σύναξις τῆς Ἁγίας κόνεως, τῆς ἐκπεμπομένης ἐκ τοῦ τάφου αὐτοῦ

Τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου (σύναξις τῆς Ἁγίας κόνεως, τῆς ἐκπεμπομένης ἐκ τοῦ τάφου αὐτοῦ)

Τῆ ὀγδόη τοῦ μηνός Μαΐου, Μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ, ἐπιστηθίου φίλου, ἠγαπημένου καί παρθένου, Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἤτοι, ἡ σύναξις τῆς Ἁγίας κόνεως, τῆς ἐκπεμπομένης ἐκ τοῦ τάφου αὐτοῦ, ἤγουν τό μάννα.

Ὁ Ευαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ ἀγαπημένος μαθητής τοῦ Κυρίου, εἶναι ἐκεῖνος πού ἔγραψε τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, τίς, τρεῖς Καθολικές ἐπιστολές καί τήν Ἀποκάλυψη. Ἡ σημερινή ἑορτή συνδέεται μέ τήν ἀνάδυση θαυματουργικῆς κόνεως ἀπό τόν τάφο τοῦ Εὐαγγελιστῆ, μέσω τῆς θαυματουργικῆς ἐπενέργειας τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, πού οἱ ντόπιοι τήν ἀποκαλοῦσαν “ἐπίγειο μάννα”.

Χαίρει σήμερα καί ἡ τῶν Σερρῶν Ἐκκλησία διότι τό ὄνομα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἀγαπημένου αὐτοῦ μαθητοῦ τοῦ Κυρίου φέρει καί ὁ Σεβ. Μητροπολίτης μας κ.κ. Θεολόγος, τοῦ ὁποίου εὐχόμαστε ταπεινῶς ὅπως ὁ Κύριος τοῦ χαρίζει πολλά ἔτη γιά μία μακρά καί καρποφόρο ποιμαντορία ἐπ’ ἀγαθῶ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας καί τῆς ἐν γένει Ἐκκλησίας.

«Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον καί μεσιτείαις ἀμετάθετον ἐλπίδα»

«Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον καί μεσιτείαις ἀμετάθετον ἐλπίδα»

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγου

«Θεοτόκος γάρ ὑπάρχεις, ἡ τόν Λόγον ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα· Θεοτόκος ὑπάρχεις ἡ τόν Θεόν Λόγον ἐν μορφῇ δούλου κυήσασα· Θεοτόκος ὑπάρχεις ὅτι Θεόν Λόγον δεξαμένη σαρκωθέντα ἔτεκες· Θεοτόκος ὑπάρχεις ἡ μόνη τοῦ μόνου μονογενῆ Υἱόν τοῦ Θεοῦ γεννήσασα· οὐ πρόσκαιρον Θεόν γεννήσασα, ἀλλ’ αἰώνιον τόν πρό σοῦ καί πάντων Θεόν, ἐκ σοῦ σαρκωθέντα». Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, PG 43, σ. 493).

Ἔνθεος πνευματικός ἑορτασμός ἐπιτελεῖται σέ ὅλους τούς ἱερούς Ναούς τῆς θεοσκεπάστου πατρίδος μας ἐπί τῇ ἱερᾷ μνήμῃ τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Συγκίνησις, πνευματική ἀνάτασις καί συνεορτασμός γῆς καί οὐρανοῦ, συνιστοῦν τά ἱερά συναισθήματα τῆς εὐλογημένης αὐτῆς ἡμέρας. Ἡ Παντάνασσα Θεοτόκος Μαρία μετά δόξης πολλῆς ἀνέρχεται εἰς τά ἄνω βασίλεια, δορυφορουμένη ὑπό πλήθους στρατιᾶς οὐρανίου, ὅπως ἐμπρέπει στήν Βασίλισσα τοῦ παντός. Χαίρονται καί ἀγάλλονται τῶν ἀγγέλων τά συστήματα ὑποδεχόμενα τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν Κυρία καί χαρά τους, αὐτήν ἡ ὁποία ἔζησε βίο ἀγγελικό. Χαίρεται καί ἀγάλλεται σήμερα καί τῶν ἀνθρώπων τό γένος, γιατί στόν οὐρανό ἀνέρχεται μετά δόξης πολλῆς σήμερον, ἡ «νέα Εὔα», ἡ εὐλογημένη ἀπαρχή τῆς «καινῆς κτίσεως».

Ἡ Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, Θεοτόκος, ἔγινε ὁ ἔμψυχος θρόνος πού ἐβάσταξε σωματικῶς τόν Παμβασιλέα Χριστό καί ἐχώρησε μέ τήν δύναμιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος στούς κόλπους Της τόν ἀχώρητον παντί. Ἡ πανακήρατη ὕπαρξή Της ἔγινε τό ἱερό ἐργαστήριο τῆς ἑνώσεώς μας μέ τόν Κύριο. Στό πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ οἱ ἄνθρωποι «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», τόν λυτρωτήν καί Σωτῆρα. Στό πρόσωπο τῆς Παναγίας Μητέρας Του ὅμως, εὑρήκαμε τήν αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν καί κυρίως τήν φιλόστοργη μητέρα. Μέ τήν δική της ἐλεύθερη ὑπακοή στήν κλήση καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πραγματοποιήθηκε τό φιλάνθρωπο σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία μας. Ἐκείνη εὑρισκομένη ἀνάμεσα στόν Θεό καί σ’ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, τόν μέν Θεό κατέστησε υἱό ἀνθρώπου, τούς δέ ἀνθρώπους κατά χάριν υἱούς τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Παρθένος Μαρία ἀναδείχθηκε ὁ ὁλόφωτος ναός τῆς θείας δόξης καί ὁ λογικός παράδεισος. Ὁ Θεός Λόγος ἐπέβλεψε στήν ἔκπαγλη ὡραιότητα τῆς ψυχῆς Της καί δανείσθηκε ἐκ τῶν τιμίων αἱμάτων Της τήν ἀνθρωπίνη φύση, τήν ὁποία καί ἐθέωσε στήν θεανδρική Του ὑπόσταση. Ἕνεκα αὐτῆς τῆς θείας διακονίας Της ἡ Παναγία καλεῖται μεσίτρια τοῦ κόσμου πρός τόν Θεό. Τιμᾶται ἀπό ὅλον τόν Ὀρθόδοξον λαόν Της γιά τήν ἀξεπέραστη ἁγιότητά Της. Ὑμνεῖται ὡς πρότυπο καί ὑπόδειγμα πίστεως, εὐλαβείας καί καθαρότητος, ἐπειδή ἐλευθέρως ταύτισε τό θέλημά Της μέ τό πανάγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δικαίως, λοιπόν, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ μελωδός στόν ἑόρτιο κανόνα του πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τήν ἐγκωμιάζει ὡς ζωαρχική πηγή, βλυστάνουσα τή ζωήν.

Ἀπόδειξη αὐτοῦ τοῦ μοναδικοῦ Της προνομίου ἀποτελεῖ τόσον ἡ ζωή ὅσον καί ἡ πάνσεπτος Κοίμησή Της. Δέν ἀξιώθηκε ἡ Παναγία μας νά γίνει μόνο ἡ ἀληθής μητέρα τῆς Αὐτοζωῆς, τοῦ Κυρίου μας δηλαδή Ἰησοῦ Χριστοῦ μας, ἀλλά ἀξιώθηκε νά παραμένει καί ἡ ἴδια «καί μετά θάνατον ζῶσα». Ἐκείνη ἀποτελεῖ τό ἀδιάψευστο τεκμήριο τῆς ἀληθείας, τῆς δυνάμεως, τῆς σοφίας, τῆς ἀγάπης, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ θάνατός Της, ἡ μετά τήν πτῶσι τῶν προπατόρων μας κοινή κληρονομία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὀνομάζεται «ἀθάνατος Κοίμησις».

Εἶναι ἕνας θάνατος ζωηφόρος γιατί τήν μεταβιβάζει σέ ἀθάνατη καί οὐράνια ζωή. Ἐκείνη πρώτη, ἡ Παναγία μας, μεταξύ τῶν ἀνθρωπίνων πλασμάτων ἔφθασε μέ τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τόν προσωπικό Της ἀγώνα στήν θεοκοινωνία. Αὐτή, τήν κατά χάριν δυνατότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως νά γεννᾶ τόν Θεόν φανερώνει κυρίως μέσα ἀπό τήν ζωή Της ἀλλά καί τήν ἀθάνατη Κοίμησή Της ἡ Θεοτόκος στόν κόσμο, λογικό καί αἰσθητό.

Στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος δέν ὑπῆρξε ποτέ οὔτε μία στιγμή κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀναζητᾶ τή χαρά τῆς ζωῆς καί τήν ἀπαλλαγή του ἀπό τήν ὑπαρξιακή ἀγωνία καί τή ὀντολογική λύπη τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Ἀμέριστες σ’ αὐτόν τόν ἀγώνα εἶναι ἡ συμπαράσταση καί ἡ στοργή τῆς Παναγίας Μητέρας μας πρός τόν ἀγωνιῶντα, πονεμένο καί πληγωμένο ἄνθρωπο, πού προστρέχει στήν προστασία καί βοήθειά Της. Μέσα ἀπό τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ὑποδεικνύει τόν τρόπο γιά νά ζήσουμε πραγματικά. Προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας τήν θεόπαιδα Μαρία, τήν μητέρα τοῦ ἐλέους, τήν ἁγιωτέρα πάσης τῆς κτίσεως, ὡς φωτεινό ὁρόσημο καί πρότυπο καί τῆς ἰδικῆς μας ζωῆς.

Ἐκείνη μᾶς ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στόν Υἱό καί Θεό της, τόν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν, πού μᾶς ἐλευθερώνει γιά πάντα ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, μᾶς θεραπεύει, μᾶς φωτίζει, μᾶς ἑνώνει μαζί Του. Ἄς μήν ἀπομακρυνόμεθα ποτέ ἀπό κοντά Της! Ἄς ἐμπιστευόμεθα τήν ζωή μας στή μητρική Της προστασία! Ἄς τήν τιμοῦμε μέ ἔργα καί λόγους θεοσεβείας καί ἀγάπης! Ἄς τήν παρακαλοῦμε νά μεσιτεύει πάντοτε στόν θεῖον Υἱό Της γιά τή σωτηρία μας! Ἄς τήν ἱκετεύσουμε, τέλος, αὐτές τίς δύσκολες γιά τόν τόπο μας ὥρες νά σκεπάσει προστατευτικῶς τόν λαόν καί τήν πατρίδα μας.

Ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε στό Ἰατρικό Συμπόσιο

Ὁμιλία πού ἐκφωνήθηκε στό Ἰατρικό Συμπόσιο πού πραγματοποιηθήκε στό Γενικό Νοσοκομεῖο Σερρῶν στίς 17 Μαρτίου 2010 μέ θέμα τήν μεταμόσχευση ἥπατος.

Διακεκριμένοι ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως,
Ἐλλογιμώτατοι κ. Καθηγητές,
Ἀγαπητοί λειτουργοί τῆς ἱατρικῆς ἐπιστήμης,

Ἀγαπητοί κ. Σύνεδροι,

Μέ ἰδιαίτερη χαρά χαιρετίζουμε τό παρόν Ἰατρικό Συμπόσιον μέ θέμα «Μεταμόσχευση ἥπατος, ἀπό τό μῦθο στήν πραγματικότητα», τό ὁποῖον διοργανώνεται ἀπό τήν Γαστρεντερολογική Κλινική τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Σερρῶν καί εὐχόμεθα ἀπό καρδίας κάθε ἐπιτυχία καί τήν ἐξ ὕψους εὐλογίαν στούς τε διοργανωτές, ἰδιαιτέρως δέ στόν κ. Φραντζῆ Χατζηχρῆστο, Διευθυντή τῆς Γαστρεντερολογικῆς Κλινικῆς, ὁ ὁποῖος φιλοτίμως ἀνέλαβε τήν εὐθύνη τῆς ἐπιτυχούς διοργανώσεως τοῦ ἐν λόγῳ συμποσίου, καί στούς ἐκλεκτούς συ­νέδρους, τούς ὁποίους ἐγκαρδίως καλωσορίζουμε στήν πόλη μας.

Πρίν εἰσέλθω στήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματος πού εἴχατε τήν καλωσύνη νά προτείνετε στήν ἐλαχιστότητά μου, καί πού ἀφορᾶ στήν θέση τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν μεταμοσχεύσεων, ἐπιθυμῶ ἐκ προοιμίου ἀφοῦ σᾶς εὐχαριστήσω, ἀκολούθως νά σᾶς διαβεβαιώσω περί τῆς ἀγάπης καί τῆς τιμῆς, μετά τῶν ὁποίων ἡ Ἐκκλησία σᾶς περιβάλλει, καθώς καί περί τῶν προσευχῶν μέ τίς ὁποίες σᾶς συνοδεύουμε στήν ἄσκηση τοῦ ἱεροῦ λειτουργήματός σας.

Ὁ φιλάνθρωπος Θεός ἔδωσε τήν ἐπιστήμη καί τήν σοφία, στούς λειτουργούς τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης γιά τήν ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρωπίνου πόνου. «Ἐδόθη σοφία καί ἐπιστήμη ἐν αὐτοῖς συνιέναι ποιεῖν πάντα τά ἔργα» (Ἔξοδος, 36,1) καί «Τίμα ἰατρόν πρός τάς χρείας αὐτοῦ καί γάρ αὐτόν ἔκτισεν ὁ Κύριος» (Σοφ. Σειράχ, 38,1) λέγει τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν Ἁγία Γραφή. Τά ἐλπιδοφόρα ἐπιτεύγματα τῆς ἱατρικῆς ἐπιστήμης παρηγοροῦν τόν ἄνθρωπο στήν ἀντιμετώπιση τῆς νόσου, πού ὡς γεγονός ἀποτελεῖ μεταπτωτικό φαινόμενο. Ὡστόσο ὀφείλουμε νά διαχειριζόμεθα τήν ὑγεία μας μέ σύνεση, σεβασμό καί σοφία ὡς δῶρο πολύτιμο τοῦ Θεοῦ καί νά προστατεύουμε τήν ὕπαρξή μας ἀλλά καί τό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο ζοῦμε ἀπό καταχρήσεις καί ὑπερβολές.

Ἀλλ’ ἄς εἰσέλθουμε τώρα στήν διαπραγματεύση τοῦ θέματός μας.

Οἱ μεταμοσχεύσεις βιολογικῶν οὐσιῶν ὡς π.χ. τό αἷμα καί τά παράγωγά του καί κυρίως ὀργάνων ἀνθρώπινης προέλευσης εἶναι ἀσφαλῶς ἀπό τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα στήν ἱστορία τῆς Ἰατρικῆς. Χιλιάδες ἄνθρωποι ἔχουν ξαναδῆ τό φῶς μετά ἀπό μεταμόσχευση κερατοειδοῦς χιτῶνος καί πολλοί ἄλλοι ἔχουν ἀποφύγει τό θάνατο χάρις στή μεταμόσχευση νεφρῶν ἤ καί ἤπατος. Παράλληλα ἔχει σημειωθῆ σημαντική πρόοδος καί στή μεταμόσχευση καρδιᾶς, ἐνῶ γίνονται σοβαρές προσπάθειες γιά τήν ἐπέκταση τῆς μεθόδου αὐτῆς καί σέ ἄλλα ὄργανα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ἡ μεγάλη ὅμως πρόοδος πού ἔχει σημειωθῆ στόν τομέα αὐτόν τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καί ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη πού ἀναμένεται σύν Θεῷ νά σημειωθῆ στό μέλλον, ἐπιβάλλουν τήν ἀπό πάσης πλευρᾶς ὁριοθέτηση τῆς διαδικασίας, ὥστε νά ἀποτραποῦν καταχρήσεις της καί νά παραμείνει, μία εὐεργετική γιά τόν ἄνθρωπο ἐξέλιξη. Τό θέμα, ἐκτός ἀπό τήν ἰατρική καί νομική του ὄψη, ἔχει ἀσφαλῶς καί τήν ἠθική του διάσταση, γι’ αὐτό καί ἐπιχειροῦμε μιά θεώρηση του ἀπό αὐτή τήν τελευταία, μέ βάση πάντοτε τή χριστιανική τοῦ Εὐαγγελίου διδασκαλία.

Ὁμιλῶ σέ εἰδικούς ἐπιστήμονες, γι’ αὐτό καί δέν χρειάζεται, νά ἀναφερθῶ ἐν ἐκτάσει στίς πειραματικές ἀρχικά, καί ὕστερα ἀπό τήν ἐπιτυχία τους, καθιερωμένες πιά σέ μεγάλο βαθμό ἀντικαταστάσεις ἀνθρώπινων ὀργάνων πού πάσχουν, μέ ἄλλα πού εἶναι ὑγιῆ, οὔτε στίς ὠφέλειες πού προσδοκῶνται ἀπό τήν τελειοποίηση τῶν μεθόδων πού σήμερα χρησιμοποιοῦνται. Εἶναι φυσικό πώς ἄν ἀντιμετωπισθοῦν ἡ ἄγνοια καί ἡ προκατάληψη τῶν πολλῶν πάνω στό θέμα καί ἐνθαρρυνθοῦν κατάλληλα οἱ ὑποψήφιοι δότες, οἱ μεταμοσχεύσεις θά λύσουν μιά σειρά ἀπό περίπλοκα προβλήματα καί θά χαρίσουν σέ «καταδικασμένους» ἀνθρώπους τή χαρά τῆς ζωῆς. Ὡστόσο δέν λείπουν καί ἐκεῖνοι πού στέκονται ἀρνητικά ἤ καί μέ ἰσχυρές ἐπιφυλάξεις ἐμπρός στίς μεταμοσχεύσεις, γεγονός πού δείχνει ὅτι δέν ἔχει ἴσως ἐξαντληθῆ ὁ προβληματισμός πού συνδέεται μέ τίς ὅποιες διαστάσεις τοῦ ζητήματος. Καί ἱκανός τέτοιος προβληματισμός συνδέεται μέ τήν ἠθική καί θρησκευτική πλευρά του.

Πρέπει ἀπό τήν ἀρχή νά τονίσουμε ὅτι ἡ χριστιανική ἠθική δέν προσφέρει ἕναν σαφῶς ὀριζόμενο κώδικα ἠθικῆς, πολύ δε περισσότερο ἕναν κώδικα ἰατρικῆς δεοντολογίας, προσφέρει ὅμως ἠθικά κριτήρια ἀξιολόγησηςτῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου. Σέ σχέση μέ τίς μεταμοσχεύσεις δύο εἶναι τά θεμελιώδη ἠθικά κριτήρια πού χαράζουν τήν πορεία πλεύσεώς μας. Τό ἕνα εἶναι ἡ ἀνεπανάληπτη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει μοναδική ἀξία, καί τό δεύτερο εἶναι ἡ χωρίς ὅρους καί ὅρια ἀγάπη πρός τόν πλησίον, πού φθάνει μέχρι καί τῆς ἀγάπης αὐτοῦ τοῦ ἐχθροῦ. Ἡ ἀγάπη βέβαια αὐτή δέν εἶναι ἕνας κοινωνικός ἀλτρουϊσμός, ἀλλά ἐκπορεύεται καί ἐμπνέεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, πού ἔφθασε στό σημεῖο νά στείλει στή γῆ τόν Υἱό του γιά νά θυσιασθῆ ὑπέρ τῶν φίλων του. «Μείζονα ταύτης ἀγάπης οὐδείς ἔχει ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ».

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι παλαιότερα ὁρισμένοι θεολόγοι ἀντιμετώπισαν τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων μέ κάποια ἐπιφύλαξη στηριζόμενοι μόνο στήν πρώτη ἀρχή, στό πρῶτο κριτήριο. Γι’ αὐτό καί ἀντιμετώπιζαν τήν μεταμόσχευση τουλάχιστον στίς περιπτώσεις ζωντανῶν δοτῶν σάν αὐτοακρωτηριασμό, πρᾶγμα πού φαινόταν νά ἀντίκειται στήν ἠθική. Σ’ αὐτή τήν προσέγγιση ἐπίστευαν ὅτι τούς διευκόλυναν οἱ Ἱεροί Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως οἱ ΚΑ, ΚΓ καί ΚΔ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων πού τιμωροῦν μέ ἀφορισμό τόν λαϊκό πού αὐτοακρωτηριάζεται, τόν ἐμποδίζουν δέ ἀπό τοῦ νά γίνει κληρικός, καί ἄν εἶναι κληρικός τόν τιμωροῦν μέ καθαίρεση. Δικαιολογῶντας οἱ Κανόνες τίς αὐστηρές κυρώσεις ὑπογραμμίζουν: «Αὐτοφονευτής γάρ ἐστιν ἑαυτοῦ καί τῆς τοῦ Θεοῦ δημιουργίας ἐχθρός». Τά ἴδια περίπου προβλέπουν καί ἄλλοι Ἱεροί Κανόνες, ὅπως ὁ Λ’ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς καί ὁ Η’ τῆς Πρωτοδευτέρας. Ἡ ἑρμηνεία τους ὅμως ἦταν ὑποκειμενική καί σαφῶς μονομερής.

Ἀπό τήν ὀρθή ὅμως ἑρμηνεία τῶν Κανόνων αὐτῶν συμπεραίνουμε ὅτι ὁ ἀκρωτηριασμός γιά τόν ὁποῖο γίνεται λόγος παραπάνω εἶναι ὁ εὐνουχισμός πού ὡρισμένοι ζηλωτές χριστιανοί τῶν πρώτων αἰώνων ἐπιχειροῦσαν σάν μέσο γιά κατάκτηση τῆς ἠθικῆς καθαρότητος καί τελειότητος. Ἡ Ἐκκλησία, καί ὀρθῶς, ἀντιτάχθηκε μέ σφοδρότητα στήν ἐσφαλμένη αὐτή ἀντίληψη πού συνιστοῦσε οὐσιαστικά ἀναίρεση τῆς δημιουργίας καί τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, τήν ἐθεώρησε δέ βαρειά κάκωση τοῦ σώματος, πού εἶναι ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀξίζει δέ νά σημειωθῆ ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες πού ἀναφέραμε, ἐνῶ τιμωροῦν τόν ἀκρωτηριασμό αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἀφήνουν ἀτιμώρητη τήν ἴδια πράξη ὅταν αὐτή γίνεται γιά λόγους ὑγείας ἤ μέ χρήση βίας χωρίς τή θέληση τοῦ παθόντος. Σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ ἑρμηνευτής Ζωναρᾶς στόν Η’ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου: «Εἰ δέ τις περιπέση νοσήματι, ἐξ οὗ βιάζεται ἐκμηθῆναι, τότε ἀφίησιν αὐτόν καί οὔτε τούς χειρουργοῦντας, οὔτε τούς ἐπιτάσσοντας κολάζει. Οὐ γάρ ὕβρις τοῦ πλάστου τοῦτό ἐστιν, οὐ μήν ἐπιβουλή τοῦ πλάσματος, ἀλλά νόσου θεραπεία».

Ἀπό τήν ἑρμηνεία αὐτή προκύπτουν οἱ ἑξῆς σκέψεις: Κατ’ ἀρχήν ἡ Ἐκκλησία ἀντιτάσσεται σέ κάθε περίπτωση αὐτοακρωτηριασμοῦ πού ἐνέχει στοιχεῖον ὕβρεως πρός τόν Δημιουργό καί πρόερχεται ἀπό λόγους κακῶς νοουμένου ἀσκητισμοῦ. Διασταλτική ἑρμηνεία τῆς ἀπαγορεύσεως δέν εὐσταθεῖ καί εἶναι προφανής ὁ λόγος. Οἱ κυρώσεις δέν μποροῦν νά ἐφαρμοσθοῦν ἀνάλογα γιά ἄλλες περιπτώσεις. Ὁ λόγος τῆς αὐστηρότητος τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλεται στό ὅτι, ὅπως ἐλέχθη ἤδη, ἡ συγκεκριμένη πρακτική συνιστᾶ προσβολή κατά τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπλασε τόν σύνολο ἄνθρωπο. Ἡ ἐκτομή εἶναι ἐμπρακτη ἀποδοκιμασία τοῦ δημιουργοῦ, δηλαδή ἀσέβεια. Ἔχει δηλαδή τό νόημα τῆς διορθώσεως ἑνός ὑποτιθέμενου λάθους τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως προκειμένου περί τῶν μεταμοσχεύσεων τό πρᾶγμα διαφέρει οὐσιωδῶς. Ἡ ἐκούσια ἐδῶ προσφορά ἑνός ἤ περισσοτέρων ὀργάνων δέν γίνεται ἀπό ἀσέβεια πρός τόν Θεό. Οὔτε διότι τό ὑπό ἀφαίρεση ὄργανο κρίνεται περιττό ἤ ἐπιβλαβές γιά τήν ἠθική συγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίθετα ἀναγνωρίζεται ἡ πολυτιμότητα καί ἡ μοναδικότητά του. Ἐπειδή δέν μπορεῖ, ἐπί τοῦ παρόντος τουλάχιστον, ὁ ἄνθρωπος νά δημιουργήσει τέτοια ὄργανα καί νά ὑποκαταστήσει τήν φύση γι’ αὐτό καί ἀναγκάζεται νά χρησιμοποιήσει τά ὑπό τοῦ Θεοῦ δοσμένα, ὠθούμενος ἀπό ἕνα φίλτρο ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Εἶναι ἑπομένως σαφές ὅτι δέν βλάπτει σέ τίποτε τήν περίπτωση πού ἐξετάζουμε ἡ ἐπίκληση τῶν κανονικῶν ἀπαγορεύσεων πού ἀναφέραμε.

Μέ βάση τά ἀνωτέρω ἡ Ἐκκλησία μας προσεγγίζει τήν ὑπόθεση τῶν μεταμοσχεύσεων ὄχι ἀποκλειστικά καί μόνον σέ σχέση μέ τόν δότη, ἀλλά καί σέ σχέση μέ τόν δέκτη καί μέ τίς εὐεργετικές συνέπειες πού θά ἔχει αὐτή γιά τή ζωή του. Ἔτσι δέν θεωρεῖται ἡ μεταμόσχευση ὡς ἀκρωτηριασμός πού ἠθικά ἀπαγορεύεται, ἀλλά ὡς πράξη ἀγάπης πού ἐγγίζει τήν αὐτοθυσία. Ἡ θεώρηση αὐτή συμπληρώνεται καί ἀπό τήν ἀνάγκη ἡ πράξη τοῦ δότη νά εἶναι καρπός ἐλεύθερης καί ἐνσυνείδητης ἐπιλογῆς. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ πράξη του δέν θά πρέπει νά εἶναι ἀποτέλεσμα οἱουδήποτε ἐξαναγκασμοῦ ἤ ἄγνοιας, ἀλλά προϊόν ἐλευθέρας ἀπόφασης πού νά στηρίζεται σέ ἐπίγνωση τῶν συνεπειῶν της. Κάτι τέτοιο βέβαια προϋποθέτει ὅτι καί ὁ γιατρός βλέπει τόν ἄνθρωπο ὡς ἄνθρωπο καί σέ ἀναφορά μέ ὅλες τίς σχέσεις καί τίς ὑποχρεώσεις του καί ὄχι μόνον βιολογικά καί ἐπιστημονικά. Ὁ γιατρός ἔχει χρέος νά ἐξηγήσει στόν δότη ὅλες τίς συνέπειες πού θά ἔχει ἡ προσφορά του τόσο γιά τόν ἴδιο, ὅσο ἵσως καί γιά τήν οἰκογένειά του. Παράλληλα καί ὁ δέκτης ἔχει ὑποχρέωση, ἐφ’ ὅσον βρίσκεται σέ κατάσταση αὐτοσυνειδησίας,νά σταθμίσει καί ἐκεῖνος, ἐάν θά πρέπει νά δεχθῆ τήν προσφορά, ὅσο ἐκούσια καί ἄν εἶναι καί αὐθόρμητη. Ὁ ἰατρός ἔχει ἐδῶ τήν ὑποχρέωση νά βοηθήσει μέ τίς εἰδικές γνώσεις του τόσο τόν δότη ὅσο καί τόν δέκτη στό νά πάρουν τήν ἀπόφασή τους μέ εὐθύνη καί συνείδηση.

Μερικοί ἀμφιβάλλουν στό ἐάν εἶναι ἤ δέν εἶναι ἀσεβής ἡ ἐπέμβαση πού ἐπιχειρεῖται μέ τίς μεταμοσχεύσεις στά σχέδια τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Τό ἐπιχείρημα εἶναι σχολαστικό καί ἀνόητο. Ὁ Θεός ἐπροίκισε τόν ἄνθρωπο μέ νοῦν καί θέληση, ὥστε νά ἀντιμετωπίζει ὑπεύθυνα κάθε πρόβλημα στή ζωή του. Ὁ ἴδιος ἔδωσε τούς γιατρούς καί τήν ἐπιστήμη πρός ἀνακούφισι τῶν πασχόντων. Δέν εἶναι ἐπέμβαση στή βουλή τοῦ Θεοῦ ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καί ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἀρρώστια ἤ τόν θάνατο. Εἶναι, ἀντιθέτως, μέσα στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἡ ἀνάπτυξη πρωτοβουλιῶν ἀπό τόν ἄνθρωπο καί ἡ ἀξιοποίηση τῶν δυνάμεων μέ τίς ὁποῖες τόν ἐφοδιάσε ὁ Δημιουργός του. Τό ὅτι ἔτσι ἔχει ἡ ἄλήθεια μπορεῖ νά ἀποδειχθῆ καί ἀπό ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολήν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού ὅσο κί ἄν ἔχει συμβολικό χαρακτῆρα, εἶναι ὡστόσο σέ στενή σχέση μέ τήν οὐσία τοῦ θέματός μας: «Μαρτυρῶ γάρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατόν τούς ὀφθαλμούς ὑμῶν ἐξορύξαντες ἄν ἐδώκατέ μοι» (Γαλ. 4, 15).

Ὅπως εἶναι γνωστόν ὁ Παῦλος ὑπέφερε ἀπό μία σπάνια νόσο τῶν ὀφθαλμῶν, πού δέν τήν κατονομάζει. Ἔχοντας λοιπόν αὐτό κατά νοῦν ὁ Ἀπόστολος, καί γνωρίζοντας τήν ἀγάπη πού ἔτρεφαν σ’ αὐτόν οἱ Γαλάτες τούς γράφει: «Δίνω μαρτυρία ἐγώ γιά σᾶς ὅτι ἄν σᾶς ζητοῦσα νά μοῦ προσφέρετε τά μάτια σας γιά νά τά χρησιμοποιήσω ἐγώ, θά μοῦ τά προσφέρατε». Στήν ἐποχή τοῦ Παύλου δέν γινόταν ἀσφαλῶς μεταμοσχεύσεις, ἀλλά μποροῦμε νά ὑποθέσουμε πώς ἄν ἐγίνονταν τότε ὁ Ἀπόστολος θά ἐτάσσονταν ὑπέρ, κρίνοντας αὐτές ὡς ἔκφραση καί ἀπόδειξη ἀγάπης ἡ ὁποία «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (α’Κορ. 13, 5). Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος διδάσκει ὅτι ὅλοι οἱ χριστιανοί εἴμαστε «ἀλλήλων μέλη» καί ὅταν μᾶς προτρέπει «διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε εἰς ἀλλήλους» καί ὅταν ἡ προσφορά τῆς ζωῆς μας ὁλόκληρης στό βωμό τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος καταξιώνεται καί δικαιώνεται, τότε πῶς θά ἀρνηθοῦμε μία πράξη τόσο εὐγενική καί ἀνιδιοτελῆ, γιά νά σωθῆ ἕνας συνάνθρωπός μας;

Τό πρόβλημα τῶν μεταμοσχεύσεων γίνεται ἰδιαίτερα δύσκολο ὅταν τά ὄργανα πού προορίζονται γιά μεταμόσχευση ἀφαιροῦνται ἀπό μόλις τελευτήσαντες ἀνθρώπους. Καί αὐτή εἶναι ἡ συνηθέστερη ἴσως περίπτωση. Ἐδῶ ἡ ἀφαίρεση πρέπει νά γίνει σέ σύντομο χρονικό διάστημα καί ἡ ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ταχύτητος ὁδηγεῖ πολλές φορές στόν κίνδυνο καταχρήσεων. Ὑπάρχουν μερικά δύσκολα ἐρωτήματα πού συνάπτονται μέ τήν ἀφαίρεση αὐτή: πότε ἐπέρχεται ὁ θάνατος; Πῶς μπορεῖ κανείς νά εἶναι βέ­βαιος ὅτι στήν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή ὁ δότης εἶναι πραγματικά νεκρός; Πῶς ἐξασφαλίζεται ἡ συναίνεσή του γιά τήν ἀφαίρεση τῶν ὀργάνων του; Στό κρίσιμο ἐρώτημα πότε πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος ἡ ἐπιστήμη προσπαθεῖ ἀ­κόμα καί μέσα ἀπό παλινωδίες νά δώσει τήν ἀπάντησή της. Δέν χωρεῖ ἀμ­φιβολία ὅτι ἡ διαγνωστική μέθοδος τῆς ἐπελεύσεως τοῦ θανάτου ἀνήκει ἀποκλειστικῶς στήν ἰατρική ἐπιστήμη. Ὡστόσο στό χῶρο τῆς ἰατρικῆς ἔχουν ἐγερθῆ σοβαρές ἀμφιβολίες ἄν ἡ ἠλεκτροεγκεφαλική σιγή εἶναι ἀπόλυτα ἀσφαλές κριτήριο διαπιστώσεως τοῦ θανάτου. Ὑπῆρξαν περιπτώσεις πού ἡ σιγή αὐτή δέν ἐσήμαινε καί θάνατο. Ἐπιστήμονες σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο ἐπισημαίνουν ὅτι ἡ διαπίστωση τοῦ θανάτου πρέπει νά γίνεται ἀπό ὁμάδα γιατρῶν, πού νά εἶναι διαφορετικοί ἀπό ἐκείνους πού θά κά­νουν τή μεταμόσχευση. Ἐξάλλου καί τό γεγονός τῆς μεταμοσχεύσεως ἀπαιτεῖ συλλογικότητα καί συνεργασία πολλῶν ἰατρικῶν εἰδικοτήτων. Εὔχομαι ἡ ἰατρική νά μᾶς προσφέρει μέ ἀσφάλεια τή χαρά τῆς ἄδολης, νόμιμης καί ἠθικῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἀνθρωπίνων ὀργάνων γιά τή σωτηρία πασχόντων. Ἡ Ἐκκλησία, κατ’ ἀρχήν δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά προσχωρήσει σέ καθαρά χρησιμοθηρικές ἀντιλήψεις ἔστω καί ἄν εἶναι εὐγενές τό κίνητρό τους. Καί δέν πρόκειται μόνον γιά τό πρόβλημα τοῦ θανάτου σέ σχέση μέ τίς μεταμοσχεύσεις. Εἶναι μία ὁλόκληρη σειρά καί ἀπό ἄλλα προβλήματα τοῦ χώρου αὐτοῦ, πού δύνανται νά ὁδηγήσουν σέ σαφῆ παραβίαση ἠθικῶν κανόνων, χάριν τῆς ἐπιτυχίας τῶν μεταμοσχεύσεων. Τό πρόβλημα τῆς στιγμῆς τῆς ἐπελεύσεως τοῦ θανάτου ἐλπίζομεν ὅτι θά διαφωτισθεῖ πλήρως καί θά ξεπερασθοῦν τά ἠθικά ἐμπόδια πού σήμερα ὀρθοῦνται ἐμπρός στίς μεταμοσχεύσεις. Ἡ ἐξελικτική πορεία πού γνώρισε μέχρι τώρα ἡ διαδικασία τῆς διαπίστωσης τοῦ θανάτου πείθει ὅτι τά ὅποια βήματα πού ὑπολείπονται μέχρι τῆς στιγμῆς πού θά ἐπιλυθοῦν ὅλα τά ἠθικά προβλήματα πού συνδέονται μέ αὐτήν δέν θά ἀργήσει ἡ ἐπιστήμη, μέ τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ, νά τά πραγματοποιήσει. Τότε ὅλοι θά εἴμεθα πιό σίγουροι καί θά ἀντικρύζουμε τίς μεταμοσχεύσεις μέ μεγάλη ἐμπιστοσύνη, συμμετέχοντας στή χαρά ἐκείνων πού θά ἀπολαμβάνουν τήν ζωή των μέ τά ὄργανα τῶν συναθρώπων τους. Ἀλλά καί οἱ ἴδιοι οἱ γιατροί, πού τελικά δέν θά παύσουν νά ἔχουν τήν κύρια εὐθύνη γιά ὅτι συμβαίνει στήν ὅλη διαδικασία τῶν μεταμοσχεύσεων, θά νοιώθουν δικαιωμένοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τῆς συνειδήσεώς των, γιατί δέν θά εἶναι ὑποχρεωμένοι, νά ἀντιμετωπίζουν, προκειμένου νά βοηθήσουν τή ζωή τῶν συνανθρώπων τους τό ἐνδεχόμενο νά ἀφαιροῦν πρίν τήν ὥρα της τή ζωή κάποιων ἄλλων, μέ ὅλο τό ἠθικό κόστος πού μιά τέτοια πιθανότητα συνεπάγεται γιά τή συνείδηση καί γιά τήν ψυχή τους.

Ἕνα ἄλλο θέμα ἀναφορικῶς πρός τήν ὑπόθεση τῶν μεταμοσχεύσεων συνδέεται μέ τήν ἱερότητα τοῦ νεκροῦ καί τή δυσκολία πραγματοποιήσεως ἐπί τοῦ νεκροῦ σώματός οἱασδήποτε ἐπεμβάσεως πού εἶναι ἐνδεχόμενο νά ἐκληφθῆ ὡς ἀσέβεια. Ὁ σεβασμός πρός τό νεκρό στηρίζεται καί στίς θρησκευτικές πεποιθήσεις τοῦ περιβάλλοντος ἤ καί τοῦ ἴδιου τοῦ νεκροῦ. Γι’ αὐτό σέ κάθε τέτοια περίπτωση ἐπιβάλλεται νά προϋπάρχει ἡ συναίνεση δοσμένη ἀπό πρίν. Εἶναι θέμα ἐάν τήν ἔλλειψη αὐτῆς τῆς συναίνεσης μποροῦν νά ὑποκαταστήσουν οἱ συγγενεῖς του. Ἐπίσης πρόβλημα γεννᾶται ἀπό τή βιομηχανοποίηση τῶν μεταμοσχεύσεων. Ἄν π.χ. μία τράπεζα ὀργάνων διαθέτει λιγότερα ὄργανα ἀπό τίς ἀνάγκες πού ὑπάρχουν, μέ ποιά κριτήρια θά προτιμηθοῦν οἱ δέκτες; Πῶς θά ἀποφευχθοῦν ἐνδεχόμενες ἐγκληματικές ἐνέργειες σάν αὐτές πού κατά καιρούς γράφονται στίς ἐφημερίδες γιά σπεῖρες, πού μεταφέρουν μικρά παιδιά ἀπό τίς ἀσιαστικές κυρίως χῶρες μέ σκοπό τήν χρησιμοποίηση ὀργάνων τους γιά μεταμοσχεύσεις σέ πλούσια ἄτομα πού πληρώνουν ὅσα-ὅσα γιά νά ἐξασφαλίσουν ἕνα δότην ἔστω καί ἀκούσιον; Τεράστια προβλημάτα γιά τήν ἐπίλυση τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται ὑπευθυνότης, σύνεση καί ἠθική συγκρότηση. Ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός ἔχει ὁριοθετήσει τίς βασικές ἀρχές πού πρέπει νά διέπουν τήν προσφορά ὀργάνων γιά μεταμοσχεύσεις. Ὅταν ὁ δωρητής ζῆ, ἡ ἀφαίρεση ὀργάνου του ἐπιτρέπεται μόνο στά δίδυμα ὄργανα (νεφρό, μάτι, κ.λπ) καί μέ τήν προϋπόθεση ὅτι τό ἄλλο εἶναι ὑγιές καί θά συνεχίσει τή φυσιολογική του λειτουργία. Ἐπίσης ὅταν ὑπάρχει πραγματική καί σοβαρή ἀνάγκη καί ἡ μεταμόσχευση εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος γιά τήν ἀντιμετώπισή της, καθώς καί ὅταν ὑπάρχει σοβα­ρή καί βάσιμη πιθανότητα γιά τήν ἐπιτυχία τῆς μεταμόσχευσης. Ὅταν ὁ δωρητής εἶναι νεκρός ἡ προσφορά ὀργάνου του πρέπει νά γίνεται ὑπό τίς ἑξῆς προϋποθέσεις: Νά ὑπάρχει γραπτή συναίνεση πρίν τό θάνατο, νά ἐξασφαλίζεται ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρώπινου σώματος ὡς ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νά ἐξασφαλίζεται ἡ ἀποφυγή κάθε εἴδους ἐκμετάλλευσης καί νά ἀποφεύγεται ἔστω καί ὁ πιθανός κίνδυνος εὐθανασίας διότι δέν εἶναι θεμιτό καί ἠθικό νά ὑπερασπίζεται ἡ ζωή τοῦ ἑνός μέ τήν ἐξασθένηση ἤ τήν ἀφαίρεση τῆς ζωῆς τοῦ ἄλλου. Τέλος τονίζονται δύο ἀκόμη βασικές ἀρχές: α) Τό δικαίωμα στή ζωή καί τό δικαίωμα στή σωματική ἀκεραιό­τητα δέν ἔχουν τήν ἴδια προτεραιότητα. Προηγεῖται τό δικαίωμα στή ζωή καί β) Οἱ μεταμοσχεύσεις ὡρισμένων ὀργάνων πού μποροῦν νά ἀλλοιώσουν τήν ψυχική ἤ βιολογική ὑπόσταση τοῦ προσώπου δέν ἐπιτρέπονται. Πρός αὐτές τίς θέσεις σέ γενικές γραμμές συνευδοκεῖ καί ἡ ἁγία Ὀρθό­δοξος Ἐκκλησία.

Κλείνοντας τήν παράθεση τῶν σκέψεών μας περί τῶν μεταμοσχεύσεων παρατηροῦμε συμπερασματικῶς τά ἑξῆς:

1. Ἡ χριστιανική ἠθική δέν ἀρνεῖται τίς μεταμοσχεύσεις, μᾶλλον τίς θεωρεῖ ὡς ἐκδήλωση ἀγάπης πρός τόν πάσχοντα συνάνθρωπο καί γι’ αὐτό τίς ἐνθαρρύνει διά τῆς ἐγκρίσεως καί εὐλογίας της.

2. Ἡ ἀφαίρεση ὀργάνου ἤ ὀργάνων ἀπό τόν δότη ἐπιβάλλεται νά γίνεται μέ τήν συνολική του θεώρηση ὡς προσώπου καί εἰκόνος τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο πρέπει νά συμβαίνει καί σέ ὅτι ἀφορᾶ στόν δέκτη.

3. Ἡ ἀπόφαση τοῦ δότη νά δώση καί τοῦ δέκτη νά λάβει ἕνα ὄργανο πρέπει νά λαμβάνεται ψύχραιμα, ὑπεύθυνα καί μέ πλήρη γνώση τῶν συνεπειῶν της.

4. Τά κριτήρια πραγματοποιήσεως μεταμόσχευσης πρέπει νά εἶναι ἀντικειμενικά, ἀπόλυτως ἀσφαλῆ καί σέ καμμία περίπτωση χρησιμοθηρικά. Στόν νομοθέτη ἐναπόκειται ἡ εὐθύνη νά τά ὁρίσει μέ ἀκρίβεια, ὥστε νά ἀποκλεισθῆ κάθε δυνατότης καταχρήσεως.

5. Ἡ ἐνημέρωση τῆς κοινῆς γνώμης πρέπει νά συντείνει πρός τήν κατεύθυνση ὅτι ἕνας τρόπος καταξιώσεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καί ἡ προσφορά μετά θάνατον ὀργάνων τοῦ σώματός του γιά τή σωτηρία κάποιου ἤ κάποιων συναθρώπων του. Πουθενά τῆς Γραφῆς δέν ὑπάρχει ὡς προϋπόθεση γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἡ σωματική ἀκεραιότητα. Ἡ ἐκστρατεία πού ἔχει ἀρχίσει γιά τήν ἐνημέρωση τῶν ἀνθρώπων πάνω στήν ἀνάγκη νά πολλαπλασιασθοῦν οἱ μετά θάνατον κυρίως δότες πρέπει νά ἐνισχυθῆ, ὥστε νά ἀποδώσει καρπούς πού θά φέρουν εὐεργετικά ἀποτελέσματα.

6. Στήν περίπτωση ἀφαιρέσεως πτωματικῶν ὀργάνων γιά μεταμόσχευση πρέπει νά πιστοποιῆται μέ κάθε βεβαιότητα ὁ θάνατος, νά ἀποφεύγεται ἡ μέ κάθε, ἐνεργητικό ἤ παθητικό τρόπο, ἐπίσπευσή του ἤ παραπλανητική βεβαίωσή του, πού συνιστᾶ ὄχι μόνο βαρύτατο ἠθικό, ἀλλά καί ποινικό ἔγκλημα. Πρώτιστο καί ἱερό καθῆκον τοῦ ἰατροῦ εἶναι ἡ παράταση, ποιοτικῶς καί ποσοτικῶς, τῆς ζωῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Ἡ ἁγία μητέρα μας Ἐκκλησία βλέπει τήν προσφορά ὑγιῶν ὀργά­νων γιά μεταμοσχεύσεις ὡς σπουδαία συνεισφορά στό βωμό τῆς ἀγάπης πρός τόν συνανθρωπο . Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι εὐνοϊκά διατεθιμένη ἀπέναντι στήν ὅλη προσπάθεια ὑπό τίς παραπάνω βεβαίως προϋποθέσεις. Ὅταν ὁ κόσμος πληροφορηθῆ ὑπεύθυνα καί προπαρασκευασθῆ δεόντως, τότε θά κατανοήσει τή σημασία τῆς προσφορᾶς αὐτῆς καί θά τήν ὑποστηρίξει ἐνθέρμως. Τό εὐχόμεθα. Σᾶς εὐχαριστῶ.

† Ὁ Σερρῶν καί Νιγρίτης Θεολόγος

Μια Ορθόδοξη Θεώρησις του Ανθρώπου κατά Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό

Μια Ορθόδοξη Θεώρησις του Ανθρώπου κατά Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό

Tου Πανοσ. Αρχιμανδρίτου π. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ι. Μ. Ιβήρων Αγίου Όρους

Κάποιες στιγμές, όντας κανείς μόνος στο Άγιον Όρος, δηλαδή όντας μαζί με όλο τον κόσμο, καταλαβαίνει αυτό που είπε ο άσωτος υιός: “Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι…” (Λουκ. ιε’, 17). Πόσος πλούτος υπάρχει στην παράδοσί μας, πόση ελευθερία, πόση δυνατότητα να χαρούμε τη ζωή μας, κι από την άλλη μεριά εμείς πεινάμε και υποφέρουμε.

Στο Άγιον Όρος έρχονται πολλοί θρησκευόμενοι, που δεν νιώθουν τίποτε; κι έρχονται πολλοί άσχετοι, οι οποίοι συγκλονίζονται; κι έρχονται και πολιτικοί… Πολλοί θρησκευόμενοι εξ επαγγέλματος δεν καταλαβαίνουν; πολλοί ανήσυχοι συγκλονίζονται; οι περισσότεροι πολιτικοί δεν καταλαβαίνουν τίποτε. Και λες: “Τι γίνεται με την Ελλάδα, τι γίνεται με την Ευρώπη;”… Έχει, λοιπόν, ένα χρέος μεγάλο, ο Έλληνας, σήμερα: το να είναι ορθόδοξος. Εκεί έχομε κάποιες δυνατότητες, που δεν έχουν οι άλλοι, και οφείλομε απλώς να είμαστε αυτό, που λέει η παράδοσίς μας.

Θυμάμαι μία φορά, που είχα πάει στην Κρήτη, σ’ ένα χωριό, στα Ανώγεια, είχαν έλθει κάποιες γριές για εξομολόγησι, και όταν τέλειωσαν, μου λέει μια γριά μιαν ευχή: “Να χαίρεσαι τον σταυρό σου”. Μετά ήλθε μια άλλη γριά: “Να χαίρεσαι τον σταυρό σου”. Κι εγώ παραξενεύτηκα και λέω: “Μα τι είναι αυτή η ευχή;”. Και μου λένε: «Έτσι το λέμε εδώ. Για κάποιο γονιό, μάνα ή πατέρα, λέμε: “Να χαίρεσαι τα παιδιά σου”, γιατί η χαρά των γονιών είναι τα παιδιά τους. Όταν κανείς είναι παπάς του λέμε: “Να χαίρεσαι την ιεροσύνη σου”. Κι όταν κανείς είναι καλόγερος ή καλόγρια τού λέμε: “Να χαίρεσαι τον σταυρό σου”».

Αυτή η ευχή, “να χαίρεσαι το σταυρό σου”, νομίζω ότι είναι ένα πράγμα τόσο μεγάλο και τόσο βαθύ, που θυμίζει θεολογία του αγίου Μαξίμου του ομολογητού. Και λέω: “Πώς μπόρεσα, γεννημένος στην Κρήτη, να μεγαλώσω και να ζήσω ερήμην της Κρήτης και ερήμην της παραδόσεώς μας;”…Μας έχουν κάνει αλλοδαπούς στον τόπο μας…

Σας φέρνω σαν παράδειγμα τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό αυτόν τον ένα, τον μέγα, τον σίφουνα, ο οποίος κατέβηκε στο κήρυγμα μια στιγμή, που όλος ο κόσμος είχε απογοητευθή κι έσωσε τον ελληνισμό, εκείνη την περίοδο την δύσκολη, που χωριά ολόκληρα είχαν εξισλαμισθή. Ήταν ένας άνθρωπος απλός, αδύναμος, θα έλεγα δειλός, γι’ αυτό ήταν πάντολμος κι έλεγε: “Εγώ, αδελφοί μου, δεν είμαι ικανός, όχι να σας μιλήσω, αλλά ούτε να προσκυνήσω τα ποδάρια σας, γιατί βλέπω ότι είστε βαπτισμένοι και μυρωμένοι. Αλλ’ επειδή βρίσκεται το γένος μας σ’ αυτήν την ανάγκη, γι’ αυτό είπα να κατέβω κάτω και να πω μερικά λόγια ό,τι ξέρω”.

Έλεγε πάλι: “Κοιτάξτε, δεν έχω τίποτε δικό μου ένα ράσο έχω κι αυτό το έχω για σας όλα ό,τι έχω είναι για σας. Κι έχω ένα σκαμνί, στο οποίο πατώ επάνω και το σκαμνί αυτό, άλλοι το λένε θρόνο, άλλοι το λένε σκαμνί. Να σας πω τι είναι; Δεν είναι ούτε σκαμνί, ούτε θρόνος, αλλά είναι ο τάφος μου και μέσα από αυτόν τον τάφο μιλάει ο νεκρός εαυτός μου. Κι αν εγώ δεν μπορώ να σας πω τίποτε, με σώζει αυτός, που μπορεί να διδάξη όλη την οικουμένη, τους αρχιερείς, τους βασιλείς και όλο τον κόσμο”.

Εδώ φαίνεται η παρουσία του ανθρώπου δια της ορθοδόξου Εκκλησίας. Γιατί δεν ήταν ένας καλόγερος, αλλ’ ήταν ένας αληθινός άνθρωπος και δι’ αυτού μιλούσε όλη η Εκκλησία. Δεν έκανε αυτός νεωτερισμούς, δεν έλεγε εξυπνάδες, αλλά δι’ αυτού μίλησε όλη η παράδοσι. “Είμαι αδύνατος και ανίκανος να φιλήσω τα ποδάρια σας”, κι από την άλλη μεριά: “Ο νεκρός εαυτός μου μπορεί να διδάξη όλον τον κόσμο”. Αυτή είναι η δύναμι της πίστεως μας.

Επίσης έλεγε: “Εάν τυχόν κανείς αδίκησε κάποιον -είτε αυτός είναι ρωμιός, είτε είναι τούρκος, είτε είναι εβραίος, είτε είναι φράγκος- ό,τι πήρε, ό,τι έδωσε, να το γυρίση πίσω γιατί το άδικο δεν ευλογείται”. Βλέπετε ότι ήταν ξεκάθαρος και δεν έλεγε: “Κοιτάξτε, τώρα είναι μία περίοδος δύσκολη όλοι σας κλέβουν, κλέψτε κι εσείς”. Όχι. “Πρέπει να το γυρίσετε πίσω”. Και η εντιμότης του είναι που σώζει την όλη υπόθεσι.

Είναι αυτός, ο οποίος έλεγε: “Να μην έχετε όπλα? να τα δώσετε και να κάνετε υπακοή στους ζαπιτάδες (:χωροφύλακες). Και σ’ αυτούς που ζητούν τα δοσίματα, να δίνεται τα δοσίματα”. Κι έτσι και οι τούρκοι είπαν ότι αυτός είναι καλός άνθρωπος. Αλλ’ αυτός, που ήταν καλός, “τους έκλεισε το σπίτι”. Ακριβώς γιατί αυτός ο άνθρωπος, ο αληθινός, δεν είχε βάσανα, αλλά χάρηκε την ζωή του. Όπως είχε ειπή σ’ ένα χωριό: “Ήλθα εδώ πέρα και σας απήλαυσα”… Αυτό που είπε “σας απήλαυσα”, μου θυμίζει μία ευχή του Ευχελαίου, που λέει ο ιερεύς: “Ευχαριστώ” τον Θεόν, που προχώρησα στα ενδότερα του Θυσιαστηρίου του “απολαύσαι της Θείας Λειτουργίας”.

Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ζώντας στο Άγιον Όρος και νιώθοντας την δύναμι της πίστεώς μας, κάποια δύσκολη στιγμή βγήκε έξω κι έσωσε το γένος ολόκληρο. Κι ενώ ήταν τόσο ταπεινός και ένοιωθε ότι δεν μπορεί να φιλήση τα ποδάρια του άλλου, από την άλλη μεριά ένοιωθε ότι: “Κοιτάξτε, αυτά που σας λέω είναι λόγια του Θεού? αν κατέβαινε ο Θεός, θα σας έλεγε τα ίδια”, και: “Ο νεκρός εαυτός μου μπορεί να διδάξη όλον τον κόσμο”.

Έτσι όταν έφτασε η στιγμή του μαρτυρίου του († 1779), όταν τον πρόδωσαν οι εβραίοι, γιατί πολύ τους “χτύπαγε”, επειδή χαλούσαν την αργία της Κυριακής, εκείνος είπε: “Μη με δέσετε. Δεν αντιστέκομαι. Ο θάνατος μου είναι μέσα στο πρόγραμμα της ζωής μου”. Κι έτσι παρέδωσε το πνεύμα του και μπήκε στην αιωνιότητα, και μένει μαζί μας. Και όπου πέρασε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έχουν υψώσει έναν σταυρό, γιατί έπεσε ένα αστροπελέκι κι έχει διαλύσει τα πάντα, κι έχει αγιάσει τα πάντα…

Σήμερα όλοι βασανιζόμαστε, το καταλαβαίνω. Κι όταν λέμε “βασανιζόμαστε”, σημαίνει ότι έχομε μια υγεία μέσα μας. Βασανίζεται όλος ο κόσμος, αλλ’ ελευθερώνεται ζώντας μόνο μέσα στην ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι μακάριοι κι ευλογημένοι οι βασανισμένοι, γιατί υπάρχει δυνατότης να αναπαυθούν. Και είναι μακάριοι οι διψασμένοι, γιατί μπορούν να ξεδιψάσουν. Εάν δεν υπήρχε η ορθόδοξη Εκκλησία, εάν δεν υπήρχε η λογική κι η χάρις του αγίου Κοσμά του Αιτωλού και των Αγίων μας, θα ήμασταν καταδικασμένοι σ’ ένα βάσανο.

Προ καιρού ήμουν στην Αμερική, και μου έκανε εντύπωσι πόσο τα πράγματα είναι πλούσια, πόσο οι δρόμοι τεράστιοι, πόσο τα σπίτια σαν ζωγραφιά, με το σπίτι, το γρασίδι, τα δέντρα, τα αυτοκίνητα… Αλλ’ όταν είδα μερικούς ανθρώπους, ένοιωσα πως μέσα σ’ αυτή την τάξι και την καθαριότητα, εκεί που δεν λείπει τίποτε, λείπουν όλα. Και όλα μια στιγμή είναι άοσμα, άγευστα και άχρωμα, αφού μου είπαν κάποιοι ότι, ενώ τα είχαν όλα, δεν είχαν διάθεσι για ζωή και ήθελαν να “τελειώσουν”…

Βλέπει κανείς ότι αυτή η λογική, που έχομε πολλές φορές και λέμε “να ανεβάσωμε το βιοτικό επίπεδο, να μπούμε στην Ευρώπη για να έχωμε ένα νόμισμα, να είμαστε πλούσιοι, κτλ”, δεν βγάζει πουθενά. Γιατί ο άνθρωπος είναι κάτι το παράξενο, που δεν χορταίνει με τα πλούτη. Κι αν του λύσης όλα τα προβλήματα, ή νομίζεις ότι του τα λύσης, τότε είναι που μπήκες στο άλυτο πρόβλημα. Λ.χ. οι Σουηδοί, οι οποίοι έχουν ίσως το ανώτερο βιοτικό επίπεδο στην Ευρώπη, είναι αυτοί που αυτοκτονούν περισσότερο. Γιατί, ενώ νομίζουν ότι τα έχουν όλα, δεν έχουν τίποτε.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, είναι ένα παράξενο ον, που όταν πλησιάση αυτόν τον παράδεισο τον κοσμικό, νοιώθει ότι δεν του λέει τίποτε. Ενώ αν κανείς έχη μέσα του τη φλόγα του Θεού, αν τυχόν θυσιάζεται για τον άλλον κι αν τυχόν ζει όπως ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, κι αν έχη ταπείνωσι, τότε είναι μέσα στον παράδεισο. Τότε καμμιά επίθεσι, καμμιά κόλασι δεν μπορεί να τον βλάψη. Τότε συμβαίνει αυτό που λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ότι “αποκτά κανείς δυνατό στομάχι και χωνεύει κάθε μια τροφή”. Κάθε μια δυσκολία τού κάνει καλό και ο ίδιος ο θάνατος τού κάνει καλό.

Ο άνθρωπος, ξέρετε, ζητά την επιτυχία, ζητά την πρόοδο. Θέλει λ.χ. ένα παιδί να τελειώση το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, να πάη στο πανεπιστήμιο και να προχωρήση. Εν συνεχεία αν τυχόν αξιωθή να πάρη και το βραβείο Νόμπελ, συνεχίζει να πεινά και να διψά για πρόοδο. Όπως λέει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: “Επιποθώ του πλείονος και πάντοτε στενάζω”. “Επιποθώ”, θέλω, ποθώ συνεχώς και περισσότερο, και διαρκώς στενάζω. Ο άνθρωπος -είτε πιστεύει, είτε δεν πιστεύει, αυτό είναι άλλο θέμα- έχει μέσα του την πνοή του Θεού. Και λέγει ο άγιος Συμεών, ότι “υπάρχει μια μικρή χαρά, που περιγελά τον θάνατο”. Κι αν τυχόν όλα τα κερδίσωμε και δεν κερδίσωμε εκείνη τη χαρά, που περιγελά τον θάνατο, τότε είμαστε εξ ίσου αποτυχημένοι, είτε είμαστε πλούσιοι, είτε φτωχοί, είτε γραμματισμένοι, είτε αγράμματοι.

Τώρα που μπαίνομε στην Ευρώπη, αυτό που δεν χρειάζεται να κάνωμε, γιατί είναι αμαρτία προς την παράδοσί μας και ταυτόχρονα αδικούμε και τους ευρωπαίους, είναι το να μιλάμε την γλώσσα και να έχωμε την λογική της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι πλούσια και ταυτόχρονα είναι πάρα πολύ φτωχή. Ο δυτικός πολιτισμός είναι πολύ προχωρημένος και ταυτόχρονα είναι μέγας επαρχιωτισμός. Μέσα εδώ στην παράδοσί μας υπάρχει κάτι, αν θέλετε κάτι το τρελλό, το μωρό -αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: “Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός”- κάτι το φτωχό, κάτι το ανύπαρκτο, που τα διαλύει όλα και δίνει σημασία και αξία στον άνθρωπο.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέει ότι ο καθένας είναι “εν σμικρώ Εκκλησία”. Γι’ αυτό εάν τυχόν εμείς διαβάσωμε τον βίο, την πολιτεία και τις διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τα καταλαβαίνομε, επειδή έχομε γεννηθή μέσα σ’ αυτήν την παράδοσι. Εάν τα διαβάση κάποιος άλλος, από αυτούς τους πλούσιους ευρωπαίους, που τυχαίνει να τα έχουν όλα και συγχρόνως να τους λείπουν όλα, δεν θα καταλάβη αυτή την λογική.

Γι’ αυτό, νομίζω, ότι το χρέος μας είναι να τραφούμε με αυτή την λογική, την ορθόδοξη, και να χαρούμε την ζωή μας, να χαρούμε τις δυσκολίες μας, να χαρούμε – αν θέλετε – τον θάνατόν μας, δηλαδή να γίνωμε σαν την χαρά που ξεπερνά τον θάνατο. Και μ’ αυτό τον τρόπο, νοιώθομε ότι πράγματι ο Θεός, “καλά λίαν εποίησε” τα πάντα. Και σ’ αυτή την περίπτωσι εξοφλούμε και το χρέος, που έχομε προς όλους? και προς τους ευρωπαίους και προς τους αμερικάνους, και προς τους πολιτισμένους και προς τους απολίτιστους, γιατί όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: “Έλλησί τε και βαρβάροις οφειλέτης ειμί”.

Σαν παράδειγμα σας φέρνω πάλι τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Ένας άνθρωπος μπορεί ν’ απολαύση την ζωή του, μόνο αν τυχόν αποφασίση να την θυσιάση για τους άλλους. Και να τυχόν αυτό γίνη, τότε από τώρα μπαίνει στην αιωνιότητα και μπορεί να καταλάβη τι σημαίνει ότι “ο Θεός είναι Τριαδικός, ότι είναι τρία πρόσωπα και συγχρόνως είναι ένας Θεός”. Και μπορεί να καταλάβη τι σημαίνει, ότι “η ενότης της Εκκλησίας είναι η ενότης η Τριαδική, η οποία ιερουργείτε μέσα εδώ”. Μπορεί να καταλάβη τι σημαίνει, ότι “ο άλλος είναι ο εαυτός μου”. Ενώ αντίθετα, εάν τυχόν εγώ φροντίζω μόνο για τον εαυτό μου, τότε πνίγω τον εαυτό μου, γιατί τον χωρίζω από τους άλλους.

Γι’ αυτό λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης ότι “μπορεί να είναι εικόνα του Θεού κάθε ένας άνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα όλο το ανθρώπινο γένος είναι μία εικόνα του Θεού”. Και γι’ αυτό: “Εις άνθρωπος κατονομάσει το παν”. Ένας άνθρωπος είναι ολόκληρο το γένος, ο κάθε άνθρωπος είναι ολόκληρη η Εκκλησία. Κι αν τυχόν κανείς ζη με το παράδειγμα του άγιου Κοσμά του Αιτωλού, τότε νοιώθει ότι, όντας ελάχιστος και μη όντας άξιος να φιλήση τα πόδια του άλλου, ταυτόχρονα είναι μεγάλος και δυνατός, γιατί ο νεκρός εαυτός του μπορεί να κηρύξη και να διδάξη όλον τον κόσμο. Οπότε, αυτός ο συνδυασμός της αδυναμίας και της δυνάμεως, της ησυχίας, θα έλεγα, το να μείνω μόνος και να είμαι μαζί με όλους τους άλλους, είναι ένα δώρο που δίνει η ορθόδοξη Εκκλησία.

Θυμάμαι μία γριάν ελληνίδα, από την Κωνσταντινούπολι, στην Μασσαλία. Δούλευε σ’ ένα εστιατόριο. Εγέρασε και πήρε σύνταξι κι έμενε στο σπίτι της. Κάποτε μου είπε: «Πολλοί με λυπούνται τώρα και μου λένε: “Κυρά-Κατίνα, τι κάνεις τώρα μόνη σου;” Αλλ’ εγώ θέλω να σας πω ότι, τώρα που είμαι μόνη μου, περνώ την καλύτερη περίοδο της ζωής μου, γιατί συνέχεια λέω την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με”, και ταυτόχρονα διαβάζω βίους αγίων».
Έτσι βλέπομε, από την μια μεριά, έναν που τα έχει όλα, (σπίτια τέλεια, αυτοκίνητα της τελευταίας τεχνολογίας, κτλ.), και να μην έχη όρεξι να ζήσει. Και από την άλλη, την κυρά-Κατίνα, από την Κωνσταντινούπολι διωγμένη, να έχη πεθάνει ο άντρας της, να μένη μόνη σ’ ένα δωματιάκι και να νοιώθη ότι βρίσκεται μέσα στον παράδεισο. Αυτό είναι που χαρίζει η ορθόδοξη Εκκλησία. Δηλαδή, όχι μόνο μπορεί κανείς να χαρή ευαίσθητα και σωστά τις ευλογίες της ζωής, αλλ’ είναι δυνατόν να έχη μέσα του αυτήν την ευαισθησία και την χαρά, η οποία περιγελά τον θάνατο και η οποία κάνει τις δυσκολίες, τα γεράματα και τον θάνατο, μεγάλη ευλογία…