Το Πνεύμα του Τριωδίου

Το Πνεύμα του Τριωδίου

Άρχισε και φέτος το Τριώδιο. Μια εκκλησιαστική περίοδος δέκα εβδομάδων, που ξεκινά από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και φτάνει μέχρι και το Μέγα Σάββατο. Μέσα στην περίοδο αυτή περιλαμβάνεται και η Μεγάλη Τεσσαρακοστή καθώς και η αγία και Μεγάλη Εβδομάδα.

Η ονομασία Τριώδιο οφείλεται στο ότι στις ιερές Ακολουθίες που τελούνται κάθε μέρα το πρωί στους ιερούς Ναούς μας κατά το διάστημα αυτό, τα τροπάρια του Κανόνος τις περισσότερες φορές είναι σε τρεις ομάδες, τρεις ωδές, ενώ τον άλλο καιρό είναι σε οκτώ ομάδες, οκτώ ωδές. Το βιβλίο που περιέχει όλες τις ιερές Ακολουθίες των ημερών αυτών ονομάζεται “Τριώδιον” και από αυτό πήρε την ονομασία της και όλη η περίοδος.

Το Τριώδιο είναι η πλέον κατανυκτική περίοδος της λειτουργικής μας ζωής. Τελούνται κατ’ αυτό ακολουθίες που βοηθούν την ψυχή μας να συναισθανθεί την κατάστασή της, να πονέσει για την αμαρτωλότητά της και να καταφύγει μετανοημένη και ταπεινή στο πέλαγος του ελέους του Θεού.

Μεγάλο Απόδειπνο, «Χαιρετισμοί» της Υπεραγίας Θεοτόκου, Κατανυκτικοί Εσπερινοί, Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες, Λειτουργίες του Μεγάλου Βασιλείου τις πέντε εν συνεχεία Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και προπάντων οι Ακολουθίες του Νυμφίου και των σεπτών παθών του Κυρίου. Όλα συγκινητικά, όλα βοηθητικά για τη μετάνοιά μας και για την ανύψωση της ψυχής μας από τα χαμηλά, τα κοσμικά και αμαρτωλά.

Οι θαυμάσιοι ιεροί ύμνοι της περιόδου αυτής, έργα αγίων υμνογράφων, και τα επιλεγμένα Αναγνώσματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη δημιουργούν στους Ναούς μας και στην καρδιά μας αγία και ιερή ατμόσφαιρα.

Αν θέλαμε με λίγες λέξεις να χαρακτηρίσουμε το πνεύμα του Τριωδίου, δε θα βρίσκαμε καλύτερες από αυτές με τις οποίες αρχίζει ένας ύμνος αυτών των ημερών: «Μετανοίας ο καιρός και δεήσεως ώρα», γράφει ο εμπνευσμένος ιερός υμνωδός. Αυτός δηλαδή ο καιρός, αυτή η περίοδος, είναι καιρός μετανοίας και προσευχής.

Μετάνοια πρώτα. Θα μας το θυμίσουν συγκλονιστικά η παραβολή του Ασώτου και το παράδειγμα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Μετάνοια. Αλλαγή δηλαδή νου, νοοτροπίας, σκέψεων, επιθυμιών και λόγων. Να μη στριφογυρίζουν μέσα μας λογισμοί και πόθοι ακάθαρτοι και αμαρτωλοί. Να μην κυριεύουν το νου μας εγωιστικές και αλαζονικές σκέψεις σαν εκείνες του Φαρισαίου της Παραβολής. Να μη βρίσκει τόπο μέσα μας ο δαίμονας της κατάκρισης, της φλυαρίας και αργολογίας, της αρχομανίας και περιεργείας, όπως μας θυμίζει η κατανυκτική ευχή του οσίου Εφραίμ, που ακούγεται τις μέρες αυτές. Να μην έχει θέση στη ζωή μας η αμαρτία με κάθε της μορφή.

Αντιθέτως, να γεμίζει ο νους μας με αγίες και καθαρές σκέψεις, με αγαπητική διάθεση προς το Θεό και τους συνανθρώπους μας. Να παύσουν τα μάτια μας να στρέφονται προς την αμαρτία, προς τη ματαιότητα. Να παρακαλούμε το Θεό, όπως ο ιερός Ψαλμωδός, λέγοντας «απόστρεψον τους οφθαλμούς μου του μη ιδείν ματαιότητα» (Ψαλμ. 118, 37). Να μας βοηθά για να μη μας ελκύουν οι θεωρούμενες χαρές του κόσμου, που ζει χωρίς φόβο Θεού, ούτε να κολλά η καρδιά μας σε πράγματα πρόσκαιρα.

Αλλά να στρέφεται καθένας μας προς τα ουράνια, προς τα ανέκφραστα κάλλη του Παραδείσου και να αγωνιζόμαστε να στολίσουμε την ψυχή μας με τα άφθαρτα και αμάραντα και εύοσμα άνθη των αρετών. Με την αγάπη, με την ταπείνωση, με την καθαρότητα, με την πραότητα και την υπομονή. Με όλες τις αρετές που έδειξε με το παντέλειο παράδειγμά του ο Ιησούς Χριστός.

Αυτό σημαίνει μετάνοια. Αποστροφή προς την αμαρτία και πόθος και αγάπη για την αρετή. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που τον προβάλλει προς μίμηση τις ημέρες αυτές η αγία Εκκλησία μας, έλεγε ότι μετάνοια είναι «το μισήσαι την αμαρτίαν και αγαπήσαι την αρετήν και εκκλίναι (να απομακρυνθείς) από του κακού και ποιήσαι το αγαθόν» (ΕΠΕ 11, 492).

Και μαζί με τη μετάνοια, είπαμε, και προσευχή. Περισσότερη και θερμότερη τώρα προσευχή. Γι’ αυτό συχνότερα μας καλεί αυτές τις μέρες η Εκκλησία μας στις ακολουθίες της για κοινή προσευχή, προσευχή με τα άλλα μέλη της Εκκλησίας μας. Και μαζί με την κοινή, και προσευχή ατομική στο σπίτι μας ή όπου αλλού μπορούμε. Προσευχή με τα λόγια των αγίων Πατέρων μας, που έχουν αποτυπωθεί στα βιβλία της Εκκλησίας μας. Αλλά και προσευχή αυτοσχέδια, με λόγια δικά μας, βγαλμένα από την καρδιά μας για την ψυχική μας κατάσταση, για κάθε τι που μας απασχολεί.

Προσευχή όμως σαν εκείνη του Τελώνη. Με συναίσθηση της αμαρτωλότητας και αναξιότητάς μας. Με ταπείνωση και συντριβή. Με εκζήτηση του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού. Προσευχή που θα βοηθά στην ολοκλήρωση της μετάνοιας μας· που θα πηγάζει από τα δάκρυα της καρδιάς μας και θα την πλημμυρίζει και πάλι με γλυκερά δάκρυα. Η αληθινή προσευχή, έλεγε ο άγιος Ιωάννης της «Κλίμακος», που θα τον θυμηθούμε τις μέρες αυτές, είναι «δακρύων μήτηρ, αι πάλιν θυγάτηρ» (Λογ. 28, 1).

Όταν ζούμε έτσι την προσευχή και τη μετάνοια, θα ωφεληθούμε ουσιαστικά από το Τριώδιο. Και θα νιώσουμε πραγματικά τότε αναστημένοι ψυχικά, καθώς θα πανηγυρίζουμε τη λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου, στην οποία μάς οδηγεί το Τριώδιο.

Πηγή: https://xfd.gr/

Ἡ μυστικὴ δύναμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

Ἡ μυστικὴ δύναμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

Προβάλλονται καὶ φέτος ἀπὸ τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, στὸν κοινό τους ἑορτασμό, οἱ μοναδικὲς μορ­­φὲς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἰωάν­νου τοῦ Χρυσοστόμου. Οἱ φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, οἱ κήρυκες τῆς μετανοίας, οἱ ὑπέρμαχοι τῆς Ἀληθείας, οἱ βράχοι τῆς πίστεως. Ἐξαίρετα πνεύματα, πολυδύναμες καὶ χαρισματικὲς προσωπικότητες, ποὺ συνεχίζουν νὰ λάμπουν ἀκόμη καὶ θὰ λάμπουν μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων.

Τοὺς τιμοῦμε, τοὺς θαυμάζουμε, συν­άμα καὶ ἀποροῦμε:

Πῶς κατάφεραν τόσα πολλά; Πῶς ἔ­φθασαν τόσο ψηλά; Πῶς διέπρεψαν σʼ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, στὴ φιλανθρωπία, στὴν ἱεραποστολή, στὸ κήρυγμα, στὴ συγγραφή; Ποιὸ ἦταν τὸ μυστικό τους; Ποῦ ὀφείλεται ἡ ἐπιτυχία τους;

Μήπως στὴν εὐγενικὴ καταγωγή τους, στὶς γνώσεις τους, στὶς ἱκανότητές τους ἢ στὸ ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης τους;

Ἕνα βλέμμα προσεκτικὸ στὴν ἁγία βιοτή τους θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ καταλάβουμε πὼς μία ἦταν ἡ μυστική τους δύναμη. Ἀπὸ ’κεῖ ἀντλοῦσαν ἔμπνευση, φωτισμό, χάρη. Κι αὐτὴ ἦταν ἡ προσευχή! Ἡ ὥρα τῆς ἑνώσεώς τους μὲ τὸν Θεὸ στὶς κατανυκτικὲς μυστικὲς ἱκεσίες τους. Τὸ βεβαιώνουν οἱ ἴδιοι λέ­γοντας: «Οὐ­δὲν γλυκύτερον προσευχῆς» (Ἰωάννης Χρυσόστομος)· «προσευχῆς και­­ρὸς ἔ­στω ἅ­πας ὁ βίος» (Μέγας Βασίλειος)· «μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον» (Γρηγόριος Θεολόγος).

Καὶ οἱ τρεῖς τους γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν μέσα σὲ οἰκογενειακὰ περιβάλλοντα ποὺ γνώριζαν τὴν προσευχή. Καθοδηγούμενοι κυρίως ἀπὸ τὶς μητέρες τους, ποὺ ἦταν ἄνθρωποι πολλῆς προσ­ευχῆς. Πλησίαζε ὁ θάνατος γιὰ τὴν ἁγία Νόννα, καὶ ἐκείνη τὸν περίμενε προσευχόμενη. Γιὰ νὰ γράψει ὁ γιός της Γρηγόριος: «Λίγη πνοὴ τῆς εἶχε ἀπομείνει, καὶ αὐτὴ τὴν ἔδινε στὸ Θεό, στὴν προσευχή».

Στὴν προσευχὴ στήριξαν τὶς ἀποφάσεις τους γιὰ τὸ μέλλον τῆς ζωῆς τους. Γι’ αὐτό, πρὶν ξεκινήσουν νὰ ἐργασθοῦν μέσα στὴν κοινωνία, διάλεξαν τὴν ἔρημο τῆς Συρίας, τοῦ Πόντου. Σκοπός τους ἕνας: νὰ μάθουν τὴν προσευχή, νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεό, νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐμπειρία τῆς ἑνώσεως μαζί Του καὶ ἔτσι νὰ προχωρήσουν στὴ ζωή τους.

Ἀφήνουν τὴν ἔρημο γιὰ νὰ διακονήσουν τὴν Ἐκκλησία κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους σὲ μιὰ δύσκολη ἐποχή. Στάθηκαν δίπλα στὸν ἀνθρώπινο πόνο, ὑπερασπίστηκαν τοὺς ἀδικημένους, προστάτευσαν τοὺς πτωχούς. Σύμμαχός τους κανένας ἐπίγειος βασιλιάς, μόνο ὁ ἐπουράνιος Βασιλέας καὶ Πατέρας. Κατέφευγαν σʼ Αὐτὸν πάντοτε, καὶ μάλιστα στὶς πιὸ δύσκολες ὧρες τῶν διωγμῶν, τῶν συκοφαντιῶν καὶ τῆς ἐξορίας.

Ταυτόχρονα μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ μᾶς προσέφεραν τὴ θεολογία τους. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ κατασπάραζε τὴν Ἐκκλησία πα­ρα­σύρον­τας καὶ πολλοὺς ἐπισκόπους, ἐ­κεῖνοι στάθηκαν βράχοι στὰ μανιασμένα κύματα τῶν αἱρέσεων, προσευχόμενοι. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνέλυαν βαθύτατα τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θεότητα τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀπαύγασμα τῶν προσευχῶν τους εἶ­ναι καὶ τὰ ἱερὰ κείμενα τῶν θείων Λειτουργιῶν, ποὺ καὶ οἱ τρεῖς ἀξιώθηκαν νὰ συγγράψουν. Μέσα ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Λει­τουργίας καταλαβαίνουμε τὸ μυστικό τους βάθος καὶ τὸν πλοῦτο τῆς διαρκῶς προσ­ευχόμενης ψυχῆς τους. Ζοῦ­σαν τὴ θεία Λειτουργία, ἐνεπνέοντο ἀπὸ αὐτὴν καὶ ἐνέπνεαν ὅσους τοὺς ἔζησαν ὡς λειτουργοὺς τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου.

Αὐτοὶ ποὺ γεννήθηκαν, ἀνατράφηκαν, ἐργάσθηκαν, θεολόγησαν μὲ προσ­ευχὴ καὶ συνέγραψαν πλῆθος προσευχῶν, ἀ­ναχώρησαν ἀπὸ τὸν μάταιο αὐτὸ κόσμο μὲ λόγια προσευχῆς στὰ χείλη. Χαρακτηριστικὸ τὸ παράδει­γμα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ποὺ ἐπισφραγίζει τὴν ἐπίγεια πορεία του μὲ τὰ δοξολογητικὰ λόγια: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

Δυστυχῶς στὴν ἐποχή μας ἡ ἑορτή τους συνεχῶς ὑποβαθμίζεται, καὶ ἐπιθυμία πολλῶν εἶναι νὰ καταρ­γηθεῖ, οἱ ἐκδηλώσεις πρὸς τιμήν τους εἶναι ἐλάχιστες κι αὐτὲς τυπικές, τὰ ὀνόματά τους δύσκολα ἀκούον­ται, καὶ τὰ πρόσωπά τους δὲν προβάλλονται πιὰ ὡς πρότυπα ζωῆς γιὰ μικροὺς καὶ μεγάλους.

Αὐτοὶ ὅμως παραμένουν μεγάλοι, δυ­νατοί, Ἅγιοι! Τὸ παράδειγμά τους πάν­τοτε θὰ ἐμπνέει, τὸ φῶς τους θὰ λάμπει, καὶ ἡ προσευχή τους θὰ μᾶς στηρίζει.

Ἂς γίνουν πρότυπα προσευχῆς γιὰ ὅ­­λους μας μὲ τὸ ἐξαίρετο παράδειγμά τους. Ν’ ἀγαπήσουμε τὴν προ­σευχὴ καὶ σʼ αὐτὴ νὰ καταφεύγουμε πάντοτε, καὶ αὐτὴ νὰ εἶναι καὶ ἡ δική μας δύναμη καὶ ζωή!

Γῆρας θαλερὸ

Γῆρας θαλερὸ

Στὴ χαρούμενη καὶ χαριτωμένη γιορ­τὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τὰ κεντρικὰ βέβαια πρόσωπα εἶναι ἡ Θεοτόκος μὲ τὸ τεσσαρακονθήμερο Βρέφος καὶ ὁ προστάτης τους, ὁ μνήστωρ Ἰωσήφ. Ἀνεβαίνουν στὸ Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων γιὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὶς ὑποχρεώσεις τους ἀπέναντι στὸ Μωσαϊκὸ Νόμο: νὰ παρουσιάσουν τὸν πρωτότοκο γιὸ στὸ Θεό, δηλώνοντας ἔτσι ὅτι ἀνήκει σ᾿ Ἐκεῖνον, καὶ νὰ προσφέρουν θυσία γιὰ τὸν καθαρισμό τους (βλ. Λουκ. β´ 22-24).

Ὅμως κατὰ τὴν ἱερὴ αὐτὴ ἐπίσκεψή τους ἐμφανίζονται ἄλλα δύο πρόσωπα – γιὰ μοναδικὴ φορὰ μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη – ποὺ συνδέονται ἀναπόσπαστα μὲ αὐτὴ τὴ γιορτή. Εἶναι ὁ δίκαιος Συμεὼν ὁ Θεοδόχος καὶ ἡ δικαία Ἄννα. Εἶναι καὶ οἱ δύο πολὺ ἡλικιωμένοι: ἡ δικαία Ἄννα 84 ἐτῶν (Λουκ. β´ 37)· ὁ δίκαιος Συμεὼν «γέρων κεκμηκώς», ὅπως ἀναφέρει ἕνα τροπάριο, γέροντας κουρασμένος, ποὺ τὰ πολλὰ χρόνια τῆς ζωῆς του ἔχουν βαρύνει πολὺ τὸ σῶμα του. Γέροντες, ἀλλὰ γέροντες θαλεροί, ἀκμαῖοι. Γέροντες στὸ σῶμα, ἀλλὰ νέοι στὴν ψυχή. Ζοῦν τὴν ἀμάραντη νεότητα ποὺ χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν ἔλθει καὶ κατοικήσει στὴν ψυχὴ ποὺ ἔχει καθαρισθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἡ νεότητα αὐτὴ εἶναι ἡ ἁγιότητα.

Τὸ ἱερὸ κείμενο μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὴν ἀρετὴ τῶν δύο αὐτῶν γερόντων. Ἡ δικαία Ἄννα μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια γάμου ἔζησε πολὺ ἀσκητικά: παρέμενε στὸ Ναὸ πολλὲς ὧρες καὶ λάτρευε τὸν Θεὸ μὲ νηστεῖες καὶ προσευχὲς νύχτα καὶ μέρα. Ἐνῶ γιὰ τὸν δίκαιο Συμεὼν σημειώνει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς ὅτι ἦταν «δίκαιος καὶ εὐλαβής», ἐνάρετος, ἄμεμπτος ἀπέναν­τι στοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν Θεό· «καὶ Πνεῦμα ἦν Ἅγιον ἐπ᾿ αὐτόν» (Λουκ. β´ 25)· ἐξαιτίας τῆς μεγάλης καθαρότητός του εἶχε χάρισμα προφητικό. Δύο ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι στὴ δύση τῆς ζωῆς τους ἀπολάμβαναν τοὺς γλυκύτατους καρποὺς τῶν κόπων μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς δοσμένης στὸ Θεό.

Μὰ καὶ τώρα δὲν μένουν στάσιμοι, ἀλλὰ ἐφαρμόζεται σ᾿ αὐτοὺς τὸ ψαλμικό: «Ἔτι πληθυνθήσονται ἐν γήρει πίονι καὶ εὐπαθοῦντες ἔσονται τοῦ ἀναγγεῖλαι ὅτι εὐθὺς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτῷ» (Ψαλ. ϟα΄ [91] 15-16). Ἀκόμη καὶ στὸ βαθὺ καὶ τελευταῖο γῆρας τους θὰ προοδεύουν καὶ θὰ καρποφοροῦν ὑπερ­άφθονα καὶ θὰ εἶναι θαλεροὶ καὶ ἀκμαῖοι, γιὰ νὰ διακηρύττουν ὅτι εἶναι δίκαιος καὶ εὐθὺς ὁ Κύριος καὶ Θεός μας, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀδικία σ᾿ Αὐτόν. Πῶς φαίνεται αὐτὸ στὰ δύο αὐτὰ πρόσωπα;

Τοὺς ἡλικιωμένους ἀνθρώπους συν­ήθως δὲν τοὺς φλογίζουν ὄνειρα καὶ προσδοκίες. Ζοῦν ἁπλῶς μὲ τὶς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος, καὶ τὸ μόνο ποὺ εὔχονται πλέον εἶναι ἕνας καλὸς θάνατος. Ἀντίθετα οἱ δίκαιοι Συμεὼν καὶ Ἄννα κρύβουν στὰ κυρτωμένα σώματά τους ἕνα δυνατὸ πόθο, μιὰ ἔντονη προσδοκία: τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία Χριστοῦ! Εἰδικὰ ὁ δίκαιος Συμεὼν φαίνεται ὅτι Τὸν προσδοκοῦσε τόσο ἔντονα, ὥστε γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ὅτι δὲν θὰ πέθαινε πρὶν Τὸν δεῖ (Λουκ. β´ 26).

Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει τίποτε κοσμικὸ καὶ γήινο. Στὴν πολυετὴ πορεία τους ἐπάνω στὴ γῆ ἡ καρδιά τους δὲν προσ­κολλήθηκε στὰ φθειρόμενα καὶ ἀπατηλά, ὅπως γίνεται συνήθως· ἀλλὰ ἄδεια­σε ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα καὶ γέμισε ἀπὸ τὸν Θεό. Μέσα ἀπὸ πολλοὺς ἀγῶνες βρῆκαν στὴ ζωή τους τὸν Θεό, ἔγινε ὁ Θεὸς ζωή τους· καὶ ὁ ἐρχόμενος Μεσσίας ἡ ἀγέραστη ἐλπίδα τους. Καὶ τώρα ποὺ συναντοῦν τὸν Μεσσία, σκιρτοῦν ἀπὸ χαρά, ἐκδηλώνουν ἕναν πλούσιο ἐσωτερικὸ κόσμο καὶ ἀναλαμβάνουν δράση ἀσυνήθιστη γιὰ γέροντες – ξεχείλισμα ζωῆς καὶ νεότητος!

Ἡ δικαία Ἄννα «ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ», δόξαζε συνέχεια τὸν Κύριο καὶ μιλοῦσε γιὰ τὸ γεγονὸς σὲ ὅλους ὅσοι εἶχαν τὴν ἴδια προσμονή (Λουκ. β´ 38). Ξεχνᾶ τὴν ἡλικία της καὶ γίνεται εὐαγγελίστρια, ἀκούραστη ἱεραπόστολος.

Ὁ δίκαιος Συμεὼν μὲ τὴν παρακίνηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει στὸ Ναό, παίρνει μὲ ἀγαλλίαση τὸ θεῖο Βρέφος στὴν ἀγκαλιά του καὶ δοξάζει τὸν Θεό: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα… ἐν εἰρήνῃ» (βλ. Λουκ. β´ 27-29). Τώρα πάρε με ἀπὸ τὴ ζωή, Κύριε. Φεύγω εἰρηνικὸς καὶ ἀναπαυμένος.

Τὰ γεροντικά του μάτια εἶναι ἐξασθενημένα ἀπὸ τὰ χρόνια. Καὶ ὅμως βλέπουν τὰ ἀληθινὰ καὶ βλέπουν μακριά. Δὲν βλέπουν ἕνα ἁπλὸ βρέφος, ἀλλὰ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνανθρώπησε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου: «…εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λουκ. β´ 30-32). Αὐτὸς θὰ εἶναι δόξα γιὰ τὸν Ἰσραήλ (ἀφοῦ ἀπὸ αὐτὸν θὰ κατάγεται ὡς ἄνθρωπος), ἀλλὰ θὰ φωτίσει καὶ θὰ σώσει ὅλα τὰ ἔθνη, ἀναφωνεῖ. Δηλαδὴ ὁ φωτισμένος γέροντας ξεπερνᾶ τὴ στενότητα τοῦ πνεύματος τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἔσωζε μόνο τὸ ἔθνος τους. Μὲ νεανικὴ πνοὴ κάνει διακήρυξη ριζοσπαστική, πολὺ τολμηρὴ γιὰ τὴν ἐποχή του, ἀσύλληπτη γιὰ τοὺς ὁμοεθνεῖς του.

Ἀκόμη τὸ βλέμμα του ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τὴν ἱστορία καὶ προφητεύει τὴ διαφορετικὴ ἀντίδραση τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν γενεῶν ἀπέναντι στὸν Κύριο, τὴ λατρεία τῶν μέν, τὸ ἀδυσώπητο μίσος τῶν δέ. Ἐπίσης ἀποκαλύπτει ἕνα ἄλλο μυστήριο: τὸν ἀκατανόητο πόνο τῆς Θεομήτορος γιὰ τὸν ἐσταυρωμένο Υἱό Της…
Βλέπει, αἰσθάνεται, χαίρεται, ζεῖ.

Ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς. Δύο θαλεροὶ γέροντες ὑποδέχονται μὲ νεανικὰ σκιρτήματα τὸν Χριστὸ καὶ διαδηλώνουν ὅτι ὑπάρχει αἰώνια νεότητα, τὴν ὁποία χαρίζει Ἐκεῖνος σὲ ὅσους Τοῦ δίνουν τὴν καρδιά τους.

Ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ὀκτὼ μέρες μετὰ τὴ γέννησή του κάθε ἀρσενικὸ βρέφος ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ ὅσα προέβλεπε ὁ Μωσαϊκὸς νόμος, νὰ περιτμηθεῖ. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν νεογέννητο Κύριο Ἰησοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴν πρώτη κάθε νέου ἔτους ἑορτάζουμε τὸ γεγονὸς τῆς περιτομῆς Του.

Στοὺς Ἰουδαίους ἡ περιτομὴ εἶχε τὴν ἔννοια τῆς ἀφιερώσεως τοῦ ἀνθρώπου στὸ Θεὸ καὶ ταυτόχρονα ἀποτελοῦσε βασικὸ διαχωριστικὸ γνώρισμά τους ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς τέλειος Θεὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη τῆς διαδικασίας τῆς περιτομῆς γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴν ἀφιέρωσή Του στὸ Θεό. Στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ κατοικοῦσε «πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β΄ 9), ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Κι ὅμως, ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, νὰ δεχθεῖ τὴν περιτομὴ ποὺ προέβλεπε ὁ Νόμος. ­Συγκατάβαση τῆς ἀγάπης Του κι αὐτὴ ἡ ἀποδοχή, σὲ συνέχεια τῆς μεγάλης Του συγκαταβάσεως, αὐτῆς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεώς Του, πρὸς εὐεργεσία καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Αὐτὸ ψάλλει καὶ ἕνα σχετικὸ τροπάριο τῆς ἑορτῆς: «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο ­σπαργάνων περιβολήν· οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν…» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο, ἦχος πλ. δ΄). Δηλαδή: ­Συγκαταβαίνοντας ὁ Σωτήρας μας στὸ ἀνθρώπινο γένος, καταδέχθηκε νὰ φορέσει σπάργανα βρεφικά· καὶ δὲν ἀπαρνήθηκε μὲ ἀποστροφὴ τὴν περιτομὴ τῆς σαρκός. Ὕψιστη συγκατάβαση! Ἄπειρη φιλανθρωπία καὶ ἀγάπη! Δεχόμενος ὁ Κύριος τὴν περιτομὴ δέχεται ταυτόχρονα νὰ θεωρηθεῖ σὰν κάποιος ξένος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς περιτομῆς γίνεται δεκτὸς στὴ διαθήκη τοῦ Θεοῦ. Ποιός; Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος πάντοτε ὑπῆρξε ὁ φυσικός, ὁ ἀγαπημένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δέχεται νὰ θεωρηθεῖ ἁμαρτωλός, ποὺ ἔχει ἀνάγκη νὰ ἀποθέσει τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας του, Αὐτὸς ποὺ ἦταν ξένος πρὸς τὴν ἁμαρτία. Διὰ τῆς περιτομῆς Του κάνει ἀρχὴ τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἔτσι ὥστε νὰ δεσμεύεται νὰ τὶς τηρήσει κατόπιν ὅλες, Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἐλευθερία.

Δεχόμενος ὁ Κύριος τὴν ἰουδαϊκὴ περιτομὴ οὐσιαστικὰ ἀποτρέπει δύο κατηγορίες ποὺ ἀφοροῦν στὸ πρόσωπό Του: Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἀποστομώνει ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν αἱρετικῶν ποὺ ἰσχυρίσθηκαν ἀργότερα ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν προσέλαβε ἀληθινὴ ἀνθρώπινη σάρκα, ἀλλὰ σαρκώθηκε κατὰ φαν­τασία. Μὲ τὴν περιτομή Του ὁ Κύριος ἀποδεικνύει περίτρανα τὸ πόσο ἀναληθὴς εἶναι ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός. Γιατὶ πῶς θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ δεχθεῖ περιτομή, ἂν δὲν εἶχε λάβει πραγματικὴ ἀνθρώπινη σάρκα;
Καὶ δεύτερον, ἀποδεικνύει συκοφαν­τικὰ καὶ ψευδὴ ὅλα ὅσα Τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ τὴ μὴ τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου. Κι ἔτσι, Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος ὅρισε καὶ παρέδωσε στοὺς ἀνθρώπους τὸ Νόμο, χάριν τῆς δικῆς μας σωτηρίας ἐκπληρώνει καὶ τηρεῖ ὅ,τι προβλέπει ὁ Νόμος.

Τηρεῖ τὸ Νόμο, ὑπόκειται στὶς διατάξεις του, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶναι Αὐτὸς ποὺ καὶ τὸν ὑπερβαίνει. Εἶναι Αὐτὸς ποὺ μᾶς βγάζει ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ Νόμου καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ χῶρο τῆς Χάριτος. Διότι ἐνῶ «ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ἰω. α΄ 17).

Οἱ ἱεροὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν στὴν περιτομὴ τοῦ Κυρίου τὴν ἀχειροποίητη περιτομὴ τὴν ὁποία χαρίζει σ’ ἐμᾶς. Βλέπουν δηλαδή σ’ αὐτὴν τὸν τύπο τοῦ Μυστηρίου τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Ἔτσι, ὅπως μὲ τὴν περιτομὴ ἀπεκόπτετο ἕνα μέλος τοῦ σώματος, κατὰ ἀνάλογο τρόπο καὶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἀποκόπτουμε τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας.

Δὲν ἔχουν περάσει παρὰ ἐλάχιστες μόνο μέρες ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Κι ὅμως, στὰ ἐλάχιστα γεγονότα ποὺ συμβαίνουν στὸ νεογέννητο Κύριο μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀνιχνεύσει τὸ ἄπειρο ἔλεός Του καὶ τὴν ἀπύθμενη ἀγάπη Του. Αὐτὸ συναισθάνεται κανείς, ἂν προσεγγίσει ἔστω καὶ λίγο τὸ γεγονὸς τῆς θείας περιτομῆς Του. Παντοῦ ἡ ἀγάπη Του. Παντοῦ ἡ θυσία Του. Παν­τοῦ ἡ ταπείνωσή Του, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος τοῦ βίου Του. Καὶ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει κατὰ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς ζωῆς Του, νὰ χύσει δηλαδὴ τὶς πρῶτες σταγόνες τοῦ τιμίου Του Αἵματος κατὰ τὴν περιτομή Του, αὐτὸ θὰ συμβεῖ καὶ μερικὰ χρόνια ἀργότερα κατὰ τὸ τίμιο Πάθος Του, ὅπου θὰ τρέξει ἄφθονο τὸ πανάγιο Αἷμα Του ὑπὲρ τῆς σωτηρίας μας.

Ἂς δοξάσουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας. Ἂς Τὸν εὐχαριστήσουμε ἐκ καρδίας γιὰ τὴν ἄπειρη ἀγάπη Του καὶ τὴν ἀνεξιχνίαστη συγκατάβασή Του. Καὶ ἂς Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς χαρίζει τὴν ἀποκοπή μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἔτσι ὥστε νὰ κατανοοῦμε βαθύτερα τὰ μεγαλεῖα τῆς ἀγάπης καὶ φιλαν­θρωπίας Του.