Τῆ ΚΣΤ' τοῦ μηνός Ἰουλίου, Μνήμη της Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Παρασκευῆς.
Τή σημερινή μέρα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη τῶν Ἁγίων Ἑρμολάου, Ἑρμίππου καί Ἑρμοκράτη. Ἰδιαίτερα ὅμως τιμοῦμε τή μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Παρασκευῆς στό ὁμώνυμο Παρεκκλήσι πού ὑπάρχει στήν πόλη τῶν Σερρῶν.
Ἡ Ἁγία Παρασκευή γεννήθηκε στή Ρώμη, ὅταν αὐτοκράτορας ἧταν ὁ Ἀντιμῆνος (138 – 160 μ.Χ.). Ἦταν κόρη τοῦ Ἀγάθωνα καί τῆς Πολιτείας. Χριστιανοί καί οἱ δύο, ἀνέθρεψαν τήν κόρη τους ἐν παιδεία καί νουθεσία Κυρίου, διότι δέν εἶχαν παιδί καί εὐχήθηκαν, ἄν ἀποκτήσουν, νά τό ἀφιερώσουν στό Θεό. Πράγματι, ὁ Θεός τούς χάρισε παιδί καί γεννήθηκε ἡμέρα παρασκευή. Καί ἐπειδή ἦταν κόρη, ἔδωσαν τό ὄνομα τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Μετά τό θάνατο τῶν γονέων της ἡ Παρασκευή μοίρασε τά ὑπάρχοντα της στούς φτωχούς, καί αὐτή, ἐμπνεόμενη ἀπό θερμή ἀγάπη πρός τό Χριστό, γύριζε τή Ρώμη καί τά χωριά, κηρύττοντας τό Εὐαγγέλιο. Ἡ δράση της, ὅμως προκάλεσε τόν εἰδωλολάτρη βασιλιά Ἀντωνῖνο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τή συνέλαβε, τῆς ὑποσχέθηκε ὅτι θά ἔχει πολλά ἐπίγεια ἀγαθά καί ἀπολαύσεις, ἄν θυσιάσει στούς Θεούς. Τότε ἡ Ἁγία, ὀρθά-κοφτά ἀπάντησε μέ τά λόγια τοῦ προφήτη Ἱερεμία: “Θεοί οἵ τόν οὐρανόν καί τήν γῆν οὐκ ἐποίησαν, ἀπολέσθωσαν ἐκ τῆς γῆς”. Δηλαδή, θεοί πού δέν δημιούργησαν τόν οὐρανό καί τή γῆ, ἄς χαθοῦν ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς! Τότε ὁ Ἀντωνῖνος διέταξε καί τήν ἔβαλαν σ’ἕνα λέβητα μέ καυτό λάδι καί πίσσα. Ἐπειδή ὅμως εἶδε τήν Ἁγία ἄθικτη, ράντισε τό πρόσωπο του μέ τό ὑγρό αὐτό, γιά νά δοκιμάσει ἄν πράγματι εἶναι καυτό καί ἀμέσως τυφλώθηκε. Ἀλλά ἡ Ἁγία μέ προσευχή ἔδωσε στόν Ἀντωνῖνο τό φῶς του, μέ ἀποτέλεσμα νά πιστέψει στό Χριστό. Ἀργότερα, ἡ Ἁγία Παρασκευῆ ἀξιώθηκε μαρτυρικοῦ θανάτου μέ ἀποκεφαλισμό.
Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τή σημερινή μέρα τιμᾶ τή μνήμη τοῦ προφ. Ηλιού τοῦ θεσβίτου. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἧταν γιός τοῦ Σωβάκ καί καταγόταν ἀπό τήν θέσβη, γι’ αὐτό καί ὀνομάστηκε θεσβίτης. Κατοικοῦσε στή γῆ Γαλαάδ καί ἔδρασε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἀχαάβ πρίν 816 χρόνια πρό Χριστοῦ.
Τήν σημερινή μέρα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη τῆς Ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης, ἡ ὁποία γεννήθηκε στήν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα κλαυδίου τοῦ Β’, τό 270 μ.Χ. Λίγες μέρες μετά τή γέννησή της, ἡ μητέρα της πέθανε, καί ὁ πατέρας της Αἰδέσιος, πού ἧταν ἱερέας τῶν εἰδώλων, τήν ἀνέθεσε σέ μιά χριστιανή γυναίκα, ἀπό τήν ὁποία ἡ Μαρίνα διδάχθηκε τό Χριστό. Ὅταν ἔγινε 15 χρονῶν, ἀποκαλύπτει στόν πατέρα της ὅτι εἷναι χριστιανή. Ἔκπληκτος αὐτός ἀπ’αὐτό πού ἄκουσε, μέ μίσος τή διέγραψε ἀπό παιδί του. Μετά ἀπό καιρό, ἔμαθε γιά τή Μαρίνα καί ὁ ἔπαρχος Ὀλύμβριος, πού διέταξε νά τή συλλάβουν γιά ἀνάκριση. Ὅταν τήν εἴδε μπροστά του, θαύμασε τήν ὀμορφιά της καί προσπάθησε νά τήν πείσει μέ κάθε τρόπο νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό καί νά γίνει σύζυγος του. Μάταια, ὅμως. Ἡ Μαρίνα σέ κάθε προσπάθεια τοῦ Ὀλύμβριου ἀντέτασσε τή φράση: “Εἷμαι χριστιανή”. Τότε ὁ σκληρός ἔπαρχος διέταξε νά τήν ξαπλώσουν στή γῆ καί τήν καταξέσχισε ἄσπλαχνα μέ ραβδιά τόσο, ὥστε ἡ γῆ ἔγινε κόκκινη ἀπό τό αίμα πού ἔτρεξε. Ἔπειτα, ενῶ αἰμορραγοῦσε, τήν κρέμασε γιά πολλή ὥρα καί μετά τή φυλάκισε. Ὅταν γιά δεύτερη φορά τήν ἐξέτασε καί διαπίστωσε ὅτι ἡ πίστη τῆς Μαρίνας ἧταν ἀμετακίνητη στό Χριστό, τήν ἔκαψε μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Ἀλλά οἱ πληγές της μέ θαῦμα ἔκλεισαν, καί αὐτό εἷχε σάν ἀποτέλεσμα πολλοί παρευρισκόμενοι να γίνουν χριστιανοί. Μπροστά σ’αὐτόν τόν κίνδυνο ὁ ἔπαρχος τελικά ἀποκεφάλισε τή Μαρίνα, πού ἔτσι πῆρε “τόν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον”, τό ἄφθαρτο στεφάνι τῆς αἰώνιας δόξας.
Τῆ Α’ τοῦ μηνός Ἰουλίου, Μνήμη τῶν Ἁγίων καί θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ, τῶν ἐν Ρώμη τελειωθέντων