νὰ ἐμπιστεύεσαι Ἐκεῖνον ποὺ καὶ τὶς τρίχες τοῦ κεφαλιοῦ σου τὶς ἔχει μετρημένες (βλ. Ματθ. 10:30). Αὐτὸς γνωρίζει πόσο πρέπει νὰ πιεῖς ἀπὸ τὸ θεραπευτικὸ ποτήρι ποὺ σοῦ προσφέρει, γιὰ νὰ γίνεις καλά.

Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν ἀφήνει τοὺς πιστούς δούλους Του νὰ δοκιμαστοῦν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους. «Ὁ Θεός, ποὺ κρατάει τὶς ὑποσχέσεις Του», γράφει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παύλος, «δὲν θὰ ἐπιτρέψει σὲ κανέναν πειρασμὸ νὰ ξεπεράσει τὶς δυνάμεις σας. Ἀλλά, ὅταν ἔρθει ὁ πειρασμός, θὰ δώσει μαζὶ καὶ τὴ διέξοδο, ὥστε νὰ μπορέσετε νὰ τὸν ἀντέξετε» (Α’ Κορ. 10:13).

Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεῖ νὰ σηκώσει ἕνα ζώο. Πολύ περισσότερο ἡ ἄπειρη Σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει πόσο βαριές δοκιμασίες μπορεῖ νὰ σηκώσει μιὰ ψυχή.

Ὁ κεραμοποιός γνωρίζει καὶ τὴν ἔνταση τῆς φωτιᾶς καὶ τὸν χρόνο ποὺ πρέπει νὰ μείνουν σ’ αὐτὴν τὰ πήλινα σκεύη, γιὰ νὰ ψηθοῦν σωστά. Γιατί, ἂν παραψηθοῦν, σπάζουν, κι ἂν πάλι μισοψηθοῦν, εἶναι ἀκατάλληλα γιὰ χρήση. Πολύ περισσότερο ὁ Θεός γνωρίζει πόσον καιρὸ πρέπει νὰ βαστήξει ἡ φωτιὰ τῆς δοκιμασίας καὶ πόσο δυνατή πρέπει νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ φωτιά, ὥστε τὰ λογικὰ Του σκεύη, οἱ χριστιανοί, νὰ γίνουν ἰκανοὶ γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Κοίτα συχνὰ τὸν Ἰησοῦ: Μπροστὰ στοὺς σταυρωτές Του στεκόταν ἄφωνος, «σὰν τὸ ἀρνὶ μπροστὰ σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ κουρεύει». Παραδόθηκε στὸν θάνατο «σὰν τὸ ἀθῶο πρόβατο ποὺ ὁδηγεῖται στὴ σφαγή» (Ησ. 53:7. Πράξ. 8:32). Μὴν πάρεις ἀπ’ Αὐτόν τὰ μάτια σου, Καὶ τὶς θλίψεις σου θὰ τὶς διαλύσει μια οὐράνια, πνευματική γλυκύτητα. Μὲ τὶς πληγές τοῦ Ἰησοῦ θὰ θεραπευ­θοῦν οἱ πληγές τῆς καρδιᾶς σου.

«Φτάνει, ἐὼς ἐδώ!», εἶπε ὁ Κύριος σ’ ἐκείνους ποὺ θέλησαν νὰ Τον ὑπερασπίσουν στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Κι ὕστερα ἄγγιξε τὸ κομμένο αὐτὶ τοῦ δούλου, ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ νὰ Τὸν συλλάβει, καὶ τὸν θεράπευ­σε (βλ. Λουκ. 22:51).

«Μήπως νομίζεις», ἀποκρίθηκε ὁ Κύριος σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὸ μαχαίρι προσπάθησε νὰ πάρει μακριά Του τὸ ποτήρι, «ὅτι δὲν μπορῶ νὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου, κι Αὐτὸς νὰ μοῦ στείλει γιὰ συμπαράσταση πάνω ἀπὸ δώδεκα λεγεώνες ἀγγέλων;» (Ματθ. 26:53).

Στὸν καιρὸ τῶν συμφορῶν μὴ ζητᾶς βοήθεια ἀπὸ ἀνθρώπους. Μὴ χάνεις πολύτιμο χρόνο, μὴ σπαταλᾶς τὶς ψυχικές σου δυνάμεις γυρεύοντας αὐτὴ τὴν ἀνίσχυρη βοήθεια. Ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ περιμένεις βοήθεια. Μὲ δική Του ἐντολή, ὅταν πρέπει, θὰ ἔρθουν οἱ ἄνθρωποι νὰ σὲ βοηθήσουν.

Σώπαινε ὁ Κύριος μπροστὰ στὸν Πιλᾶτο καὶ τὸν Ἡρώδη. Δὲν εἶπε οὔτε λέξη γιὰ νὰ δικαιωθεῖ. Τὴν ἁγία καὶ σοφὴ σιωπή Του νὰ μιμεῖσαι, ὅταν βλέπεις πὼς οἱ ἐχθροί σου ἐπιδιώκουν νὰ σὲ καταδικάσουν ὁπωσδήποτε, γιὰ νὰ κρύψουν μὲ τὴ δική σου καταδίκη τὴ δική τους κακή προαίρεση.

Όπως κι ἂν εμφανιστεῖ μπροστά σου τὸ ποτήρι, εἴτε σὰν τὰ σύννεφα, ποὺ μαζεύονται σιγά-σιγὰ καὶ προειδοποιοῦν γιὰ τὴν καταιγίδα, εἴτε αἰφνίδια, σὰν δυνατός ἀνεμοστρόβιλος, ἐσὺ πὲς στὸν Θεό: «Ἄς γίνει τὸ θέλημά Σου»! (Λουκ. 11:2).

Εἶσαι μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ὑπηρέτης τοῦ Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος εἶπε: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, ἂς ἀκολουθεῖ τὸν δικό μου δρόμο, κι ὅπου εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖ θὰ εἶναι κι ὁ δικός μου ὑπηρέτης» (Ιω. 12:26). Ὁ Ἰησοῦς πέρασε τὴν ἐπίγεια ζωή Του μὲ μαρτύρια. Ἦταν κατατρεγμένος ἀπὸ τὴ γέννησή Του ὡς τὸν τάφο. Ἡ κακία Του ἑτοίμαζε πικρὸ θάνατο ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν στὰ σπάργανα. Μὰ κι ὅταν πραγματοποίησε τὸν σκοπό της, δὲν ἱκανοποιήθηκε. Προσπάθησε νὰ ἐξαφανίσει ἀπὸ προσώπου γῆς ἀκόμα καὶ τὴ μνήμη Του.

Στ’ ἀχνάρια τοῦ Κυρίου βαδίζοντας ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί Του, διάβηκαν ἀπὸ τὸν δρόμο τῶν πρόσκαιρων βασάνων στὴ μακάρια αἰωνιότητα. Μαζὶ μὲ τὶς σαρκικές ἀπολαύσεις δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει καὶ πνευματική κατάσταση. Νὰ γιατὶ ὁ Κύριος δὲν παύει νὰ προσφέρει τὸ ποτήρι Του στοὺς ἀγαπημένους Του: Ἐπειδή μ’ αὐτὸ τοὺς κάνει νεκροὺς γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἱκανούς γιὰ τὴ ζωή τοῦ Πνεύματος. «Ἔτσι δείχνει ὁ Θεὸς τὴν πρόνοιά Του γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, μὲ τὸ νὰ τοῦ στέλνει διαρκῶς θλίψεις», λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος.

Ὅταν προσεύχεσαι, ζήτα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ σένα κάθε συμφορά, κάθε πειρασμό. Δὲν πρέπει νὰ ρίχνεσαι μὲ αὐτοπεποίθηση καὶ ἀπερίσκεπτη τόλμη στὴ δίνη τῶν θλίψεων. Σ’ αὐτὴ τὴν αὐτοπεποίθηση κρύβεται ἡ ὑπερηφάνεια. Ὅταν, ὅμως, οἱ θλίψεις ἔρχονται ἀπὸ μόνες τους, μὴν τὶς φοβᾶσαι. Μὴ νομίζεις πως ἦρθαν τυχαῖα, ἀπὸ τὴ συνδρομή τῶν περιστάσεων. Ὄχι. Ἀπὸ τὴν ἀνεξιχνίαστη πρόνοια τοῦ Θεοῦ παραχωρήθηκαν. Γεμάτος πίστη, γεμάτος ἀνδρεία καὶ μεγαλοψυχία, ταξίδευε ἄφοβα μέσα στὸ σκοτάδι καὶ τ’ ἄγρια κύματα πρὸς τὸ ἤσυχο λιμάνι τῆς αἰωνιότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς σὲ καθοδηγεῖ ἀόρατα.

Μάθε νὰ λὲς μὲ βαθιὰ εὐλάβεια τὴν προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος στὸν Πατέρα Του ἐκεῖ, στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, τὶς τόσο δύσκολες ὧρες πρὶν ἀπὸ τὰ παθήματα καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατό Του. Μ’ αὐτὴ τὴν προσευχὴ νὰ ἀντιμετωπίζεις καὶ νὰ νικᾶς κάθε θλίψη. «Πατέρα μου», εἶπε ὁ Κύριος, «ἂν εἶναι δυνατόν, ἂς μὴν πιῶ αὐτὸ τὸ ποτήρι. Ὅμως ἂς μὴ γίνει τὸ δικό μου θέλημα ἀλλὰ τὸ δικό Σου» (Ματθ. 26:39).

Νὰ προσεύχεσαι στὸν Θεὸ νὰ διώχνει μακριὰ σου τὶς συμφορές, ἀλλὰ συνάμα νὰ ἀπαρνεῖσαι τὸ θέλημά σου ὡς θέλημα ἁμαρτωλό, θέλημα τυφλό. Τὸν ἑαυτό σου, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα σου, τὶς περιστάσεις, τὶς παροῦσες καὶ τὶς μελλοντικές, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχεις στὴν καρδιά σου, ὅλους νὰ τοὺς ἐμπιστεύεσαι καὶ ὅλα νὰ τ’ ἀφήνεις στὸ πανάγιο καὶ πάνσοφο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

«Μένετε ἄγρυπνοι καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς νικήσει ὁ πειρασμός. Τὸ πνεῦμα εἶναι πρόθυμο, ἡ σάρκα ὅμως εἶναι ἀδύναμη» (Μάρκ. 14:38). Ὅταν μᾶς κυκλώνουν οἱ θλίψεις, πρέπει νὰ πυκνώνουμε τὶς προσευχές, γιὰ νὰ ἐλκύουμε πιὸ ἰσχυρὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ μόνο μὲ τὴ βοήθεια τῆς χάριτος μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε ὅλες τὶς πρόσκαιρες ἐπίγειες συμφορές.

Ὅταν πάρεις τὸ οὐράνιο δῶρο τῆς ὑπομονής, νὰ προσέχεις ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ διατηρήσεις τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικά, ἡ ἁμαρτία θὰ γλιστρήσει στὴν ψυχή ἢ στὸ σῶμα σου καὶ θὰ διώξει μακριά σου τὴ χάρη. Τότε ἡ θλίψη, ποὺ παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ τὴ σωτηρία σου καὶ τὴν τελείωσή σου, θὰ πέσει πάνω σου βαριὰ καὶ θὰ σὲ συντρίψει μὲ τὴ λύπη, τὴν ἀκηδία καὶ τὴν ἀπελπισία, ἐπειδὴ στὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ δὲν ἔδειξες τὴν εὐλάβεια ποὺ τοῦ πρέπει.

Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἔψαλλαν ὕμνους χαρᾶς, ἐνῶ βρίσκονταν μέσα σὲ ἀναμμένα καμίνια, ἐνῶ πατοῦσαν πάνω σὲ καρφιά, ἐνῶ ἦταν δεμένοι σὲ τροχούς μὲ κοφτερὰ σπαθιά, ἐνῶ ἔβραζαν μέσα σὲ καζάνια μὲ κοχλαστὸ νερὸ ἢ λάδι. Καὶ ἡ δική σου καρδιά, ὅταν μὲ τὴν προσευχή ἐλκύσει τὴν παρηγορητική χάρη καὶ μὲ τὴν πνευματική ἐγρήγορση τὴ φυλάξει μέσα της, τότε καὶ στὶς δυστυχίες καὶ στὶς πικρές συμφορές θὰ ψάλλει ὕμνους χαρᾶς, ὕμνους δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας στὸν Θεό.

Ὁ νοῦς ποὺ καθαρίστηκε μὲ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, γίνεται θεατὴς πνευματικῶν ὁραμάτων. Ἀρχίζει νὰ βλέπει τὴν ἀόρατη στὸν σαρκικὸ νοῦ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀγκαλιάζει τὰ πάντα, νὰ βλέπει τὸν νόμο τῆς φθορᾶς σ’ ὅλα τὰ φθαρτά, νὰ βλέπει τὴν ἀσύλληπτη ἀλλὰ τόσο κοντινή σὲ ὅλους αἰωνιότητα, νὰ βλέπει τὸν Θεὸ στὰ μεγάλα Του ἔργα, στὴ δημιουργία καὶ τὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου. Ἡ ἐπίγεια ζωή του φαίνεται σὰν ἕνα σύντομο ταξίδι, τὰ γεγονότα της τοῦ φαίνονται σὰν ὅνειρα καὶ τὰ ἀγαθά της τοῦ φαίνονται σὰν πρόσκαιρες ὀφθαλμαπάτες, σὰν φευγαλέες ἀλλὰ ὁλέθριες πλάνες τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιάς.

Καὶ γιὰ τὴν αἰωνιότητα; Τὶ καρπὸ δίνουν οἱ πρόσκαιρες αὐτὲς θλίψεις; Ὅταν ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰωάννης ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἀνοιχτὸ τὸν οὐρανό, κάποιος ἀπὸ τοὺς κατοίκους του, δείχνοντας ἕνα αμέτρητο πλῆθος ὁλόλαμπρων λευκοφορεμένων πιστῶν, ποὺ γιόρταζαν μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ τὴ σωτηρία τους, τὸν ρώτησε: «Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ φοροῦν λευκές στολές κι ἀπὸ ποῦ ἦρθαν;». Κι ὁ Θεολόγος Ἰωάννης τοῦ ἀπάντησε: «Κύριέ μου, ἐσὺ ξέρεις». Τότε ὁ οὐρανοπολίτης τοῦ εἶπε: «Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πέρασαν τὸν μεγάλο διωγμό, ποὺ ἔπλυναν τὴ στολή τους καὶ τὴ λεύκαναν μὲ τὸ αἶμα τοῦ Ἀρνίου. Γι’ αὐτὸ στέκονται μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν λατρεύουν μέρα καὶ νύχτα στὸν ναό Του, κι Αὐτὸς ποὺ κάθεται στὸν θρόνο θὰ εἶναι πάντα μαζί τους. Δὲν θὰ πεινάσουν πιά, οὔτε θὰ διψάσουν ποτέ. Δὲν θὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸν ἥλιο οὔτε ἀπὸ ἄλλον καύσωνα. Τὸ Ἀρνίο, ποὺ εἶναι στὴ μέση τοῦ θρόνου, σὰν καλός βοσκός θὰ τοὺς κατευθύνει καὶ θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὶς νεροπηγές τῆς ζωῆς. Ὁ Θεός θὰ ἐξαφανίσει κάθε δάκρυ ἀπὸ τὰ μάτια τους» (Αποκ. 7:13-17).

Ἡ αἰώνια ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ αἰώνιο μαρτύριο στὸν ἄδη, ἡ αἰώνια κοινωνία μὲ τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς δαιμονοποιημένους ἀνθρώπους, ἡ αἰώνια φωτιά, ἡ αἰώνια παγωνιά, τὸ αἰώνιο σκοτάδι τῆς γέεννας -νὰ τὶ εἶναι πραγματικὰ θλίψη, θλίψη μεγάλη, φρικτή, ἀφόρητη!

Στὴ μεγάλη αἰώνια θλίψη ὁδηγοῦν οἱ ἐπίγειες ἀπολαύσεις.

Ἀπ’ αὐτὴ τὴ θλίψη προφυλάσσει καὶ σώζει τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ ὅποιον τὸ πίνει εὐγνωμονώντας καὶ δοξολογώντας τὸν Θεό. Μὲ τὸ πικρὸ ποτήρι τῶν πρόσκαιρων θλίψεων ὁ Πανάγαθος προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὸ ἀπέραντο καὶ αἰώνιο ἔλεός Του. Ἀμήν.