Οἱ παρακλητικοί κανόνες τῆς Θεοτόκου

Οἱ παρακλητικοί κανόνες τῆς Θεοτόκου

Τό Δεκαπενταύγουστο εἶναι μία περίοδος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, κατά τήν ὁποία ἡ ὀρθόδοξη ψυχή στρέφει τά μάτια μέ βαθιά κατάνυξη πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἐπί δεκαπέντε μέρες, πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως, σημαίνουν οἱ καμπάνες τήν ὥρα τοῦ δειλινοῦ καί τά πλήθη τῶν πιστῶν σπεύδουν μέ βαθιά κατάνυξη νά ψάλλουν τόν Μικρό καί τόν Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα δοξολογώντας τήν μητέρα τοῦ Χριστοῦ μέ κυρίαρχο τόνο τά συναισθήματα τοῦ πένθους καί τῆς ὀδύνης, τῆς βαρυαλγούσης ψυχῆς τοῦ πιστοῦ, πού ζητᾶ τήν παρηγοριά ἀπό τήν Παναγία.

Ἡ Μικρή καί ἡ Μεγάλη Παράκληση ψάλλονται, ἐναλλάξ, δηλαδή τήν μία μέρα ψάλλεται ἡ Μεγάλη καί τήν ἄλλη ἡ Μικρή, γιά νά ἀποφεύγεται ἡ μονοτονία. Μόνο κατά τούς ἑσπερινούς τῶν Σαββάτων καί τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου δέν ψάλλονται οἱ Παρακλήσεις καί αὐτό ἐπειδή τό περιεχόμενο τους εἶναι πένθιμο καί ἱκετευτικό καί δέν συμφωνεῖ πρός τό χαρμόσυνο ὕφος τῶν ἑορταστικῶν αὐτῶν ὕμνων. Ἐκτός, ὅμως, ἀπό τήν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου ἡ Μικρή, ἰδίως, Παράκληση ψάλλεται συχνά, “ἐν πάση περιστάσει καί θλίψει ψυχῆς”, εἴτε στούς ἱερούς Ναούς, εἴτε καί κατ’οἶκον, ἀπό τούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νά ἱκετεύσουν δι’αὐτῆς τήν Θεοτόκο καί νά ἐπικαλεσθοῦν τήν μεσιτεία Της.

Ἡ Παράκληση εἶναι μία ἀκολουθία πού ἔχει συγκινήσει καί συγκινεῖ κατά τρόπο μοναδικό τά ἑκατομμύρια τῶν Ὀρθοδόξων μέσα στούς αἰῶνες. Κανείς δέν ἀμφιβάλλει γιά τήν θαυματουργική ἐπέμβαση τῆς Παναγίας στή ζωή μας, πού εἶναι “ἡ ἀκαταίσχυντος προστασία μας” καί “ἡ ἀμετάθετος ἐλπίδα μας”. Ἄν καί “μετέστη ἐκ γῆς πρός οὐρανόν”, δέν ἐγκατέλειψε τήν γή μας. Διαβιβάζει διαρκῶς τίς θερμές παρακλήσεις καί ἱκεσίες μας “πρός τόν Υἱόν καί Θεόν της”.
Δέν παραβλέπει τίς παρακλητικές φωνές μας, δέν ἀδιαφορεῖ, καταλαβαίνει τόν πόνο καί τήν ἀγωνία μας καί “προφθαίνει εἰς βοήθειαν μας”.

Ἡ διάκριση τῶν Παρακλήσεων σέ Μικρή καί Μεγάλη ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καί μόνον στήν ἔκταση, τό μέγεθος τῶν τροπαρίων. Τά τροπάρια, δηλαδή, τῆς Μικρῆς Παρακλήσεως εἶναι μικρότερα καί συντομότερα ἀπό ἐκεῖνα τῆς Μεγάλης.

Ἡ Μικρή Παράκληση εἶναι ποίημα κάποιου ἀγνώστου ὑμνογράφου, ὁ ὁποῖος κατ’ἄλλους μέν ὀνομάζονταν Θεοστήρικτος καί ἦταν Μοναχός, κατ’ἄλλους δέ Θεοφάνης.

Ὅπως φαίνεται, ὅμως, πρόκειται περί τοῦ ἰδίου προσώπου τό ὁποῖο ἔγινε Μοναχός καί ἀπό Θεοφάνης μετονομάσθηκε σέ Θεοστήρικτο. Ἡ Μεγάλη Παράκληση εἶναι ἔργο τοῦ Θεοδώρου τοῦ Β’, τοῦ Δουκός, Βασιλέως τῆς Νικαίας, τοῦ ἐπονομαζόμενου Λασκάρεως, ὁ ὁποῖος ἔζησε περί τά μέσα τοῦ 13ου αἰώνος καί εἶναι πολύ μεταγενέστερες τοῦ Θεοστηρίκτου, τοῦ Μοναχοῦ.

Ταυτόχρονα, ἀπό 1 Αὐγούστου μέχρι καί 14 Αὐγούστου νηστεύουμε πρός τιμήν τῆς Παναγίας καί γιά τήν ψυχή μας, αὐστηρά, ὑπακούοντας στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά τήν νηστεία καί διότι μαζί μέ τήν προσευχή εἶναι τά πιό ἰσχυρά ὅπλα τών χριστιανῶν στήν πάλη κατά τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας.

Τῆ ΚΖ’ τοῦ μηνός Ἰουλίου, μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος καί ἰματικοῦ Παντελεήμονος

Τῆ ΚΖ' τοῦ μηνός Ἰουλίου, μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος καί ἰματικοῦ Παντελεήμονος

Ὁ Ἅγιος Παντελεήμων τιμᾶται σήμερα ἀπό τήν Ἁγία Ὀρθοδοξία μας. Ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ καί καταγόταν ἀπό τή Νικομήδεια. Τόν πατέρα του τόν ἔλεγαν Εὐστόργιο καί τή μητέρα του, πού ἦταν εὐσεβέστατη χριστιανή, Εὐβούλη. Ὁ Παντελεήμων γρήγορα στερήθηκε τίς φροντίδες τῆς μητέρας του, διότι πέθανε πρόωρα. Ἀλλά ὁ Θεός τόν ἀξίωσε νά διδαχθεῖ τή χριστιανική πίστη ἀπό ἕνα διακεκριμένο λειτουργό τῆς Ἐκκλησίας, τόν Ἱερέα Ἑρμόλαο. Τότε ὁ Παντελεήμων εἴχε τελειώσει τίς ἰατρικές του σπουδές, κοντά στό φημισμένο Εὐφρόσυνο. Τήν ἐπιστήμη του χρησιμοποίησε ἰδιαίτερα γιά τούς ἀπόρους ἀσθενεῖς καί ἔτρεχε μέ μοναδική προθυμία στίς καλύβες τους, βοηθώντας τους ὄχι μόνο ἰατρικά, ἀλλά καί χρηματικά.

Σέ κάθε σπίτι πού ἔμπαινε δίδασκε τό Εὐαγγέλιο καί ἔφερνε σ’αὐτό πολλές ψυχές. Ἦταν εὐσπλαχνικός σέ ἀκρότατο βαθμό γιά ὅλους τούς πάσχοντες, γι’αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ δώρησε τό χάρισμα νά θεραπεύει ἀσθενεῖς μέ μόνη τήν προσευχή του. Ἔτσι θεράπευσε πολλούς, μεταξύ αὐτῶν καί ἕνα τυφλό πού ἔγινε ἀφορμή νά συλλάβει ὁ Διοκλητιανός καί τόν Ἅγιο.

Τόν τυφλό τόν θανάτωσε διότι πίστεψε στό Χριστό καί τόν Παντελεήμονα ὑπέβαλε σέ φρικτά βασανιστήρια, ὥσπου στο τέλος τόν ἀποκεφάλισε. Ὁ Παντελεήμων, ὅμως ἀνήκει σ’αὐτούς, γιά τούς ὁποίους ὁ Κύριος εἶπε: “μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται”. Μακάριοι, δηλαδή, εἶναι οἱ εὐσπλαχνικοί πού συμπονοῦν στή δυστυχία τοῦ πλησίον, διότι αὐτοί θά ἐλεηθοῦν ἀπό τό Θεό τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Στήν πόλη τῶν Σερρῶν ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου τιμᾶται καί πανηγυρίζεται στόν ὁμώνυμο Ναό του.

Τῆ ΚΣΤ’ τοῦ μηνός Ἰουλίου, Μνήμη της Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Παρασκευῆς.

Τῆ ΚΣΤ' τοῦ μηνός Ἰουλίου, Μνήμη της Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Παρασκευῆς.

Τή σημερινή μέρα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη τῶν Ἁγίων Ἑρμολάου, Ἑρμίππου καί Ἑρμοκράτη. Ἰδιαίτερα ὅμως τιμοῦμε τή μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Παρασκευῆς στό ὁμώνυμο Παρεκκλήσι πού ὑπάρχει στήν πόλη τῶν Σερρῶν.

Ἡ Ἁγία Παρασκευή γεννήθηκε στή Ρώμη, ὅταν αὐτοκράτορας ἧταν ὁ Ἀντιμῆνος (138 – 160 μ.Χ.). Ἦταν κόρη τοῦ Ἀγάθωνα καί τῆς Πολιτείας. Χριστιανοί καί οἱ δύο, ἀνέθρεψαν τήν κόρη τους ἐν παιδεία καί νουθεσία Κυρίου, διότι δέν εἶχαν παιδί καί εὐχήθηκαν, ἄν ἀποκτήσουν, νά τό ἀφιερώσουν στό Θεό. Πράγματι, ὁ Θεός τούς χάρισε παιδί καί γεννήθηκε ἡμέρα παρασκευή. Καί ἐπειδή ἦταν κόρη, ἔδωσαν τό ὄνομα τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Μετά τό θάνατο τῶν γονέων της ἡ Παρασκευή μοίρασε τά ὑπάρχοντα της στούς φτωχούς, καί αὐτή, ἐμπνεόμενη ἀπό θερμή ἀγάπη πρός τό Χριστό, γύριζε τή Ρώμη καί τά χωριά, κηρύττοντας τό Εὐαγγέλιο. Ἡ δράση της, ὅμως προκάλεσε τόν εἰδωλολάτρη βασιλιά Ἀντωνῖνο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τή συνέλαβε, τῆς ὑποσχέθηκε ὅτι θά ἔχει πολλά ἐπίγεια ἀγαθά καί ἀπολαύσεις, ἄν θυσιάσει στούς Θεούς. Τότε ἡ Ἁγία, ὀρθά-κοφτά ἀπάντησε μέ τά λόγια τοῦ προφήτη Ἱερεμία: “Θεοί οἵ τόν οὐρανόν καί τήν γῆν οὐκ ἐποίησαν, ἀπολέσθωσαν ἐκ τῆς γῆς”. Δηλαδή, θεοί πού δέν δημιούργησαν τόν οὐρανό καί τή γῆ, ἄς χαθοῦν ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς! Τότε ὁ Ἀντωνῖνος διέταξε καί τήν ἔβαλαν σ’ἕνα λέβητα μέ καυτό λάδι καί πίσσα. Ἐπειδή ὅμως εἶδε τήν Ἁγία ἄθικτη, ράντισε τό πρόσωπο του μέ τό ὑγρό αὐτό, γιά νά δοκιμάσει ἄν πράγματι εἶναι καυτό καί ἀμέσως τυφλώθηκε. Ἀλλά ἡ Ἁγία μέ προσευχή ἔδωσε στόν Ἀντωνῖνο τό φῶς του, μέ ἀποτέλεσμα νά πιστέψει στό Χριστό. Ἀργότερα, ἡ Ἁγία Παρασκευῆ ἀξιώθηκε μαρτυρικοῦ θανάτου μέ ἀποκεφαλισμό.

Τῆ Κ’ τοῦ μηνός Ἰουλίου, Μνήμη τῆς εἰς οὐρανούς πυρφόρου ἀναβάσεως τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ θεσβίτου.

Τῆ Κ' τοῦ μηνός Ἰουλίου, Μνήμη τῆς εἰς οὐρανούς πυρφόρου ἀναβάσεως τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ θεσβίτου.

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τή σημερινή μέρα τιμᾶ τή μνήμη τοῦ προφ. Ηλιού τοῦ θεσβίτου. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἧταν γιός τοῦ Σωβάκ καί καταγόταν ἀπό τήν θέσβη, γι’ αὐτό καί ὀνομάστηκε θεσβίτης. Κατοικοῦσε στή γῆ Γαλαάδ καί ἔδρασε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἀχαάβ πρίν 816 χρόνια πρό Χριστοῦ.

Ὁ Ἠλίας ὑπῆρξε προφήτης πολύ δραστήριος, μέ φλογερή ψυχή καί καρδιά τολμηρή, ἄξιος ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ. Εἷναι αὐτός πού κατέβασε τρεῖς φορές φωτιά ἀπό τόν οὐρανό, κάνοντας τούς Ἰσραηλίτες μέ μιά φωνή νά ποῦν: “ἀληθῶς Κύριος ὁ Θεός, αὐτός ὁ Θεός”. Δηλαδή, ἀληθινά! Ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ, αὐτός εἷναι ὁ μόνος πραγματικός καί ἀληθινός Θεός. Ὁ Ἠλίας, ἐπίσης, εἷναι ἐκεῖνος πού μέ τή γλώσσα του ἐμπόδισε τή βροχή καί δέν ἔβρεξε ὁ οὐρανός τρισήμισυ χρόνια. Εἷναι ἐκεῖνος πού ἀνέστησε τό νεκρό γιό τῆς Σεραφθίας χήρας, πού κατέκαυσε τούς ἐκατό ἀνθρώπους πού ἔστειλε ὁ βασιλιάς Ὀζοχίας. Εἷναι ἐκεῖνος πού στό ὄρος χωρήβ εἷδε τό Θεό, ὅσο εἷναι δυνατό, βέβαια, νά Τόν δεῖ ἄνθρωπος. Εἷναι ἐκεῖνος πού ἔσχισε τόν Ἰορδάνη ποταμό καί ἀνελήφθη μέ πύρινη ἄμαξα στόν ούρανό. Τέλος, εἷναι ἐκεῖνος πού στή Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ στάθηκε δίπλα Του μαζί μέ τόν Μωϋσῆ. Ὅλα αὐτά δείχνουν μέ πόσο ζῆλο ὑπηρέτησε ὁ προφήτης Ἠλίας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.