Ὁ προφήτης Ἠλίας

Ὁ προφήτης Ἠλίας

Τὸν μήνα Ἰούλιο δεσπόζει ἡ ἑορτὴ τοῦ ἐνδόξου προφήτου Ἡλιοὺ τοῦ Θεσβίτου. Ἡ πυρφόρος ἀνάβασή του στὸν οὐρανὸ ἑορτάζεται στὶς 20 Ἰουλίου.

Ὁ προφήτης Ἠλίας ὀνομάζεται πύρινος Προφήτης, διότι εἶχε ἔνθεο ζῆλο καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. «Ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι», ἔλεγε (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 14). Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ ζοῦσε ζωὴ παρθενίας μὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ φλογερὴ προσ­ευχή. Ὁμολογοῦσε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δὲν φοβήθηκε νὰ ἐλέγξει τὸν ἀσεβέστατο βασιλιὰ Ἀχαὰβ καὶ τὴν παμπόνηρη βασίλισσα Ἰεζάβελ. Γι’ αὐτὸ καὶ διώχθηκε. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Θεὸς τὸν προστάτευσε καὶ τὸν τίμησε ὅσο κανέναν ἄλλον Προφήτη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα. Ἀκόμη καὶ νεκρὸ ἀνέστησε ὁ προφήτης Ἠλίας, τὸν γυιὸ τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν, προεικονίζοντας τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

Ἐπίσης τὸν ἀξίωσε τῆς ­ὑψίστης τι­μῆς νὰ μὴ γνωρίσει θάνατο. ­Ἁρ­­πάχτηκε μὲ πύρινο ἅρμα, προτυ­πώ­νον­τας τὴν ἔνδοξη ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας. Καθὼς δὲ ­ἀνέβαινε ὁ Προφήτης στὸν οὐρανό, ἄφησε τὴ μηλωτή του (τὸ μάλλινο ἐπανωφόρι του) νὰ πέσει ὡς εὐλογία πάνω στὸ μαθητὴ του Ἐλισαῖο, προτυπώνοντας τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὑπαινίσσεται ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀπολυτικίου τοῦ ἑορταζομένου Προ­φήτου· «ἄνωθεν καταπέμψας Ἐ­­­­λισαίῳ τὴν χάριν». Ἀκόμη τὸν ­ἀξίωσε ὁ ἅγιος Θεὸς νὰ παρευρεθεῖ στὸ ὄ­­­­ρος Θαβὼρ μαζὶ μὲ τὸν θεόπτη Μωυσῆ κατὰ τὴ θεία Μεταμόρφωση καὶ νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν Κύριο. Τέλος θὰ τὸν ἀξιώσει νὰ εἶναι καὶ ὁ «δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ». Ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος προετοίμασε τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν πρώτη παρουσία Του, ἔτσι καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ εἶναι ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο μάρτυρες ποὺ θὰ ἀποσταλοῦν ὡς πρόδρομοι τῆς Δευτέρας καὶ ἐνδόξου Παρουσίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴ συντέλεια τῶν αἰώνων (Ἀποκ. ια΄ 3).

Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορ­τῆς τὸν προβάλλει ὡς ὑπόδειγμα προσ­ευχομένου Προφήτου. Διότι προσευ­χή­θηκε στὸ Θεὸ νὰ μὴ βρέξει, καὶ δὲν ἔ­­­­βρεξε τρία χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Κα­τόπιν προσευχήθηκε στὸ Θεὸ νὰ βρέξει, καὶ «ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς» (Ἰακ. ε΄ 18).

Ὁ Προφήτης μὲ συγκλονιστικὸ θαῦμα του ἀπέδειξε τὸ ψεῦδος τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἐξόντωσε τοὺς εἰδωλολάτρες ἱερεῖς. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴ θερμὴ προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Προφήτης στὸ Καρμήλιο ὄρος. Ὅλη τὴν ἡμέρα οἱ τετρακόσιοι πενήντα προφῆτες τοῦ Βάαλ καὶ οἱ τετρακόσιοι προφῆτες τῶν ἱερῶν ἀλσῶν, ποὺ συντηροῦσε ἡ Ἰεζάβελ, ἐπικαλοῦνταν τοὺς θεούς τους νὰ κατεβάσουν φωτιὰ γιὰ τὴ θυσία καὶ δὲν εἰσακούονταν. Ὅταν βράδιασε, ὁ ­προφήτης Ἠλίας ­ἀνήγειρε ἀπέριττο θυσιαστήριο, ­τοποθέτησε ἐ­­­πά­νω στὰ ξύλα του τὸ σφάγιο τοῦ ὁλοκαυτώματος καὶ τοὺς εἶπε νὰ καταβρέξουν τρεῖς φορὲς τὸ θυσιαστήριο μὲ ἄφθονο νερό. Ἔπειτα ­προσευχήθηκε μὲ θερμότητα στὸ Θεὸ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσα­­­ὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ. Ἀμέσως ἦλθε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔκαψε ἐντελῶς τὸ ὁλοκαύτωμα, τὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες. Ἔτσι ἀπέδειξε ὁ Προφήτης στὸ λαὸ ποιὸς ἦ­­­ταν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς στὸν ὁποῖο ὄφειλαν νὰ πιστεύουν.

Δυστυχῶς ὁ βασιλιὰς Ἀχαὰβ καὶ ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ δὲν μετενόησαν. Ἀπεν­αντίας ἐξοργίστηκαν ἀκόμη περισσότε­ρο ἐναντίον τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ καὶ ἐξαπέλυσαν ἀνθρωποκυνηγητὸ γιὰ νὰ τὸν φονεύσουν. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Θεὸς μὲ θαυμαστὸ τρόπο ­προστάτευσε τὸν προ­φήτη Ἠλία στὸν ­ξεροπόταμο ­Χορράθ. Κάθε πρωὶ ἕνας κόρακας τοῦ πήγαινε ψωμί. Καὶ κάθε ἀπόγευμα μία μερίδα ψημένο κρέας. Νερὸ ἔπινε ὁ Προφήτης ἀπὸ τὸν χείμαρρο.

Ἀργότερα ὁ ἅγιος Θεὸς εἶπε στὸν προφήτη Ἠλία νὰ πάει στὰ Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας. Ἐκεῖ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα τὸν φρόντιζε μιὰ χήρα γυναίκα. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν πάμφτωχη. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δέχθηκε νὰ φιλοξενήσει στὸ ὑπερῶο τῆς οἰκίας της τὸν Προφήτη, ἦλθε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι της. «Ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐξέλιπε καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἠλαττονήθη κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλιού» (Γ΄ Βασ. ιζ΄ 16). Δὲν τελείωναν οὔτε τὸ ἀλεύρι της οὔτε τὸ λάδι της, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν ἐλάχιστα σὲ ποσότητα. Σ’ αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἀναφέρονται τὸ πρῶτο ἁγιογραφικὸ ἀνάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀλλὰ καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἑορτῆς.

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, τελείως δοσμένος στὸν Κύριο. Νὰ μιμηθοῦμε τὸ φωτεινὸ παράδει­γμά του, τὸν ἔνθεο ζῆλο του, τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, τὴν πύρινη προσ­ευ­χή του, τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνη του στὴν ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Νὰ δίνουμε κι ἐμεῖς καθαρὴ καὶ ­κρυστάλλινη μαρτυρία γιὰ τὸν Χριστό, ὅπως καθαρὴ καὶ κρυστάλλινη μαρτυρία γιὰ τὸν Θεὸ ἔδωσε ὁ προφήτης Ἠλίας στὰ δύσκολα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ. Ὁ πύρινος Προφήτης θὰ ἐπανέλθει στοὺς ἔσχατους χρόνους, γιὰ νὰ δώσει πάλι τὴ μαρτυρία του ἐπισφραγίζοντάς την μὲ μαρτύριο καὶ ἐνισχύοντας τοὺς πιστοὺς στὴ φρικτὴ περίοδο τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἀντιχρίστου.

Πηγή: https://www.osotir.org

Πεντηκοστή

Πεντηκοστή

1. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀνακαινίζει τὸν ἄνθρωπο

Πεντηκοστή! Ἡ τελευταία δεσποτικὴ ἑορτή. Γιορτάζουμε τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ἔκχυση τῆς ἁγιαστικῆς θείας Χάριτος στὸ ἀνθρώπινο γένος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ὁ ὕψιστος καρπὸς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου, ἡ ἔσχατη καὶ κορυφαία ἐπαγγελία (ὑπόσχεση) τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ οἱ ἄνθρωποι λόγῳ τῆς δουλείας τους στὴν ἁμαρτία ἦταν χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μὲ τὴ Σταύρωσή Του ἐξασφάλισε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν καταλλαγή (συμφιλίωση) μὲ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα. Ἀπόδειξη τῆς καταλλαγῆς εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο.

Γιορτάζουμε τὴν ἔλευση τοῦ τρίτου Προσώπου τῆς ἀδιαιρέτου Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴν κοινωνία τῶν μαθητῶν, τὴν ἀποστολή Του στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Ἀπὸ σήμερα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μένει μόνιμα στὸν κόσμο, μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐργάζεται τὴ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, τὴ μεταμόρφωση τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός μας.

Γι’ αὐτὸ καὶ Πεντηκοστὴ σημαίνει: ἀ­ναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ὁ ἐν Χρι­στῷ καινὸς ἄνθρωπος εἶναι πραγματικότητα. Πεντηκοστὴ σημαίνει ὅτι ὁ ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, νὰ γίνει θεοφόρος.

2. Ποταμοὶ θείας Χάριτος ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου

Ὁ Κύριος γεμάτος ἀγάπη καὶ πόθο γιὰ τὴ σωτηρία μας, «ἔκραξε», φώναξε δυ­νατά, καὶ μᾶς κάλεσε κοντά Του γιὰ νὰ σβήσει τὴ δίψα μας, δηλαδὴ τοὺς μεγάλους πόθους τῆς ἀνθρώπινης ψυ­χῆς:

–«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω»· ὅποιος διψάει ἂς ἔρθει κοντὰ σὲ Μένα καὶ ἂς πίνει. Κοντὰ σὲ Μένα θὰ βρεῖ ἀνάπαυση, θὰ ξεδιψάσει.

Ἔτσι γίνεται. Καὶ ὄχι μόνο θὰ ξεδιψάσει κοντά Του ὅποιος διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς μετανοίας συνδεθεῖ μὲ τὸν Κύριο, ἀλλὰ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος πηγή:

–«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ», διαβεβαίωσε ὁ Κύριος, «καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος». Ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό του θὰ τρέχουν ποταμοὶ θείας Χάριτος.

Αὐτὴ τὴν πραγματικότητα τὴ διαπιστώνουμε στοὺς Ἁγίους μας. Τὰ λόγια τους εἶναι φωτισμένα, τὰ ἀγαθὰ ἔργα τους πολλὰ καὶ θαυμαστά, ἡ προσευχή τους φλογερὴ καὶ ἀποτελεσματική, ἡ παρουσία τους τόσο εὐεργετικὴ στὸ περιβάλλον τους. Εἰρηνεύουν, ἀναπαύουν, συγκλονίζουν ὅσους ἀναστρέφον­ται μαζί τους. Ἐκπέμπουν ἔντονα τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὴν Χάρι Του.

Οἱ Ἅγιοι φανερώνουν πόσο μεγάλη εὐεργεσία εἶναι ἡ Πεντηκοστή. Καὶ μᾶς καλοῦν νὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε. Διότι τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι νὰ μετέχουμε τυπικὰ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ἐμπειρία Χάριτος, νὰ κατοικήσει μόνιμα μέσα μας ὁ Κύριος· νὰ Τοῦ δώσουμε ὁλόκληρη τὴν καρδιά μας· νὰ ἀποφασίσουμε καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴν τέλεια ὑπακοὴ στὶς ἅγιες ἐντολές Του, γιὰ τὴν τέλεια νέκρωση τῆς ἁμαρτίας μέσα μας. Καὶ σὲ αὐτὸ μᾶς βοηθεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

Ὅσο τὸ προσπαθοῦμε, τόσο ἐνισχύεται ἡ παρουσία καὶ ἡ ἐνέργειά Του μέσα μας, μέχρι νὰ φθάσουμε, μετὰ ἀπὸ σταθερὸ ἀγώνα καὶ πολλὴ ταπείνωση, νὰ ζήσουμε τὴ μόνιμη παρουσία Του στὶς καρδιές μας.

3. Ἀντίσταση στὴ θεία ἀγάπη

Ὅταν ὁ Κύριος μίλησε γιὰ τὴν ὕψιστη αὐτὴ δωρεά, δὲν ἔγινε ἀποδεκτὸς ἀπὸ ὅλους. «Σχίσμα ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾿ αὐτόν». Ἄλλοι ἀπὸ τὸν λαὸ πίστεψαν, ἐνῶ ἄλλοι ὄχι. Οἱ ὑπηρέτες τῶν Φαρισαίων ποὺ εἶχαν σταλεῖ νὰ Τὸν συλλάβουν, γύρισαν ἄπρακτοι ὁμολογώντας ὅτι ποτὲ δὲν μίλησε ἄνθρωπος ὅπως Ἐκεῖνος, γεγονὸς ποὺ ἐξόργισε τοὺς κυρίους τους. Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, ὁ Νικόδημος, θέλησε νὰ ὑπερ­ασπισθεῖ τὸν Κύριο:

–«Σύμφωνα μὲ τὸ Νόμο, κανεὶς δὲν καταδικάζεται, ἂν πρῶτα δὲν ἀπολογηθεῖ». Ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν πείσθηκαν, διότι δὲν ἤθελαν.

Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, ἂν καὶ εἶναι ἀποκάλυψη ἀγάπης καὶ φέρνει τὴ μεγάλη δωρεὰ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἑνότητος, προκαλεῖ ἀντιδράσεις. Διότι, ὅσο συγκλονιστικὸ γεγονὸς καὶ ἂν εἶναι, δὲν καταργεῖ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.

Προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νὰ ­δεχθεῖ τὸν Θεό, πρέπει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἁ­μαρτωλὸ ἑαυτό του. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶ­ναι διατεθειμένοι νὰ τὸ κάνουν ὅσοι ἀ­γαποῦν τὰ πάθη τους. Ἔτσι, μὲ ἀ­φορμὴ τὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, ἡ ἀνθρωπότητα χωρίζεται σὲ δύο στρατόπεδα: σὲ ὅσους δέχονται τὴ δωρεά, καὶ σὲ ὅσους τὴν ἀρνοῦνται. Σὲ ὅσους ὑποτάσσονται στὸν Χριστὸ καὶ μεταμορφώνονται ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη, καὶ σὲ ὅσους ἀντιτίθενται σ᾿ Ἐκεῖνον καὶ μισοῦν τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ…

Εἴθε ὅλοι μας νὰ παραδοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὥστε νὰ γί­νουμε «λάμποντες, ἀστράπτοντες, ἠλ­­­­λοιωμένοι» – νὰ λάμπουμε, νὰ ἐκπέμ­πουμε μὲ τὴ ζωή μας τὸ ἀστραφτερὸ φῶς τῆς ἁγιότητος. Νὰ εἴμαστε ἀλλοιωμένοι, μεταμορφωμένοι – καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει καμιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ ἀρνεῖται πεισματικὰ τὴν ἀνεκτίμητη δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πηγή: https://www.osotir.org

Ἡ χαρὰ ἡ μεγάλη τῆς Ἀναλήψεως

Ἡ χαρὰ ἡ μεγάλη τῆς Ἀναλήψεως

Ἀνάληψη. Ἡ μεγάλη καὶ λαμπρὴ δεσποτικὴ ἑορτὴ τοῦ Κυρίου μας. Τὴν πανηγυρίζουμε μὲ ὕμνους τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Τὴν περιμένουμε μὲ λαχτάρα κάθε χρόνο. Γιὰ νὰ πορευθοῦμε μὲ τοὺς ἁγίους μαθητὲς στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Γιατὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἀπηύθυνε στοὺς μαθητές Του τὶς τελευταῖες Του ὑποθῆκες, «ἀνελήφθη ἐν δόξῃ». Ὑψώθηκε καὶ χάθηκε ἀπὸ τοὺς χοϊκοὺς ὀφθαλμούς τους. Θὰ περίμενε κανεὶς νὰ ζωγραφισθεῖ στὰ πρόσωπα τῶν ὀρφανεμένων μαθητῶν θλίψη καὶ ὀδύνη. Συνέβη ὅμως τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὅμως μᾶς διασώζει εἴδηση θαυμαστή, ὅτι οἱ μαθητὲς «ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης» (Λουκ. κδ΄ [24] 52). Ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ μεγάλη χαρά;

Πρῶτα χαροποίησε τοὺς μαθητὲς ἡ δό­­ξα τοῦ θείου Διδασκάλου τους. Καθὼς Τὸν ἔβλεπαν μὲ τέτοια μεγαλοπρέπεια μέσα σὲ σύννεφο τυλιγμένο, καὶ μὲ συνοδεία λαμπρῶν Ἀγγέλων νὰ ἀνέρχεται στὰ ἄνω βασίλεια δοξασμένος, πίστεψαν ἀκράδαντα στὴ θεϊκή Του παντοδυναμία. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Διδάσκαλός τους, εἶναι Θεός, κυρίαρχος τῶν πάντων. Ἑπομένως οἱ μαθητὲς χαίρονται γιὰ τὸν ἔν­δοξο θριαμβευτὴ καὶ νικητὴ Διδάσκαλο καὶ Θεό τους. Τώρα δὲν θὰ ὑποχωροῦν οὔτε θὰ δειλιάζουν μπροστὰ σὲ ἐχθροὺς βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες, οὔτε θὰ φοβοῦνται τοὺς πονηροὺς δαίμονες. Καὶ τὸν θάνατο τὸν φοβερὸ θὰ περιγελοῦν, γιατὶ ὁ ἔνδοξος Χριστὸς τὰ νίκησε ὅλα. Καὶ θὰ εἶναι μαζί τους. Καὶ θὰ τοὺς ἐνισχύει. Καὶ τὶς δικές Του νίκες θὰ τὶς χαρίζει σ’ αὐτοὺς καὶ σὲ ὅλους τοὺς δικούς Του ἀκολούθους. Καὶ θὰ τοὺς δοξάζει ὁ Κύριος ὄχι μόνο στὴ γῆ αὐτὴ ἀλλὰ καὶ στὸν οὐρανό. Γιατὶ ὁ ἀναληφθεὶς Κύριος «συνεζωοποίησε… συνήγειρε καὶ συνεκάθισε» στὸ θρόνο τοῦ οὐρανίου Του Πατρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση (Ἐφ. β΄ 5-6). Καὶ ἐκεῖ στὸν Παράδεισο κάθε πιστὸς ποὺ θὰ θελήσει νὰ ζήσει τὸν θεάρεστο βίο, θὰ ἀ­παστράπτει μὲ δόξα ἀθάνατη καὶ κάλλος ἐκτυφλωτικό.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ δεύτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ μαθητὲς δοκιμάζουν χαρὰ μεγάλη. Εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ ἀναληφθέν­τος Κυρίου. «Καὶ ἐγένετο», μᾶς λέει ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «ἐν τῷ εὐ­λογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν» (Λουκ. κδ΄ [24] 51). Ἄνοιξε ὁ Κύριος τὰ ἄχραντα χέρια Του ποὺ εἶχαν ἀποτυπωμένα τὰ σημάδια τῆς θυσίας Του. Καὶ δὲν εὐλόγησε ἁπλῶς μιὰ στιγμὴ τοὺς μαθητές Του, ἀλλά, καθὼς ἀνέβαινε, συνεχῶς τοὺς εὐλογοῦσε. Καὶ μὲ τὴ στάση αὐτὴ τῆς διαρκοῦς καὶ παρατεταμένης εὐλογίας ἀ­νέ­βαινε, ἕως ὅτου ἔσβησε καὶ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια τους. Καὶ αὐτοὶ ἀπέμειναν νὰ κοιτάζουν ἔκθαμβοι τὴ μεγαλειώδη εἰκόνα τῆς τελευταίας πράξεως τοῦ ἀγαπημένου Διδασκάλου τους. Τί αἴσθηση πλούσιας ἀγάπης! Ἀπολαμβάνουν οἱ μαθητὲς ἐκείνη τὴν ὥρα τοῦ ἀποχωρισμοῦ μοναδικὴ ἀγάπη. Γνωρίζουν πολὺ καλὰ πόσο Τὸν εἶχαν πικράνει. Πόσες φορὲς εἶχαν ἐπιδείξει φιλοπρωτίες, εἶχαν φανερώσει φιλοδοξίες, εἶχαν ἐκδηλώσει ὀλιγοπιστίες, εἶχαν ἀθετήσει ὑποσχέσεις. Καὶ ὅμως ὁ Κύριος τοὺς ἀποχαιρετᾶ μὲ ἀγάπη!

Εἶναι σὰν νὰ τοὺς ἔλεγε: «Εἶμαι μαζί σας, δικός σας. Θὰ εὐλογῶ ὅλα σας τὰ βήματα. Καὶ τὰ δικά σας καὶ ὅλων ὅσοι θὰ πιστέψουν στὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ θελήσουν νὰ μὲ ἀκολουθήσουν. Ὅλοι χωρᾶτε στὴ θεϊκή μου ἀγκάλη. Μὲ τὴν παντοδύναμη εὐλογία μου θὰ ἁπαλύνον­ται οἱ πόνοι σας καὶ θὰ στηρίζεσθε στοὺς πειρασμούς. Ἐδῶ στὰ ἀνοικτά μου χέρια βρίσκεται ἡ ἄκρα ἀγαθότητα καὶ ἡ ἄπειρη ἀγάπη μου. Ἡ χωρὶς ὅρια ἀγάπη. Προχωρεῖτε λοιπὸν μὲ θάρρος. Θὰ σᾶς εὐλογῶ πάντα καὶ ὅπου θὰ βρίσκεσθε, ʽʽἕως ἐσχάτου τῆς γῆςʼʼ» (βλ. Πράξ. α΄ 8).

Δύο μεγάλες χαρὲς ἀπήλαυσαν οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν τὴν ἡμέρα τῆς θείας Του Ἀναλήψεως: τὴν ὑπερκόσμια δόξα Του καὶ τὴ θεία εὐλογία Του.

Ἀπέμενε ὅμως καὶ μία ἀκόμη μεγαλύτερη χαρὰ ποὺ κατὰ τὴν ὑπόσχεσή Του ὁ ἀναληφθεὶς Κύριος θὰ χάριζε στοὺς μαθητές Του λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του. Ποιὰ χαρά; Ὅτι δὲν θὰ τοὺς ἄφηνε μόνους. Τὴν πνευματική τους μοναξιὰ θὰ τὴν ἀνεπλήρωνε μὲ τὴν παρουσία τοῦ «ἄλλου Παρακλήτου», δηλαδὴ μὲ τὸ Παν­άγιο Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο θὰ τοὺς ἀπέστελλε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ιδ΄ [14] 16, ις΄ [16] 13). Αὐτὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ τοὺς ὑπενθύμιζε μὲ κρυστάλλινη διαύγεια ὅλες τὶς θεϊκὲς διδασκαλίες ποὺ εἶχαν ἀκούσει ἀπὸ τὸν Ἴδιο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ τὶς κηρύττουν ἀνόθευτα καὶ νὰ τὶς ­καταγράφουν αὐθεντικά. Αὐτὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ τοὺς ἐνθουσίαζε στοὺς ἱεραποστολικοὺς ἀγῶνες τους καὶ θὰ ἐνεργοῦσε τὶς θαυμαστὲς ἀλλοιώσεις στὶς ψυ­χὲς τῶν ἀκροατῶν τους καὶ τὰ θαύμα­τα τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων διὰ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων μέσα στὴν Κιβωτὸ τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας! Ὅλα αὐτὰ πρα­γματοποιήθηκαν τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Καὶ συνε­χίσθηκαν καὶ συνεχίζον­ται μέσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Πῶς νὰ μὴ χαίρονται λοιπὸν μὲ χαρὰ μεγάλη οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου;

Ἂς χαροῦμε κι ἐμεῖς μαζί τους. Γιατὶ μέσα στὴν Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γευόμαστε καὶ ἐμεῖς τὶς ἴδιες χαρές, τὰ πανάκριβα δῶρα τοῦ ἀναληφθέντος Κυρίου: τὴν παντοδύναμη προστασία Του, τὴν πλούσια εὐλογία Του, τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τέλος τὸν δοξασμό μας μαζί Του στὸν Παράδεισο!

Πηγή: https://www.osotir.org/2016/06/08/xar-megali-t-s-nalipseos/

Ἀνέστη Χριστός, Ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

Ἀνέστη Χριστός, Ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

Του Φώτη Κόντογλου

Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ ̓ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ ̓ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.

Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ ̓ ἀναστηθῆ, μ ̓ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ ̓ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ ̓ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ ̓ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦνε τὴ χαροποιὰ εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»…

Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; …Καὶ μ ̓ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ ̓ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ ̓ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ ̓ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε. Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας… Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας».

Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».

Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν ̓ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ ̓ ἐμεῖς μαζί του.

Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε.

Πηγή: https://orthodoxfathers.com/logos/Anesti-Christos-dokimasia-tou-logikou