Ἡ μυστικὴ δύναμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

Ἡ μυστικὴ δύναμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

Προβάλλονται καὶ φέτος ἀπὸ τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, στὸν κοινό τους ἑορτασμό, οἱ μοναδικὲς μορ­­φὲς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἰωάν­νου τοῦ Χρυσοστόμου. Οἱ φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, οἱ κήρυκες τῆς μετανοίας, οἱ ὑπέρμαχοι τῆς Ἀληθείας, οἱ βράχοι τῆς πίστεως. Ἐξαίρετα πνεύματα, πολυδύναμες καὶ χαρισματικὲς προσωπικότητες, ποὺ συνεχίζουν νὰ λάμπουν ἀκόμη καὶ θὰ λάμπουν μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων.

Τοὺς τιμοῦμε, τοὺς θαυμάζουμε, συν­άμα καὶ ἀποροῦμε:

Πῶς κατάφεραν τόσα πολλά; Πῶς ἔ­φθασαν τόσο ψηλά; Πῶς διέπρεψαν σʼ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, στὴ φιλανθρωπία, στὴν ἱεραποστολή, στὸ κήρυγμα, στὴ συγγραφή; Ποιὸ ἦταν τὸ μυστικό τους; Ποῦ ὀφείλεται ἡ ἐπιτυχία τους;

Μήπως στὴν εὐγενικὴ καταγωγή τους, στὶς γνώσεις τους, στὶς ἱκανότητές τους ἢ στὸ ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης τους;

Ἕνα βλέμμα προσεκτικὸ στὴν ἁγία βιοτή τους θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ καταλάβουμε πὼς μία ἦταν ἡ μυστική τους δύναμη. Ἀπὸ ’κεῖ ἀντλοῦσαν ἔμπνευση, φωτισμό, χάρη. Κι αὐτὴ ἦταν ἡ προσευχή! Ἡ ὥρα τῆς ἑνώσεώς τους μὲ τὸν Θεὸ στὶς κατανυκτικὲς μυστικὲς ἱκεσίες τους. Τὸ βεβαιώνουν οἱ ἴδιοι λέ­γοντας: «Οὐ­δὲν γλυκύτερον προσευχῆς» (Ἰωάννης Χρυσόστομος)· «προσευχῆς και­­ρὸς ἔ­στω ἅ­πας ὁ βίος» (Μέγας Βασίλειος)· «μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον» (Γρηγόριος Θεολόγος).

Καὶ οἱ τρεῖς τους γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν μέσα σὲ οἰκογενειακὰ περιβάλλοντα ποὺ γνώριζαν τὴν προσευχή. Καθοδηγούμενοι κυρίως ἀπὸ τὶς μητέρες τους, ποὺ ἦταν ἄνθρωποι πολλῆς προσ­ευχῆς. Πλησίαζε ὁ θάνατος γιὰ τὴν ἁγία Νόννα, καὶ ἐκείνη τὸν περίμενε προσευχόμενη. Γιὰ νὰ γράψει ὁ γιός της Γρηγόριος: «Λίγη πνοὴ τῆς εἶχε ἀπομείνει, καὶ αὐτὴ τὴν ἔδινε στὸ Θεό, στὴν προσευχή».

Στὴν προσευχὴ στήριξαν τὶς ἀποφάσεις τους γιὰ τὸ μέλλον τῆς ζωῆς τους. Γι’ αὐτό, πρὶν ξεκινήσουν νὰ ἐργασθοῦν μέσα στὴν κοινωνία, διάλεξαν τὴν ἔρημο τῆς Συρίας, τοῦ Πόντου. Σκοπός τους ἕνας: νὰ μάθουν τὴν προσευχή, νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεό, νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐμπειρία τῆς ἑνώσεως μαζί Του καὶ ἔτσι νὰ προχωρήσουν στὴ ζωή τους.

Ἀφήνουν τὴν ἔρημο γιὰ νὰ διακονήσουν τὴν Ἐκκλησία κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους σὲ μιὰ δύσκολη ἐποχή. Στάθηκαν δίπλα στὸν ἀνθρώπινο πόνο, ὑπερασπίστηκαν τοὺς ἀδικημένους, προστάτευσαν τοὺς πτωχούς. Σύμμαχός τους κανένας ἐπίγειος βασιλιάς, μόνο ὁ ἐπουράνιος Βασιλέας καὶ Πατέρας. Κατέφευγαν σʼ Αὐτὸν πάντοτε, καὶ μάλιστα στὶς πιὸ δύσκολες ὧρες τῶν διωγμῶν, τῶν συκοφαντιῶν καὶ τῆς ἐξορίας.

Ταυτόχρονα μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ μᾶς προσέφεραν τὴ θεολογία τους. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ κατασπάραζε τὴν Ἐκκλησία πα­ρα­σύρον­τας καὶ πολλοὺς ἐπισκόπους, ἐ­κεῖνοι στάθηκαν βράχοι στὰ μανιασμένα κύματα τῶν αἱρέσεων, προσευχόμενοι. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνέλυαν βαθύτατα τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θεότητα τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀπαύγασμα τῶν προσευχῶν τους εἶ­ναι καὶ τὰ ἱερὰ κείμενα τῶν θείων Λειτουργιῶν, ποὺ καὶ οἱ τρεῖς ἀξιώθηκαν νὰ συγγράψουν. Μέσα ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Λει­τουργίας καταλαβαίνουμε τὸ μυστικό τους βάθος καὶ τὸν πλοῦτο τῆς διαρκῶς προσ­ευχόμενης ψυχῆς τους. Ζοῦ­σαν τὴ θεία Λειτουργία, ἐνεπνέοντο ἀπὸ αὐτὴν καὶ ἐνέπνεαν ὅσους τοὺς ἔζησαν ὡς λειτουργοὺς τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου.

Αὐτοὶ ποὺ γεννήθηκαν, ἀνατράφηκαν, ἐργάσθηκαν, θεολόγησαν μὲ προσ­ευχὴ καὶ συνέγραψαν πλῆθος προσευχῶν, ἀ­ναχώρησαν ἀπὸ τὸν μάταιο αὐτὸ κόσμο μὲ λόγια προσευχῆς στὰ χείλη. Χαρακτηριστικὸ τὸ παράδει­γμα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ποὺ ἐπισφραγίζει τὴν ἐπίγεια πορεία του μὲ τὰ δοξολογητικὰ λόγια: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

Δυστυχῶς στὴν ἐποχή μας ἡ ἑορτή τους συνεχῶς ὑποβαθμίζεται, καὶ ἐπιθυμία πολλῶν εἶναι νὰ καταρ­γηθεῖ, οἱ ἐκδηλώσεις πρὸς τιμήν τους εἶναι ἐλάχιστες κι αὐτὲς τυπικές, τὰ ὀνόματά τους δύσκολα ἀκούον­ται, καὶ τὰ πρόσωπά τους δὲν προβάλλονται πιὰ ὡς πρότυπα ζωῆς γιὰ μικροὺς καὶ μεγάλους.

Αὐτοὶ ὅμως παραμένουν μεγάλοι, δυ­νατοί, Ἅγιοι! Τὸ παράδειγμά τους πάν­τοτε θὰ ἐμπνέει, τὸ φῶς τους θὰ λάμπει, καὶ ἡ προσευχή τους θὰ μᾶς στηρίζει.

Ἂς γίνουν πρότυπα προσευχῆς γιὰ ὅ­­λους μας μὲ τὸ ἐξαίρετο παράδειγμά τους. Ν’ ἀγαπήσουμε τὴν προ­σευχὴ καὶ σʼ αὐτὴ νὰ καταφεύγουμε πάντοτε, καὶ αὐτὴ νὰ εἶναι καὶ ἡ δική μας δύναμη καὶ ζωή!

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ
Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

…Τὰ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πρώτη δημόσια ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ, ὁ Κύριός μας εἶχε ἀποκαλυφθεῖ σὲ μερικοὺς προνομιούχους. Σήμερα ὅμως, ὅλοι ὅσοι περικύκλωναν τὸν Ἰωάννη, δηλαδὴ οἱ μαθητές του, καὶ ὅλο τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε κατεβεῖ στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη, γίνονται μάρτυρες μιᾶς πολὺ ἐπισημότερης φανέρωσης τοῦ Ἰησοῦ.

Σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ φανέρωση; Ἔχει δύο πτυχές. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ πτυχὴ τῆς ταπεινώσεως στὴν ὁποία ὑπόκειται ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὸ βάπτισμα. Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ πτυχὴ τῆς δόξας, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη μαρτυρία ποὺ ὁ Πρόδρομος δίνει γιὰ τὸν Ἰησοῦ καί, σ’ ἕνα ἐπίπεδο ἀπείρως ἀνώτερο, ἡ θεία μαρτυρία ποὺ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα παρέχουν γιὰ τὸν Υἱό.

Θὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ κοντὰ καὶ τὶς δύο πτυχές· πρῶτα ὅμως ἂς κρατήσουμε τοῦτο: κάθε φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, τόσο μέσα στὴν Ἱστορία ὅσο καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου, εἶναι φανέρωση δόξας καὶ ταπεινώσεως ταυτοχρόνως. Ὅποιος διαχωρίζει αὐτὲς τὶς δύο πτυχὲς τοῦ Χριστοῦ, κάνει σφάλμα ποὺ διαστρεβλώνει ὅλη τὴν πνευματικὴ ζωή. Δὲν μπορῶ νὰ πλησιάσω τὸν δοξασμένο Χριστὸ χωρὶς τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ πλησιάσω τὸν ταπεινωμένο Χριστό, οὔτε νὰ πλησιάσω τὸν Χριστὸ στὴν ταπείνωση Τοῦ χωρὶς τὴ δόξα Του. Ἂν ἐπιθυμῶ νὰ φανερωθεῖ μέσα μου, μέσα στὴ ζωή μου, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει παρὰ μόνον ἂν ἀγκαλιάσω Αὐτὸν ποὺ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος μὲ θερμὴ ἀφοσίωση ὀνόμαζε ὁ ταπεινὸς Χριστὸς καὶ ἂν μὲ τὸ ἴδιο σκίρτημα λατρεύσω Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι Θεός, Βασιλεὺς καὶ Νικητής. Νὰ τὸ πρῶτο δίδαγμα τῶν Θεοφανείων.

Ἡ ταπείνωση τῶν Θεοφανείων συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό Του στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ποὺ εἶναι βάπτισμα μετανοίας. Ἐκεῖνος κατ’ ἀρχὴν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς ἐπιμένει: «Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». (Ματθ. 3:13-15). Χωρὶς ἀμφιβολία, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανένα ἐξαγνισμὸ ἐκ μέρους τοῦ Ἰωάννη, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα ποὺ πρόσφερε ὁ Ἰωάννης, αὐτὸ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας μὲ σκοπὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, προετοίμαζε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Μεσσία. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, πρὶν κηρύξει τὴν ἔλευση αὐτῆς τῆς Βασιλείας, θέλησε νὰ περάσει καὶ νὰ κάνει κι ὁ Ἴδιος χρήση ὅλων τῶν προπαρασκευαστικῶν φάσεων.

Ἐνῶ ἦταν Αὐτὸς τὸ πλήρωμα, θέλησε νὰ ἀναλάβει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀτελῆ καὶ ἀσυμπλήρωτα. Δεχόμενος ὅμως τὸ Ἰωάννειο βάπτισμα ὁ Ἰησοῦς ἔκανε κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία ἁπλὴ ἐπιδοκιμασία καὶ ἐπίσημη ἐπικύρωση μιᾶς τελετῆς πρὶν τὴν μεταβάλλει, πρὶν τὴν ἐντάξει ὡς ἀτελῆ στὸ τέλειο. Αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀναμάρτητος ἔγινε φορέας τῶν ἁμαρτιῶν μας, τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, καί, στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν, ἔκανε μία δημόσια κίνηση μετανοίας. Θέλησε ἀκόμη νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀνάγκη τῆς μετανοίας καὶ τῆς μεταστροφῆς· πρὶν ἀκόμη πλησιάσουμε τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, πρέπει νὰ δεχτοῦμε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, δηλαδὴ νὰ περάσουμε ἀπὸ μία ἀλλαγὴ νοῦ, ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ καταστροφή. Πρέπει νὰ ἐπιδείξουμε ἀληθινὴ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ταπεινὴ πλευρὰ τῶν Θεοφανείων.

Καὶ ἐδῶ, πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸν περιορισμένο ὁρίζοντα τοῦ Ἰωάννειου βαπτίσματος, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ. Τὸ χριστιανικό μας βάπτισμα μᾶς ἔπλυνε καὶ μᾶς ἐξάγνισε. Κατήργησε μέσα μας τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ μᾶς ἔκανε καινὴ κτίση. Προφανῶς ἤμαστε παιδιὰ ὅταν βαπτιστήκαμε. Ἡ χάρη τοῦ Μυστηρίου ὑπῆρξε ἡ θεία ἀνταπόκριση ὄχι στὸ δικό μας προσωπικὸ αἴτημα, ἀλλὰ στὴν πίστη ἐκείνων ποὺ μᾶς ὁδήγησαν στὸ βάπτισμα καὶ στὴν πίστη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μᾶς ἀναδέχθηκε. Ἡ βαπτιστικὴ λοιπὸν αὐτὴ χάρη ὑπῆρξε κατὰ κάποιο τρόπο προσωρινὴ καὶ ὑπὸ προϋποθέσεις: μεγαλώνοντας καὶ ἀποκτώντας συνείδηση τῶν πραγμάτων, θὰ ἐπικυρώναμε μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή μας τὴν πράξη τοῦ βαπτίσματός μας.

Τὰ Θεοφάνεια εἶναι καθ’ ὑπερβολὴ ἡ γιορτὴ τοῦ βαπτίσματος, ὄχι μόνον τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ δικοῦ μας. Εἶναι μία θαυμαστὴ εὐκαιρία νὰ ἀνανεώσουμε τὸ πνεῦμα τοῦ βαπτίσματος ποὺ δεχθήκαμε καὶ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴ χάρη τὴν ὁποία μᾶς ἐπιδαψίλευσε. Διότι, ἡ χάρη τῶν Μυστηρίων, ἀκόμη κι ἂν διακοπεῖ ἢ ἀνασταλεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας, μπορεῖ νὰ ἀναβιώσει μέσα μας, ἐὰν στραφοῦμε καὶ πάλι εἰλικρινὰ πρὸς τὸν Θεό. Στὴ γιορτὴ τῶν Θεοφανείων, ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς λούσει καὶ πάλι, πνευματικά, ὄχι μὲ τὴν ὑλικὴ ἔννοια, στὰ νερὰ τοῦ βαπτίσματός μας. Ἂς βυθίσουμε ἐκεῖ τὴν παλιὰ ἁμαρτωλή μας φύση, διότι τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνας μυστικὸς θάνατος- ἂς διασχίσουμε τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα ποὺ χωρίζει τὴν αἰχμαλωσία ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ ἂς βαπτιστοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ καθαριστοῦμε, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἰωάννη ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.

Ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ὀκτὼ μέρες μετὰ τὴ γέννησή του κάθε ἀρσενικὸ βρέφος ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ ὅσα προέβλεπε ὁ Μωσαϊκὸς νόμος, νὰ περιτμηθεῖ. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν νεογέννητο Κύριο Ἰησοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴν πρώτη κάθε νέου ἔτους ἑορτάζουμε τὸ γεγονὸς τῆς περιτομῆς Του.

Στοὺς Ἰουδαίους ἡ περιτομὴ εἶχε τὴν ἔννοια τῆς ἀφιερώσεως τοῦ ἀνθρώπου στὸ Θεὸ καὶ ταυτόχρονα ἀποτελοῦσε βασικὸ διαχωριστικὸ γνώρισμά τους ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς τέλειος Θεὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη τῆς διαδικασίας τῆς περιτομῆς γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴν ἀφιέρωσή Του στὸ Θεό. Στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ κατοικοῦσε «πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β΄ 9), ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Κι ὅμως, ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, νὰ δεχθεῖ τὴν περιτομὴ ποὺ προέβλεπε ὁ Νόμος. ­Συγκατάβαση τῆς ἀγάπης Του κι αὐτὴ ἡ ἀποδοχή, σὲ συνέχεια τῆς μεγάλης Του συγκαταβάσεως, αὐτῆς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεώς Του, πρὸς εὐεργεσία καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Αὐτὸ ψάλλει καὶ ἕνα σχετικὸ τροπάριο τῆς ἑορτῆς: «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο ­σπαργάνων περιβολήν· οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν…» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο, ἦχος πλ. δ΄). Δηλαδή: ­Συγκαταβαίνοντας ὁ Σωτήρας μας στὸ ἀνθρώπινο γένος, καταδέχθηκε νὰ φορέσει σπάργανα βρεφικά· καὶ δὲν ἀπαρνήθηκε μὲ ἀποστροφὴ τὴν περιτομὴ τῆς σαρκός. Ὕψιστη συγκατάβαση! Ἄπειρη φιλανθρωπία καὶ ἀγάπη! Δεχόμενος ὁ Κύριος τὴν περιτομὴ δέχεται ταυτόχρονα νὰ θεωρηθεῖ σὰν κάποιος ξένος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς περιτομῆς γίνεται δεκτὸς στὴ διαθήκη τοῦ Θεοῦ. Ποιός; Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος πάντοτε ὑπῆρξε ὁ φυσικός, ὁ ἀγαπημένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δέχεται νὰ θεωρηθεῖ ἁμαρτωλός, ποὺ ἔχει ἀνάγκη νὰ ἀποθέσει τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας του, Αὐτὸς ποὺ ἦταν ξένος πρὸς τὴν ἁμαρτία. Διὰ τῆς περιτομῆς Του κάνει ἀρχὴ τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἔτσι ὥστε νὰ δεσμεύεται νὰ τὶς τηρήσει κατόπιν ὅλες, Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἐλευθερία.

Δεχόμενος ὁ Κύριος τὴν ἰουδαϊκὴ περιτομὴ οὐσιαστικὰ ἀποτρέπει δύο κατηγορίες ποὺ ἀφοροῦν στὸ πρόσωπό Του: Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἀποστομώνει ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν αἱρετικῶν ποὺ ἰσχυρίσθηκαν ἀργότερα ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν προσέλαβε ἀληθινὴ ἀνθρώπινη σάρκα, ἀλλὰ σαρκώθηκε κατὰ φαν­τασία. Μὲ τὴν περιτομή Του ὁ Κύριος ἀποδεικνύει περίτρανα τὸ πόσο ἀναληθὴς εἶναι ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός. Γιατὶ πῶς θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ δεχθεῖ περιτομή, ἂν δὲν εἶχε λάβει πραγματικὴ ἀνθρώπινη σάρκα;
Καὶ δεύτερον, ἀποδεικνύει συκοφαν­τικὰ καὶ ψευδὴ ὅλα ὅσα Τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ τὴ μὴ τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου. Κι ἔτσι, Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος ὅρισε καὶ παρέδωσε στοὺς ἀνθρώπους τὸ Νόμο, χάριν τῆς δικῆς μας σωτηρίας ἐκπληρώνει καὶ τηρεῖ ὅ,τι προβλέπει ὁ Νόμος.

Τηρεῖ τὸ Νόμο, ὑπόκειται στὶς διατάξεις του, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶναι Αὐτὸς ποὺ καὶ τὸν ὑπερβαίνει. Εἶναι Αὐτὸς ποὺ μᾶς βγάζει ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ Νόμου καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ χῶρο τῆς Χάριτος. Διότι ἐνῶ «ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (Ἰω. α΄ 17).

Οἱ ἱεροὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν στὴν περιτομὴ τοῦ Κυρίου τὴν ἀχειροποίητη περιτομὴ τὴν ὁποία χαρίζει σ’ ἐμᾶς. Βλέπουν δηλαδή σ’ αὐτὴν τὸν τύπο τοῦ Μυστηρίου τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Ἔτσι, ὅπως μὲ τὴν περιτομὴ ἀπεκόπτετο ἕνα μέλος τοῦ σώματος, κατὰ ἀνάλογο τρόπο καὶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἀποκόπτουμε τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας.

Δὲν ἔχουν περάσει παρὰ ἐλάχιστες μόνο μέρες ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Κι ὅμως, στὰ ἐλάχιστα γεγονότα ποὺ συμβαίνουν στὸ νεογέννητο Κύριο μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀνιχνεύσει τὸ ἄπειρο ἔλεός Του καὶ τὴν ἀπύθμενη ἀγάπη Του. Αὐτὸ συναισθάνεται κανείς, ἂν προσεγγίσει ἔστω καὶ λίγο τὸ γεγονὸς τῆς θείας περιτομῆς Του. Παντοῦ ἡ ἀγάπη Του. Παντοῦ ἡ θυσία Του. Παν­τοῦ ἡ ταπείνωσή Του, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος τοῦ βίου Του. Καὶ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει κατὰ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς ζωῆς Του, νὰ χύσει δηλαδὴ τὶς πρῶτες σταγόνες τοῦ τιμίου Του Αἵματος κατὰ τὴν περιτομή Του, αὐτὸ θὰ συμβεῖ καὶ μερικὰ χρόνια ἀργότερα κατὰ τὸ τίμιο Πάθος Του, ὅπου θὰ τρέξει ἄφθονο τὸ πανάγιο Αἷμα Του ὑπὲρ τῆς σωτηρίας μας.

Ἂς δοξάσουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας. Ἂς Τὸν εὐχαριστήσουμε ἐκ καρδίας γιὰ τὴν ἄπειρη ἀγάπη Του καὶ τὴν ἀνεξιχνίαστη συγκατάβασή Του. Καὶ ἂς Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς χαρίζει τὴν ἀποκοπή μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἔτσι ὥστε νὰ κατανοοῦμε βαθύτερα τὰ μεγαλεῖα τῆς ἀγάπης καὶ φιλαν­θρωπίας Του.

Ἡ Νηστεία τῶν Χριστουγέννων καί τό Σαρανταλείτουργο

Ἡ Νηστεία τῶν Χριστουγέννων
καί τό Σαρανταλείτουργο

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.

Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.

Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.

Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.

Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».

Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.