Αναζητώντας τέσσερις μεγάλες αξίες ζωής

Αναζητώντας τέσσερις μεγάλες
αξίες ζωής

Του Σεβασμ. Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου

Οι λίγες σκέψεις πού θα ήθελα να μοιρασθώ μαζί σας έχουν ως αρχικό πλαίσιο ένα στίχο από το ποίημα του Άγγλου Νομπελίστα ποιητή Τόμας Έλλιοτ, από το Choruses from “The Rock’’ (Χορικά από τον Βράχο): «Πού είναι η σοφία πού έχουμε χάσει μέσα στην πληροφόρηση;

Η αδιάκοπη καθημερινή πληροφόρηση για ένα πλήθος πραγμάτων, θεωριών, γεγονότων δημιουργεί τον κίνδυνο να γίνουμε τελικά ένα τεράστιο αρχείο από σημαντικά και ασήμαντα πράγματα. Η έξοδος από αυτή την παθητικότητα της συσσωρεμένης πληροφορήσεως απαιτεί συνεχή αξιολόγηση και σύνθεση. Με παρόμοια ταχύτητα αυξάνουν και οι κάθε είδους επιστημονικές γνώσεις, καθώς ζούμε σε μία εποχή στην οποία ο άνθρωπος βυθίζεται σε δύο άπειρα στο άπειρως σμικρό της ύλης και στο άπειρως μεγάλο των άστρων. Ο κατακλυσμός αυτός από νέες γνώσεις συχνά μας οδηγεί σ’ έναν ίλιγγο.

Η ανθρωπότητα ξεκίνησε στον προηγούμενο αιώνα με καύχηση για τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας και με πολλή εμπιστοσύνη στο μέλλον. Ήδη όμως στην αρχή του 21ου αιώνος πορευόμαστε μέσα σ’ ένα σύννεφο αβεβαιότητας και ανησυχίας. Η συσσώρευση πληροφοριών και ο όγκος της γνώσεως δεν φθάνουν. Εξακολουθούμε να αναζητούμε μέσα σε όλα αυτά ένα νόημα ζωής, την βαθύτερη ενότητα πού συνδέει την ανθρωπότητα, το συμπάν. Χρειάζεται μία ανάβαση από την απλή πληροφόρηση και τη γνώση στη σοφία, πού δίνει στην κρίση μας διορατικότητα, θέα στο όλον, και στην ανθρώπινη συμπεριφορά δημιουργικότητα και επιείκεια. Η σοφία δεν ταυτίζεται με την εξυπνάδα ή την πολυμάθεια. Είναι προϊόν μίας γενικότερης εσωτερικής πνευματικής ωριμότητος, μιας ευρύτερης συνθέσεως ευφυΐας, εμπειρίας και γνώσεως, διαύγειας πνευματικής και καλοσύνης.

Η σοφία πού έχει συσσωρευθεί στους πολιτισμούς διαφόρων λαών παραμένει πολύτιμη κληρονομιά για την ανθρωπότητα. Αλλά υπάρχουν διαφορά επίπεδα σοφίας. Στην Αγία Γραφή τονίζεται η πρωταρχική αξία της. «Μακάριος άνθρωπος ός εύρε σοφίαν … παν δε τίμιον ούκ άξιον αύτης εστίν». (Παρ. 3:13, 15 πρβλ. 8:11 κ. α.). Παράλληλα κινείται η πίστη άτι πηγή της σοφίας είναι ο Θεός. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσης δε αγαθή τοις ποιο?σιν αυτήν». (Ψαλμ. 110:10 πρβλ. παρ. 9:10).
Έτσι στο πρώτο ερώτημα ταιριάζει ένα άλλο συγγενές, πού θέτει ο Απόστολος Ιάκωβος: «Τις σοφός και επιστήμων εν υμίν; Δείξατα εκ της καλής αναστροφής τα έργα αυτού εν πραότητι σοφίας» (Ιάκ. 3:13). Επισημαίνει την ανάγκη διακρίσεως ανάμεσα σε μια σοφία «επίγεια, ψυχική, δαιμονιώδη», και σε μια άνωθεν κατεςρόμενη σοφία, πού έχει ειδικά χαρακτηριστικά: «Η δε άνωθεν σοφία πρώτον μεν αγνή εστίν, έπειτα ειρηνική, επιεικής, ευπειθής μεστή ελέους και καρπών αγαθών, αδιάκριτος και ανυπόκριτος» (3:17). Η σοφία πού έχει πηγή της τον Θεό επιμένει και εργάζεται για τη δικαιοσύνη. Με τελικό αποτέλεσμα αυτού του κόπου την ειρήνη. Ειρήνη με τον εαυτό μας, με τούς γύρω μας, με την κτίση ανθρωπότητα γενικά, με την κτίση ολόκληρη. «Καρπός δε της δικαιοσύνης εν ειρήνη σπείρεται τοις ποιούσιν ειρήνην» (3:18).

Στα παραπάνω ερωτήματα πού έθεσε ο Έλλιοτ στα Χορικά από τον Βράχο (1934), έδωσε ο ίδιος μια αποκαλυπτική απάντηση ύστερα από 8 χρόνια εντόνων εμπειριών, με ένα του στίχο στα Τέσσερα Κουαρτέτα πού δημοσιεύθηκαν το 1942: «Η μόνη σοφία πού μπορούμε να ελπίζουμε πώς θα αποκτήσουμε είναι η σοφία της ταπείνωσης. Η ταπείνωση δεν έχει τέλος».
Υπέροχη διατύπωση μιας αλήθειας πού διαποτίζει τη βιβλική σκέψη και την ορθόδοξη πνευματικότητα και πού συνοψίζεται στην προτροπητής Αγίας Γραφής: «Όσω μέγας εί, τοσούτω ταπείνου σε αυτόν, και έναντι Κυρίου ευρήσεις χάριν? ότι μεγάλη η δυναστεία του Κυρίου και υπό των ταπεινών δοξάζεται». (Σοφία Σειράχ 3:18, 20)

Συνεχίζοντας στον ρυθμό της πρώτης δέσμης ερωτημάτων, θα προχωρούσα σ’ ένα άλλο κρίσιμο θέμα πού απασχολεί κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο: Που είναι η ελευθερία πού έχουμε χάσει στον φιλελευθερισμό; Που είναι ο φιλελευθερισμός πού έχουμε χάσει στην ιδιοτέλεια;

Η ελευθερία είναι βαθύς πόθος του κάθε ανθρώπου. Χωρίς αυτή, η ανθρώπινη ύπαρξη χάνει την αξία και τη δυναμική της. Δεν είναι όμως λίγες οι περιπτώσεις οπού διεκδικούμε με πάθος την ελευθερία, όταν πρόκειται για τον εαυτό μας, και αντιστεκόμαστε ή αδιαφορούμε για την αντίστοιχη ελευθερία, πού είναι δικαίωμα και αναζήτηση άλλων ανθρώπων ή άλλων λαών. Η ελευθερία δεν εξαρτάται από την καταγωγή, τη μόρφωση, το χρώμα, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, την πολιτιστική ιδιομορφία.
Συχνά η ελευθερία χάνεται μέσα σε διάφορα ολοκληρωτικά συστήματα. Αλλά και ο φιλελευθερισμός δεν είναι σπάνιο να καταστεί μέσον διεκδικήσεων από ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων εις βάρος άλλων, κάποτε και στήριγμα για καταπίεση και παραγκωνισμό σημαντικών αναγκών μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για την υπεράσπιση της αδικίας.

Ελευθερία ασφαλώς δεν σημαίνει ασυδοσία, παράβαση των ηθικών κανόνων με πρόσχημα το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Δεν σημαίνει αδιαφορία για τα δικαιώματα των άλλων. Η ελευθερία για να επιβιώσει, χρειάζεται απαραιτήτως την υπευθυνότητα. Σε όλα τα επίπεδα, το προσωπικό, το οικογενειακό, το τοπικό, το παγκόσμιο, ελευθερία χωρίς υπευθυνότητα είναι κατ’ εξοχήν επικίνδυνη. Αλίμονο στο αυτοκίνητο πού δεν έχει σωστό τιμόνι και καλά φρένα. Αλίμονο στην ελευθερία πού δεν έχει υπευθυνότητα και αυτοσυγκράτηση.

Περισσότερο όμως από ο, οτιδήποτε άλλο, υπονομεύει την υπευθυνότητα και αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ελευθερίας η ιδιοτέλεια.
Η περιστροφή γύρω από το είδωλο του εαυτού μας με τις ποικίλες μορφές και τα χρώματα πού παίρνει, με συνεχή αναζήτηση του ατομικού συμφέροντος, την ατομική ικανοποίηση, την αλαζονεία. Ο πιο αδίστακτος εχθρός της ελευθερίας, ο εγωκεντρισμός, γίνεται πιο ύπουλος όταν κρύβεται στο συλλογικό εγώ αμάδων ή λαών. Αυτό τόν πειρασμό και αυτή την ολίσθηση πρέπει ιδιαιτέρα να αποφεύγουν ταλαντούχοι άνθρωποι. Το να έχει κανείς ικανότητες, μόρφωση, ευκαιρίες πλουσιοπάροχα από τόν Θεό συνήθως σημαίνει ευθύνη.

Η επόμενη παραλλαγή ερωτημάτων: Που είναι η αγάπη, πού την έχουμε χάσει στον ερωτισμό; Που είναι ο ερωτάς, πού τόν έχουμε χάσει στο σεξ;

Όλοι οι άνθρωποι, σ’ όλες τις φάσεις του βίου τους, ιδιαίτερα όμως όσοι διατρέχουν την άνοιξη της ζωής τους, είναι ευαίσθητοι στη δέσμη των αισθημάτων και των προβλημάτων πού συνδέονται με την αγάπη. Σε συντριπτικό ποσοστό οι σύγχρονες τέχνες και τα μέσα ενημερώσεως εμπλέκουν αγάπη, έρωτα, αλλά ακόμα και διαστροφές μαζί τους. Ότι σχετίζεται με τη διαιώνιση της ζωής είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο αλλά και σύνθετο.

Το ξεκίνημα της ανθρώπινης ζωής συνδέεται με μία μορφή αγάπης. Η ανάπτυξη της ζωής απαιτεί ένα κλίμα αγάπης και είναι για το βρέφος πιο πολύτιμο και από το γάλα. Προτού κάνουμε τα πρώτα βήματα στον κόσμο, θέλουμε να θηλάσουμε γάλα και αγάπη. Στα νεανικά χρόνια, νέες δυνάμεις έλξεως και αγάπης, με πρωτόγνωρη δύναμη δονούν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Δυστυχώς όμως πολλά ιερά πράγματα απειλούνται από διάφορα συνθήματα και ιδέες πού ρυπαίνουν την εποχή μας. Περισσότερο από τη ρύπανση της ατμοσφαίρας, οι σύγχρονες πόλεις μας ταλαιπωρούνται από μια ρύπανση της φαντασίας, πού μολύνει τη σκέψη, τα συναισθήματα, τις ροπές, τις πράξεις των πολλών αλλοιώνοντας, κάποτε και διαστρέφοντας τις πιο ανές, τις πιο δυνατές και άμορφες σχέσεις. Ο κυνισμός δηλητηριάζει τόν ερωτά, ο εγωκεντρισμός συντρίβει την αγάπη. Χρειάζεται αντίσταση, αντίσταση ποιότητος. Αλλ’ επί πλέον, έμπνευση για την υπέρβαση του τυφλού πάθους, για την καλλιέργεια της αγάπης σε κάθε μορφή των σχέσεων μας. Έμπνευση από πρόσωπα πού βιώσαν ευρύτερα την αγάπη, με συνέπεια, με πρωτοτυπία και γενναιότητα. Άσκηση στήν καθημερινή πραγματικότητα, για να ζούμε πιο συγκεκριμένα, πιο ουσιαστικά, με μεγαλύτερη εμβέλεια την αγάπη: Μία αγάπη πού δεν γνωρίζει σύνορα, πού υπερβαίνει οποιεσδήποτε διακρίσεις έθνους, φυλής, χρώματος, μορφώσεως, γνώσεων.

Υπέροχα κείμενα της παγκόσμιας φιλολογίας είναι αφιερωμένα στήν αποκάλυψη του κάλλους, της δυνάμεως και της υπερχής της αγάπης. Αλλά χωρίς αμφιβολία, τα πλουσιότερα κοιτάσματα ιδεών, μορφών, κινήτρων, αληθειών, βρίσκονται στήν Αγία Γραφή, αρχίζοντας από υπέροχους στίχους της Παλαιάς Διαθήκης και φθάνοντας στο απροσμέτρητο βάθος και ύψος και μήκος και πλάτος της αγάπης, όπως την κήρυξε και την έζησε ο Ιησούς Χριστός. «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (?ω. 15:9). «Αυτή εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς». Επάνω σ’ αυτό το θεμέλιο οικοδομήθηκαν αργότερα τα πολλά υπέροχα κείμενα του αποστόλου Παύλου για την αγάπη, όπως ο ύμνος της αγάπης πού έχουμε στήν Α’ Προς Κορινθίους επιστολή. Και ο ευαγγελιστής και απόστολος Ιωάννης, με τόν πιο συνταρακτικό τρόπο, θα δηλώσει: «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α’ ?ω. 4:16).

Ανεξάρτητα από τόν βαθμό πίστεως και σχέσεως πού έχει κανείς με τόν Ιησού, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι Αυτός παραμένει η ολοφώτεινη αποκάλυψη της αγάπης. Και όσο κανείς τόν πλησιάζει με το στοχασμό και τη ζωή του, νιώθει την ακτινοβολία της αγάπης Του να επηρεάζει ολόκληρη την ύπαρξη του.
Η αναζήτηση της σοφίας, της ελευθερίας και της αγάπης παίρνει την ορθή κατεύθυνσή της με τη ζωντανή πίστη στον Θεό, ο οποίος παραμένει η αρχική και αιώνια πηγή τους. Ακολουθώντας τόν ρυθμό του πρώτου στίχου τολμώ να πω στον τέταρτο και τελευταίο: «Που είναι η πίστη πού έχουμε χάσει στήν αφηρημένη θρησκευτικότητα; Που είναι η γνήσια θρησκευτικότητα πού έχουμε χάσει στήν τυπολατρία;»

Στους προηγούμενους αιώνες, συχνά η πίστη στον Θεό απωθήθηκε στο περιθώριο από τον Δυτικό και τόν Ανατολικό Κόσμο. Στις αρχές μάλιστα του εικοστού αιώνος, από χείλη και γραφίδες διανοουμένων διακηρύχθηκε ότι «ο Θεός πέθανε και τόν σκοτώσαμε εμείς». Στις αρχές του 21ου αιώνος παρατηρούμε σε πολλά μέρη επιστροφή της πίστεως. Σ’ αυτή όμως τη νέα άνθηση του ενδιαφέροντος για το Υπερβατικό, για το Άγιο, για τόν Θεό, διαφαίνονται δύο κίνδυνοι: Πρώτο, η αλλοίωση της θρησκευτικής εμπειρίας με μεταλλαγμένα προϊόντα διαφόρων θρησκευτικών θεωριών ποικίλης προελεύσεως, πού προτείνουν μία αόριστη πνευματικότητα. Η θρησκευτική εμπειρία ανοίγει τόν ορίζοντά μας στο άπειρο. Όχι όμως για να αφεθούμε σε ένα παθητικό, απροσδιόριστο «κενό» και σε ένα χαώδες διάστημα, στη μοναξιά. Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η διαστροφή του θρησκευτικού συναισθήματος και αυτής της πίστεως, με προσανατολισμό την περιφρόνηση των αντιφρονούντων, τη βία και το μίσος.

Τα τελευταία χρόνια επιτείνεται ένα φοβερό κράμα βίας και θρησκευτικών συνθημάτων πού ενισχύουν σειρά από τρομοκρατικές ενέργειες. Όσα συντελούνται, κυρίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, είναι αρκετά γνωστά. Το φαινόμενο είναι πολύ πιο σύνθετο από ότι, τι εκ πρώτης όψεως φαίνεται, και απαιτείται βαθύτερη ανάλυση και σοφή κατανόηση. Παλαιότερα, εκατομμύρια ταλαιπωρημένων και στερημένων ανθρώπων συσπειρώθηκαν στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα πού μεσουράνησε στον εικοστό αιώνα. Το σύστημα αυτό στηρίχθηκε στα φιλοσοφικά θεμέλια του διαλεκτικού υλισμού και αθεϊσμού, και γνωρίζουμε πως κατέρρευσε. Στον 21ο αιώνα , η απογοήτευση λόγω φτώχειας, η οργή για την αδικία, η απόγνωση θα μπορούσαν να οδηγήσουν λαούς και ευρύτατα λαϊκά στρώματα σε νέες συσπειρώσεις. Όχι πλέον με αθεϊστικά συνθήματα, αλλά με εκμετάλλευση του θρησκευτικού συναισθήματος , με τη μετάλλαξη και αλλοίωση του.

Εμπρός στο πρόβλημα αυτό θα χρειασθεί να προχωρήσουμε από την απλή πληροφόρηση στήν κριτική σκέψη και σοφή αντιμετώπιση. Ο Δυτικός Κόσμος οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι η αικία και η φτώχεια στήν ανθρωπότητα, για τα οποία ο ίδιος έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης, διευκολύνουν την εκμετάλλευση του θρησκευτικού συναισθήματος. Η θρησκευτικότητα δεν είναι απλώς εν ακοινωνικό επιφαινόμενο. όπως και η ανθρώπινη νόηση, ανήκει στό DNA του ανθρώπου. Είναι πολύτιμη γιά τήν επιβίωση και τήν πρόοδό του.

Κυρίως, επείγει νά ξαναβρούμε τόν πυρήνα της πίστεώς μας στόν Θεό, η οποία οδήγησε τόν χριστιανικό κόσμο στήν ?κπληκτική δημιουργία σέ όλους τούς τομείς. Διότι, ας μην αποσιωπούμε ότι ο πολιτισμός μας έχει συγκεκριμένες ρίζες. Ρίζες του -ως είναι γνωστό- είναι η αρχαιοελληνική σκέψη, τό ρωμαϊκό δίκαιο και Οι χριστιανικές παραδόσεις.
Η ?λλοιωμένη ή διαστρεβλωμένη πίστη, πού οδηγεί στή βία και τόν τρόμο, θά αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά μέ σοφία, μέ ?ληθινό σεβασμό στό δικαιωμα ελευθερίας όλων των ανθρώπων. Και πρό παντός μέ τή ζωντανή χριστιανική πίστη πού δέν περιορίζεται στούς εξωτερικούς τύπους και τά ευσεβοφανή λόγια. Μιά ενεργό πίστη, η οποία στηρίζει τή δικαιοσύνη και τήν αλληλεγγύη ανάμεσα στούς ανθρώπους και τούς λαούς. Μιά πίστη συνυφασμένη μέ τήν αγάπη και τό έλεος του Θεού.

Η χριστιανική πίστη είναι γεμάτη δύναμη και δημιουργικότητα, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του Κυρίου: «Ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει» (Ιω. 14:12). Πίστη πού διατρανώνει τη διαχρονική παρουσία του Αγίου Πνεύματος στη ζωή των πιστών, του «Παρακλήτου», «του Πνεύματος της αλήθειας» (14:16-17). Πίστη πού θερμαίνει την ψυχή με την αίσθηση της συνεχούς παρουσίας του Χριστού και της αμοιβαιότητος της αγάπης. Δεν μπορείς να πιστεύεις αληθινά, αν δεν αγαπάς «Κύριον τόν Θεόν σου εξ όλης της καρδιάς σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου». Και στη συνέχεια, ως άμεση συνέπεια, «τόν πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μαρκ. 12:30-31).
Η αληθινή πίστη στον Θεό είναι ουσιαστικά η προσωπική σχέση εμπιστοσύνης με Αυτόν πού είναι η Αγάπη.
Αντί επιλόγου – Το δίλημμα.

Θα μου επιτρέψετα να τελειώσω με μία συγκεκριμένη Ιστορία. Θυμούμαι κάποιο νέο ιερωμένο, πρίν από τέσσερις δεκαετίες, στη νήσο Πάτμο, σε ώρα παρατεταμένης περισυλλογής. Αντιμετώπιζε ένα δίλημμα: Να μείνει στήν όμορφη ευρωπαϊκή χώρα του, μέσα στο περιβάλλον πού τόν αγαπούσε και πού το αγάπησε, ή να αναχωρήσει για μια δύσκολη αποστολή στήν Αφρική, για να βοηθήσει μια από τις πιο αδικημένες ανθρώπινες κοινότητες. Ατενίζοντας τόν ορίζοντα του ανοικτού πελάγους από το ασκητήριο όπου είχε αποσυρθεί, ζητούσε μέσα του μια ικανοποιητική απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα. Η απάντηση ήρθε τελικά με ένα κρίσιμο ερώτημα: «Σου φθάνει ο Θεός; Πιστεύεις πραγματικά; Τότε πήγαινε. Δεν σου φθάνει; Τότε κάθισε εκεί πού είσαι». Και ένα εόμενο ερώτημα έκανε το πρώτο πιο ισχυρό: «Αν όμως δεν σου φθάνει ο Θεός, σε ποιόν ακριβώς Θεό πιστεύεις;».

Ακολούθησε μία ήρεμη απόφαση για μία τέτοια πορεία σε δύσκολους δρόμους, σε περιοχές πού είχαν ταλαιπωρηθεί από τη φτώχεια ή την αθεΐα. Σε ώρες σκληρές, πού έφθαναν στα όρια της κάμψεως ή τούανάτου, βασική παρηγοριά ήταν η εγγύηση του αναστάντος Χριστού: «Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντέλειας του αιώνος» (Ματθ. 28:20)? και η βεβαιότητα του ψαλμωδού: «Εάν γάρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού εί» (Ψαλμ. 22:4).

Ο ιερωμένος αυτός, ύστερα από πορεία 43 χρόνων σε διάφορα μονοπάτια της οικουμένης έχει την τιμή να απευθύνεται αυτή την ώρα σ’ εσάς αγαπητοί μου, θέλει με όλη του την ψυχή να ευχηθεί: Η συνέχεια της ζωής όλων σας να είναι μια συνεχής ανάβαση, από την απλή πληροφόρηση στη συστηματική γνώση και από τη γνώση στη σοφία «την άνωθεν κατερχομένη». Μια αδιάκοπη ανάβαση από την ιδιοτέλεια στήν αληθινή ελευθερία. Από ανεύθυνες ερωτοτροπίες, στον γνήσιο και ευλογημένο από τόν Θεό ερωτά, και κυρίως στήν ουσιαστική βίωση της χριστιανικής αγάπης. Ένα τελικό άλμα, από τη μηχανική συμμετοχή σε παραδοσιακές τελετές ή από μία φαρισαϊκού τύπου θρησκευτικότητα, προς τη ζωντανή πίστη στον Θεό, όπου το Άγιο Πνεύμα δεσπόζει και σφραγίζει τη ζωή μας με το φως, τις ενέργειες, τη δύναμή Του. Μια πίστη η οποία ανοίγεθι την ύπαρξη μας στο άπειρο, με συντροφιά την παρουσία Αυτού πού είναι Αγάπη.

Σάς το εύχομαι με όλη μου την καρδιά.

Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας
† Αναστάσιος

Λόγος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου

Λόγος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου

Του Ηλία Μηνιάτη

Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη.

Αυτή είναι η πλέον ζωντανή και πρεπώδης εικών της μεταστάσης εις ουρανόν Θεομήτορος οπού εζωγράφισε με θεοκίνητον κάλαμον ο Προφητάναξ· και προς την θεωρίαν της εικόνος ταύτης προσκαλώ σήμερον τα όμματα της ευλαβούς σας διανοίας, ω φιλέορτον σύστημα. Μη στοχασθήτε εδώ κάτω τα θλιβερά εκείνα σύμβολα του θανάτου· εκεί, δηλαδή, οπού φαίνεται ένα σώμα νεκρόν ηπλωμένον επάνω εις ένα κράββατον, κηδευόμενον σεπτώς παρά των ιερών Αποστόλων, παραδόξως συνηγμένων εκ των περάτων της γης. Εις την αγιωτάτην Παρθένον όλα εστάθησαν υπέρ άνθρωπον· εις τούτο μόνον έδειξε πως ήτον φύσεως ανθρωπίνης, διατί σήμερον φαίνεται, πως είναι φύσεως θνητής· αλλά και εις τούτο εφάνησαν τα προνόμια της θείας χάριτος· διατί, καθώς όταν η πανάμωμος Μαρία συνέλαβεν, η σύλληψις εστάθη άσπορος, και όταν εγέννησεν, η κύησις εστάθη αδιάφθορος,έτζι όταν απέθανεν, η νέκρωσις εστάθη αθάνατος. Δεν είναι θάνατος, όχι, ετούτος, ωσάν εκείνος ο τύραννος του γένους μας, ο υιός της κατάρας και πατήρ φθοράς, οπού εις το σκοτεινόν του βασίλειον κρατεί αιχμάλωτον του Αδάμ την κληρονομίαν. Αυτός είναι ή ένας γλυκύς ύπνος, με τον οποίον θέλησε η πάναγνος Δέσποινα ωσάν να αναπαυθή ολίγον εις το πέρας της επικήρου ταύτης ζωής, διά να αρχίση την οδόν εκείνης της ακηράτου· ή μία θαυμαστή έκστασις θείου έρωτος, εις την οποίαν, η μεν μακαριωτάτη εκείνη ψυχή σπεύδουσα το ογληγορώτερον να φθάση προς τον ηγαπημένον θείον Υιόν, άφησε δι’ ολίγον το ομοδίαιτον σώμα· και τούτο ομοίως αιρόμενον υπό χερουβικού άρματος ηκολούθησε τον αυτόν δρόμον και ανέβη δεδοξασμένον εις ουρανούς. Ίδετε τον τάφον εις το χωρίον Γεθσημανή και θέλετε τον εύρει κενόν· διατί τάφος δεν δύναται να χωρίση την Μητέρα της ζωής, το δοχείον της σεσωρευμένης θεότητος, του οποίου τόπος αντάξιος είναι ο θρόνος της θείας δόξης. Και επάνω εις τοιούτον θρόνον, εκ δεξιών του Βασιλέως Θεού, μεταστάσα η Μήτηρ του Θεού κάθεται ως Βασίλισσα των ουρανίων και επιγείων, υπερτέρα πάσης κτίσεως· «παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου». Βασίλισσα των επιγείων· εις αυτήν αποδίδει τας δευτέρας, μετά Θεόν, τιμητικάς λατρείας των πιστών η Εκκλησία εις τους αχράντους αυτής πόδας ρίπτουσι τα σκήπτρα και διαδήματα οι ευσεβείς Βασιλείς. Αυτής τον υψηλόν θρόνον περικυκλώνουσι των Ορθοδόξων τα συστήματα· και ποίος παρακαλεί υγείαν εις τας νόσους· τούτος παρηγορίαν εις τας θλίψεις· εκείνος βοήθειαν εις τας συμφοράς· όλοι ζητούσιν έλεος από την πηγήν του ελέους· και ο παρακαλών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει· διατί ανεξάντλητον είναι το πέλαγος, ακένωτος είναι η πηγή των αγαθών.

Βασίλισσα των ουρανίων· αυτήν σέβονται και προσκυνούσιν όλα των ασωμάτων τα τάγματα· οι Άγγελοι, το καθαρώτατον έσοπτρον της αγνείας· οι Αρχάγγελοι, το πολύτιμον σημείον των θείων αποκαλύψεων· αι Εξουσίαι, το πανσθενές κράτος των πιστών· αι Δυνάμεις, το ακαταμάχητον τείχος της Εκκλησίας· αι Αρχαί, την σωτήριον αρχήν της παγκοσμίου απολυτρώσεως· αι Κυριότητες, την υπερτάτην Κυρίαν του παντός· οι Θρόνοι, τον έμψυχον θρόνον του Βασιλέως της δόξης· τα Χερουβίμ, την θεοδίδακτον μυσταγωγόν της υψηλής γνώσεως· τα Σεραφίμ την άσβεστον λαμπάδα της θείας καθαρωτάτης αγάπης. Βασίλισσα, την οποίαν ασπάζεται αυτή η τρισήλιος Θεαρχία· το Πνεύμα το άγιον, την ανύμφευτον νύμφην· ο Υιός και Λόγος την απήρανδρον Μητέρα· ο Θεός και Πατήρ, την ηγαπημένην θεόπαιδα· «παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου». Αλλ’ η δοξασμένη Παντάνασσα του ουρανού και της γης, είναι (λέγει), «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη»·δηλαδή το θεοΰφαντον ένδυμα της μακαριότητος οπού την στολίζει, είναι διάχρυσον, διά τας υπερκάλλους αγλαΐας του απροσίτου φωτός. Ειναι πεποικιλμένον, ήγουν διακεκριμένον με διάφορα χρώματα, οπού θέλει να ειπή· καθώς εις την Παρθένον ζώσαν επί της γης, ήσαν όλοι οι διάφοροι χαρακτήρες των αρετών,οπού εις πάντων των Αγίων τας ψυχάς τυπώνει η χάρις, έτζι εις την Παρθένον, μεταστάσαν εις ουρανούς, είναι όλα τα διάφορα χρώματα των θείων ελλάμψεων, οπού εις πάντων των Μακαρίων τα πρόσωπα ζωγραφίζει της θείας δόξης το τρισόλβιον φως. Όταν ο Ήλιος φθάση εις την μέσην αψίδα του ουρανού, εξίσου χύνει εις όλα τα μέρη των ακτίνων το φως, μα εξίσου δεν φωτίζονται πάντα τα φωτιζόμενα σώματα· καθώς είναι, ή αραιότερα ή πυκνότερα, έτζι, ή περισσότερον ή ολιγώτερον λαμβάνουσι το προσβάλλον απαύγασμα της ηλιακής λαμπηδόνος· τα μεν καθαρά εκλάμπουσιν ολόφωτα, τα δε διαφανή διαλάμπουσιν εύδια και τα στερεά και αντίτυπα αντιλάμπουσιν όσον μόνον γίνονται ορατά. Μα όταν λάχη και ο Ήλιος προσβάλη τας ακτίνας του εις ένα ακηλίδωτον καθρέπτην, όχι μόνον τον φωτίζει, αλλ’ αυτός όλος ο ήλιος εκεί φαίνεται να εισεβαίνει και να περικλείεται εις τρόπον, ότι εκείνος δεν φαίνεται τόσον ένα κρύσταλλον οπού φωτίζεται, αλλ’ αυτός ο Ήλιος οπού φωτίζει. Αυτή είναι, ανάμεσα των άλλων φωτιζομένων σωμάτων και του καθρέπτου η διαφορά· ότι τα μεν άλλα λαμβάνουσι μόνον του Ηλίου το φως, ο καθρέπτης λαμβάνει αυτόν όλον τον Ήλιον και ακτινοβολεί ωσάν Ήλιος. Ομοίως ο άδυτος εκείνος της δικαιοσύνης Ήλιος, οπού λάμπει εν ταις λαμπρότησι των αγίων, εξίσου χύνει εις όλα τα πνεύματα των Μακαρίων της θείας δόξης το ανέσπερον φως, μα εξίσου δεν φωτίζονται πάντα· καθένας λαμβάνει το ίδιον μέτρον της θείας φωτοχυσίας, ωσάν ένα μερικόν χρώμα μακαρίας ελλάμψεως· και δέχεται ή περισσότερον ή ολιγώτερον το μέτρον του θείου τούτου φωτός, καθώς είναι δεκτικόν, κατά τον βαθμόν δηλαδή και αναλογίαν της ιδίας του καθαρότητος. Έτζι αλλέως φωτίζονται οι άγιοι Άγγελοι, οπού είναι άϋλα πνεύματα· αλλέως οι άνθρωποι, οπού είναι φύσεως παχυτέρας·και πάλιν ανάμεσα και εις τους Αγγέλους διαφορετικά φωτίζονται από τας Κυριότητας οι Θρόνοι· από τους θρόνους τα Χερουβίμ και από τα Χερουβίμ τα Σεραφίμ· και ανάμεσα εις τους ανθρώπους, από τους Προφήτας οι Απόστολοι, από τους Ομολογητάς οι Μάρτυρες, και τους Ασκητάς αι Παρθένοι· όλοι είναι άστρα του νοητού στερεώματος, όθεν οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως φωστήρες· πλην «αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξει» κατά το ρητόν.

Η Παναγία Παρθένος είναι ανάμεσα εις όλους τους Μακαρίους ακηλίδωτος καθρέπτης αγνείας και καθαρότητος· όλη καλή, όλη άμωμος, καθώς την ονομάζει εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον· «όλη καλή η πλησίον μου, και άμωμος ουκ έστιν εν σοι». Καθαρωτέρα ασυγκρίτως και των ανθρώπων και των Αγγέλων.Όθεν όχι μόνον εις αυτήν χύνει της μακαριότητος το φως, αλλ’ εις αυτήν εισεβαίνει και ωσάν περικλείεται όλη, όλη εκείνη η πολυχεύμων πηγή του φωτός, όλος, όλος της δόξης ο Ήλιος· εις τρόπον, ότι ως άλλος δεύτερος της δόξης Ήλιος, ακτινοβολεί της Παναγίας Παρθένου το μακάριον πρόσωπον και κάνει διπλούν το φως της ανεσπέρου ημέρας. Καταλάβετε δε την διαφοράν της μακαριότητος οπού χαίρονται των λοιπών δικαίων τα πνεύματα και της μακαριότητος οπού χαίρεται η θεομήτωρ Μαρία· ότι εκείνοι με κατά μέρος δέχονται της θείας δόξης το φως, αυτή δε όλον δέχεται της δόξης τον Ήλιον. Εκείνοι μερικώς έλαβον εδώ την χάριν και κατά το μέτρον της χάριτος απολαμβάνουσιν εκεί την δόξαν· αυτή είναι δοχείον δεκτικόν εκεί όλης της δόξης, καθώς εδώ εστάθη δοχείον δεκτικόν όλης της χάριτος. Όθεν εδώ ήτον, καθώς την ωνόμασεν ο Αρχάγγελος κεχαριτωμένη, είχε δηλαδή όλον το πλήρωμα της θείας χάριτος· το ομολογεί και ο Θεολόγος· «εκάστοις των εκλεκτών η χάρις κατά μέγεθος εδόθη, τη δε Παρθένω άπαν το της χάριτος πλήρωμα»·εκεί δε είναι δεδοξασμένη, έχει δηλαδή όλον το πλήρωμα της θείας δόξης, καθώς την επροείδεν ο Ιεζεκιήλ· «και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος του Κυρίου». Και «παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». Αδύνατον είναι, Χριστιανοί, ο νους μας να φαντασθή το υπέρλαμπρον εκείνο φως, με το οποίον αστράπτει η μακαρία Παρθένος εις τον Παράδεισον· η Σελήνη, ο Ήλιος είναι σκοτεινά πράγματα παραβαλλόμενα με εκείνο το ανεκλάλητον κάλος, το οποίον βλέπουσι και δεν χορταίνουσιν οι μακάριοι· τι ωραίον! τι φαεινόν! τι θεοειδές θέαμα εις τα μάτια των Σεραφίμ. Τούτο επεθύμησε να ιδή ένας νέος πολλά ευσεβής της Παρθένου και έκαμε προς αυτήν τοιαύτην δέησιν. «Μαρία, γλυκύτατον όνομα, όπου εγώ μετά Θεόν σέβω και προσκυνώ με όλον τον πόθον και ευλάβειαν της ψυχής μου, διατί είσαι της ψυχής μου η παρηγορία και η χαρά· αν εύρηκα χάριν ενώπιόν σου ο ταπεινός δούλος σου, μίαν χάριν να μου κάμης σε παρακαλώ· ανάμεσα εις τας άλλας ευεργεσίας να με αξιώσης να σε ιδώ καθώς είσαι εις τον Παράδεισον. Αξίωσόν με, αειπάρθενε Κόρη, αξίωσόν με, Μήτερ ελέους· ας σε ιδώ και ευχαριστούμαι να χάσω ένα από τα μάτια μου». Εισήκουσεν η Πάναγνος Δέσποινα του ευλαβούς της δούλου την προσευχή· του εφάνη μίαν νύκτα εις τον ύπνον του ολολαμπής, με όλον εκείνο το φως της δόξης, με το οποίον λάμπει εις τον ουρανόν. Εξύπνησεν ο νέος και, αληθινά, έχασε το ένα από τα ομμάτια του, μα από την χαράν οπού είχεν, ότι ηξιώθη να ιδή την Βασίλισσαν του ουρανού και της γης, δεν ελυπάτο ολότελα, ότι εστερήθη το φως του· μάλιστα πάλιν παρακαλεί να την ιδή άλλην μίαν φοράν και ευχαριστείται να χάση και το άλλο ομμάτι, οπού του έμεινε· και πάλιν ηξιώθη, πάλιν την είδε· μα τι λογιάζετε, Χριστιανοι; πως τάχα να έμεινε τυφλός και από τα δύο ομμάτια; η συμπαθεστάτη Μήτηρ του Θεού, ωσάν του εφάνη την δευτέραν φοράν, όχι μόνον δεν τον εστέρησεν από το ένα ομμάτι οπού του έμεινεν, αλλά του έστρεψε και το άλλο οπού είχε χαμένον. Εξύπνησεν ο νέος εκείνος και με τα δύο ομμάτια υγιή και όλος εκστατικός από την διπλήν χαρά, με πολλά δάκρυα ευλαβούς αγαλλιάσεως, έδωκε τη Θεομήτορι χιλίας ευχαριστίας.

Κεχαριτωμένη, Δεδοξασμένη, Παντάνασσα, από την άφθονον εκείνην ηλιοβολίαν του θείου φωτός οπού χαίρεσαι, παρισταμένη εκ δεξιών του μονογενούς σου Υιού, πέμψον εδώ κάτω και εις ημάς τους ευλαβείς δούλους σου μίαν μακαρίαν ακτίνα, οπού να είναι και φως εις τον εσκοτισμένον μας νουν και φλόγα εις την ψυχραμένην μας θέλησιν, διά να βλέπωμεν να περιπατούμεν σπουδαίοι εις την οδόν των θείων δικαιωμάτων. Ημείς, μετά Θεόν, εις εσέ του Θεού την Μητέρα και Μητέρα ημών έχομεν την ελπίδα της σωτηρίας μας· από σε ελπίζομεν τας νίκας της γαληνοτάτης Αυθεντίας, τα τρόπαια των Ευσεβών Βασιλέων· την στερέωσιν της Εκκλησίας· την αντίληψιν του Ορθοδόξου γένους· την σκέπην της ευλαβούς του ταύτης πολιτείας, οπού είναι αφιερωμένη εις την άμαχόν σου βοήθειαν. Ναι, Παναγία Παρθένε, ναι, Μαρία, όνομα οπού είναι η χαρά, η παρηγορία, το καύχημα των Χριστιανών· δέξου την νηστείαν και παράκλησιν των αγίων τούτων ημερών, οπού εκάμαμε εις τιμήν σου, ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον· και αξίωσόν μας, καθώς εδώ εις την Εκκλησίαν ευλαβώς ασπαζόμεθα την αγίαν και θαυματουργόν ταύτην εικόνα, έτζι και εκεί εις τον Παράδεισον να ιδούμεν αυτό το μακάριόν σου πρόσωπον, το οποίον να προσκυνούμεν συν τω Πατρί και τω Υιώ και τω αγίω Πνεύματι, εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν.

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ

Οι Νεομάρτυρες

ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγου

Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ κ. Δανιήλ, Πρόεδρε τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως,

Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Φθιώτιδος κ. Νικόλαε, σεπτέ Ποιμενάρχα τῆς θεοφρουρήτου ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως τῆς φιλοξενούσης τό παρόν ΙΣΤ’ Πανελλήνιον Λειτουργικόν Συμπόσιον,

Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Πανοσιολογιώτατοι, Αἰδεσιμολογιώτατοι καί Ἐλλογιμώτατοι κύριοι καθηγηταί, εἰσηγηταί τοῦ παρόντος Λειτουργικοῦ Συμποσίου,

Ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί, Ἐκπρόσωποι τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,

Ἀρχόμενοι σύν Θεῷ τῆς εἰσηγήσεώς μας, ἡ ὁποία φιλοφρόνως καί ὅλως τιμητικῶς μᾶς ἀνετέθη ὑπό τῆς ἁρμοδίας Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλουμε τοῦτο μέν νά εὐχαριστήσωμεν εὐγνωμόνως τόν Σεβασμιώτατον καί λίαν περισπούδαστον Πρόεδρόν της, Μητροπολίτην Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ κ. Δανιήλ καί τά μέλη αὐτῆς γιά τήν ὑψηλή τιμήν πού ἐπεδαψίλευσαν στό ταπεινό μας πρόσωπον, τοῦτο δέ νά συγχαρῶμεν ἐκ μέσης καρδίας τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Φθιώτιδος κ. Νικόλαον διά τήν ἀρχοντικήν καί κατά πάντα ἀρτίαν φιλοξενίαν τοῦ παρόντος λειτουργικοῦ Συμποσίου, εὐχόμενοι τήν κατά πάντα καί εἰς πάντα εὐόδωσιν αὐτοῦ. Διά τῶν ἁγίων εὐχῶν σας, χωροῦμεν στήν ἀνάπτυξιν τῆς ἀνατεθείσης σέ ἐμᾶς εἰσηγήσεως, ἐχούσης ὡς θέμα τούς πανενδόξους καί καλλινίκους Νεομάρτυρας.