Το θαυμαστό έργο των Αγίων Αποστόλων

Το θαυμαστό έργο των Αγίων Αποστόλων

Η εορτή των αγίων Αποστόλων στο τέλος του Ιουνίου στρέφει και πάλι το νου μας προς τους ανθρώπους εκείνους, που επέλεξε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός για να συνεχίσουν το λυτρωτικό έργο Του. Εξαγιασμένοι και ενισχυμένοι με τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, οι άγιοι Απόστολοι διασκορπίσθηκαν στην τότε γνωστή οικουμένη και έφεραν το φως του Ευαγγελίου στη σκοτεινιασμένη έως τότε ανθρωπότητα. Υπέγραψαν μάλιστα την εξαγιαστική δράση τους με το αίμα τους, το έργο τους είναι από κάθε άποψη θαυμαστό. Έθεσαν τις βάσεις του χριστιανικού πολιτισμού.

Γεμάτος θαυμασμό εμπρός στο αναμορφωτικό και σωτήριο αυτό έργο τους ο πρύτανης των Χριστιανών ιεροκηρύκων, όπως έχει χαρακτηριστεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πλέκει συχνά εξαίρετα εγκώμια προς τους αγίους Αποστόλους στις θαυμάσιες ομιλίες του. Τα στηρίζει μάλιστα σε αδιάσειστα επιχειρήματα. Χρησιμοποιεί συχνά και ρητορικές ερωτήσεις σε προσωπικό ύφος, για να αποδείξει και τονίσει ακόμη περισσότερο το μεγαλείο του έργου των αγίων Αποστόλων:

«Πῶς ἐλαυνόμενοι καί διωκόμενοι… καί οὐδέν οἴκοθεν ἔχοντες ἐπαγωγόν, οὐ λόγον, οὐ περιφάνειαν, οὐ πλοῦτον, οὐ πόλιν, οὐκ ἔθνος, οὐ γένος, οὐκ ἐπιτήδευμα, οὐ δόξαν, οὐκ ἄλλο τῶν τοιούτων οὐδέν, ἀλλά πάντα τά ἐναντία, ἰδιωτείαν, εὐτέλειαν, πενίαν, μῖσος, ἀπέχθειαν, καί πρός δήμους ὁλοκλήρους ἱστάμενοι καί τοιαῦτα καταγγέλλοντες ἔπειθον; Καί γάρ τά ἐπιτεύγματα πολύν εἶχε τόν μόχθον καί τά δόγματα τους κινδύνους· καί οἱ ακούοντες καί οἱ πείθεσθαι μέλλοντες, καί τρυφῇ καί μέθῃ καί πολλῇ συντραφέντες ἦσαν κακίᾳ.

Πόθεν οὖν ἔπεισαν, εἰπέ μοι; Πόθεν τό ἀξιόπιστον ἔσχον; Ὅπερ γάρ ἔφθην εἰπών, εἰ σημείων χωρίς ἔπεισαν, πολλῷ μεῖζον τό θαῦμα φαίνεται…

Καί εἰκός ἦν τους κατηχουμένους λέγειν· τί ποτε τοῦτό ἐστι; Πάντες οἱ τήν οἰκουμένην οἰκοῦντες ἠπάτηνται, καί σοφισταί καί ρήτορες καί φιλόσοφοι καί συγγραφεῖς, οἵ τε παρόντες οἵ τε πρό τούτου γενόμενοι, οἱ περί Πυθαγόραν καί Πλάτωνα, καί στρατηγοί καί ὕπατοι;… Καί οἱ δώδεκα ἁλιεῖς καί σκηνοποιοί καί τελῶναι πάντων ἐκείνων εἰσί σοφώτεροι; Καί τίς ἄν ταῦτα ἀνάσχοιτο; Ἀλλ’ ὅμως οὐκ εἶπον ταῦτα, οὐκ ἐνενόησαν, ἀλλ’ ἠνέσχοντο, καί ἔγνωσαν ὅτι πάντων ἦσαν σοφώτεροι· διό καί πάντων ἐκράτησαν…

Τί οὖν αὐτούς ἐπήγετο; Οὐκ εὔδηλον ὅτι ἡ δύναμις τοῦ κηρυττομένου; Εἰ γάρ μή τοῦτο ἦν… ἆρ’ ἄν εύκολον ἦν ἔχειν καί ἑλκύσαι τους ἐναντιουμένους; Οὐκ ἔστιν εἰπεῖν.

Ὥστε διά πάντων δείκνυται θεία δύναμις οὖσα ἡ κατορθώσασα. Ἐπεί πόθεν ἔπεισαν, εἰπέ μοι, τους χαύνους καί τους διαρρέοντας ἐπί τόν σκληρόν καί τραχύν φέροντες βίον;…

Αὐτό δέ τοῦτο οὐ θαυμάζεις, εἰπέ μοι, πῶς ἔπεισαν μετά θάνατον προσδοκᾶν ἔπαθλα καί ἀμοιβάς; Ἐγώ γάρ αὐτό τοῦτο ἐκπλήττομαι…

Ὤστε καί διά τοῦτο αὐτό μάλιστα θαυμάζειν ἐχρῆν, ὅτι ἀνθρώπους βαρβάρους τοιαύτην ἔπεισαν καταδέξασθαι πίστιν καί χρηστάς περί τῶν μελλόντων ἔχειν ἐλπίδας καί τό πρότερον τῶν ἁμαρτημάτων φορτίον ἀπεσκευασμένους μετά πολλῆς τῆς προθυμίας εἰς τό ἐπιόν τῶν ὑπέρ τῆς ἀρετῆς ἅπτεσθαι πόνων… ἅπαντα τά γένη βαρβάρων οἱ ἁλιεῖς μυσταγωγοῦντες ἐν τῷ βαπτίσματι φιλοσοφεῖν ἔπεισαν…».

(Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου ΕΠΕ 18, 154-214)

Δηλαδή:

Πώς, ενώ τους απομάκρυναν και τους εξεδίωκαν… και ενώ δεν διέθεταν κανένα απολύτως χάρισμα λόγου, ούτε κοσμική λάμψη, ούτε πλούτο, ούτε κατάγονταν από σπουδαία πόλη ή από μεγάλο έθνος ή από ένδοξο γένος, ούτε είχαν εντυπωσιακό επάγγελμα, ούτε δόξα κοσμική, ούτε κάτι άλλο από αυτά που φαντάζουν στα μάτια των κοσμικών ανθρώπων, αλλά είχαν τα εντελώς αντίθετα, δηλαδή απλοϊκότητα, λιτότητα, φτώχια, μίσος και απέχθεια απέναντί τους, διότι, ως Ιουδαίοι, ήταν μισητοί από όλους· και ενώ στέκονταν και κήρυτταν μπροστά σε χιλιάδες λαού και δίδασκαν παράδοξα για τους ακροατές τους διδάγματα, παρά ταύτα τους έπειθαν. Διότι πρέπει να τονισθεί ότι και οι εντολές που τους έδιναν απαιτούσαν πολύ κόπο για να εφαρμοσθούν, και οι διδασκαλίες τους έβαζαν τους ακροατές τους σε πολλούς κινδύνους. Διότι αυτοί που άκουαν το κήρυγμα των Αποστόλων και επρόκειτο να πιστεύσουν, έως τότε ζούσαν μέσα σε απολαύσεις και μέθες και πολλή κακία…

Πες μου, λοιπόν, πώς τους έπεισαν; Από πού είχαν αποκτήσει αυτή την αξιοπιστία στα λόγια τους; Αυτό που και άλλοτε είπα, εάν τους έπεισαν, χωρίς να κάνουν θαύματα εμπρός τους, αυτό καθαυτό το γεγονός, ότι δηλαδή τους έπεισαν, είναι πολύ μεγαλύτερο θαύμα…

Και ήταν φυσικό οι κατηχούμενοι, όσοι άκουαν δηλαδή το κήρυγμα των Αποστόλων, να διερωτώνται και να λέγουν: Τι συμβαίνει, λοιπόν; Όλοι οι κάτοικοι της οικουμένης έχουν απατηθεί, και οι σοφιστές και οι ρήτορες και οι φιλόσοφοι και οι συγγραφείς και αυτοί που ζουν τώρα και οι παλαιότεροι, οι σύγχρονοι του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα, και οι στρατηγοί και οι ύπατοι όλοι πλανήθηκαν; … Και αυτοί εδώ οι δώδεκα ψαράδες και σκηνοποιοί και τελώνες είναι πιο σοφοί από όλους εκείνους; Ποιος θα το ανεχόταν αυτό; Αλλ’ όμως όχι μόνο δεν είπαν κάτι τέτοιο οι ακροατές του κηρύγματος των Αποστόλων, αλλ’ ούτε και το σκέφθηκαν. Αντιθέτως παραδέχθηκαν ότι ήσαν σοφότεροι όλων και το αναγνώρισαν. Γι’ αυτό και νίκησαν όλους οι Απόστολοι…

Τι ήταν λοιπόν αυτό που τους έπειθε και τους κατεύθυνε; Δεν είναι φανερό ότι ήταν η δύναμη Εκείνου τον Οποίον κήρυτταν; Διότι, αν δεν υπήρχε αυτή η δύναμη… άραγε ήταν εύκολο να ελκύσουν αυτούς που ήταν αντίθετοί τους; Ούτε λόγος δεν πρέπει να γίνεται.

Ώστε μέσα από όλα αυτά διαφαίνεται η δύναμη του Θεού, που πέτυχε αυτά τα μεγάλα κατορθώματα. Διότι, πες μου, πώς έπεισαν ανθρώπους, που ήταν νωθροί και πλαδαροί και ζούσαν άνετα με τρυφές και απολαύσεις να ακολουθήσουν στο εξής ζωή δύσκολη, σκληρή, με κόπο και στερήσεις;…

Δεν θαυμάζεις, πες μου, και αυτό ακόμη: Πώς τους έπεισαν να περιμένουν έπαθλα και βραβεία της αρετής μετά θάνατον; Όταν το σκέπτομαι αυτό εγώ, εκπλήττομαι για το πώς επέδρασαν οι Απόστολοι στις ψυχές των ανθρώπων.

Ώστε και γι’ αυτό μόνο θα έπρεπε να τους θαυμάζουμε, διότι ανθρώπους που ήταν βάρβαροι έως τότε, εντελώς δηλαδή ακαλλιέργητοι ψυχικά, τους έπεισαν να δεχθούν μια τέτοια πίστη που τους έστρεφε προς το μέλλον και τους βοηθούσε να έχουν αίσιες ελπίδες για το μέλλον. Με την πίστη αυτή επίσης πέταξαν από πάνω τους το φορτίο των αμαρτημάτων τους και με μεγάλη προθυμία στο εξής ανέλαβαν τους κόπους για την κατάκτηση της αρετής… Όλα τα γένη των βαρβάρων… οι πρώην αλιείς άγιοι Απόστολοι με το Βάπτισμα και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος τα μυούσαν στη χριστιανική ζωή και φιλοσοφία.

Γιορτή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου)

Γιορτή των Αγίων Αποστόλων
Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου)

Ι. Μ. Φουντούλη
(Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία»)

Των δύο μεγάλων και κορυφαίων αποστόλων του Χριστού, του Πέτρου και του Παύλου, τη μνήμη εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Προς αυτούς τους δύο μεγάλους άνδρες της θα αποτίσει τον οφειλόμενο φόρο της τιμής και της ευγνωμοσύνης για την ανυπολόγιστα μεγάλη συμβολή τους στο έργο της διαδόσεως της χριστιανικής πίστεως και της εδραιώσεως της Εκκλησίας μας. Στις εικόνες τους ζωγραφίζονται οι δύο απόστολοι να κρατούν την Εκκλησία, που συμβολικά εικονίζεται με ένα μικρό βυζαντινό ναό. Γιατί και οι δύο αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι οι στύλοι και οι ακρογωνιαίοι λίθοι, επάνω στους οποίους οικοδομήθηκε το ιερό ίδρυμα της Εκκλησίας του Χριστού. Και συνημμένοι και οι δύο σε μία εορτή, εικονισμένοι σε μία εικόνα, συμβολίζουν την ενότητα της πίστεως, την ενότητα της Εκκλησίας, που απετελέσθη από ετερογενή στοιχεία, την περιτομή -τους Εβραίους- προς τους όποιους εστράφη το ιεραποστολικό έργο του Πέτρου, και τα έθνη -τους ειδωλολάτρες- για τον εκχριστιανισμό των οποίων κοπίασε ο απόστολος των Εθνών, ο Παύλος. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που προκάλεσε τη σύσταση κοινής εορτής των δύο κορυφαίων, όταν το έτος 258 στις 29 Ιουνίου ο πάπας Σΐξτος ο Β’ μετακόμιζε τα οστά τους στην κατακόμβη του αγίου Σεβαστιανού της Ρώμης. Και ήταν τόσο επιτυχής η συζυγία αυτή, ώστε πολύ γρήγορα η εορτή αυτή έγινε παγκόσμιος, εορταζομένη «εν πάσαις ταις κατά τόπον αγίαις του Θεού εκκλησίαις». Οι άλλες εορτές των αποστόλων και η μνήμη του θανάτου τους επισκιάσθηκαν από τη νέα εορτή. Γι’ αυτό και σπάνια θα βρει κανείς ναό τιμώμενο στο όνομα ενός μόνο από τους δυο κορυφαίους και εικόνα που να εικονίζει τον ένα μόνο από αυτούς. Αντιθέτως δεν υπάρχει πόλις ή χωριό που να μη έχει ναό ή παρεκκλήσιο επ’ ονόματι των δύο μεγάλων αποστόλων. Άπειρες είναι οι εικόνες τους. Κοινή η τιμή, κοινή η προσκύνηση, κοινός ο εορτασμός, όπως κοινό ήταν το έργο τους και κοινή η αποστολή τους και κοινή η δόξα τους.

Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει την εποποιία των κορυφαίων, όπως με συγκινητική απλότητα περιγράφεται από τον αυτόπτη και αυτήκοο των περισσοτέρων περιστατικών συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων, τον Ευαγγελιστή Λουκά. Τις ακούσαμε να διαβάζονται στους ναούς μας κατά την περίοδο του Πεντηκοσταρίου και παρακολουθήσαμε στα αποστολικά αναγνώσματα των Κυριακών από του Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τα μεγάλα βήματα τους για την κατάκτηση της Οικουμένης. Πώς πήραν τη σημαία του Χριστού, το Σταυρό, και τον περιήγαγαν στα πέρατα του κόσμου μέχρι που τον φύτευσαν στην καρδιά της αυτοκρατορίας, τη Ρώμη. Θα δει στο βιβλίο των Πράξεων τους αγώνες και τα παθήματα τους αλλά και τα περίλαμπρα τρόπαιά τους. Τα ίχνη τους σημειώθηκαν άσβεστα στις καρδιές των πιστών. Κάθε πόλη και χώρα έχει να επιδείξει με ευλάβεια τα σημάδια που άφησαν τα πόδια τους, τα ωραία πόδια «των ευαγγελιζομένων την ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά», τη σωτηρία. Χαρακτηριστικά ομιλεί για τον απόστολο Παύλο ενα τροπάριο, η «υπακοή», της ακολουθίας του όρθρου της μνήμης τους:

«Ποία φυλακή ουκ έσχε σε δέσμιον; ποία δε Εκκλησία ουκ έχει σε ρήτορα; Δαμασκός μέγα φρονεί επί σοι Παύλε· είδε γαρ σε σκελισθέντα φωτί. Ρώμη σου το αίμα δεξαμενή και αύτη κομπάζει. Αλλ’ η Ταρσός πλέον χαίρει και πόθω τιμά σου τα σπάργανα. Αλλ’ ω Παύλε απόστολε, το καύχημα της οικουμένης, προφθάσας ημάς στήριξον».

Και γύρω από αυτά τα ενθυμήματα της διαβάσεως των αποστόλων πανηγύριζαν οι πόλεις και οι χώρες κατά την ημέρα αυτή, όσες δεν είχαν την τιμή, όπως η Ρώμη, να κατέχουν τα ιερά των λείψανα. Ιδίως ο ελληνικός χώρος είχε να επίδειξει πολλά τέτοια αναμνηστικά σημεία της διαβάσεως του μεγάλου αποστόλου του, του Παύλου. Αλλού έδειχναν και τιμούσαν τη φυλακή, όπως στους Φιλίππους, αλλού το βήμα, όπως στη Βέρροια, αλλού τον τόπο της δίκης, όπως το βήμα του Γαλλίωνος στην Κόρινθο, αλλού το βράχο όπου πάτησαν τα πόδια του και εκήρυξαν το λόγο, όπως στον Άρειο Πάγο στην Αθήνα, αλλού το λιμάνι στο οποίο αποβιβάσθηκε, όπως στους Καλούς λιμένες της Κρήτης και στη Λίνδο. Αλλού συνέδεσαν το πέρασμά του με μύθους και τερατουργίες, όπως στη Μυτιλήνη, όπου έδειχναν τον τόπο όπου φόνευσε διά προσευχής φοβερό δράκοντα. Δεν έχει σημασία αν το αφήγημα αυτό είναι μύθος· δείχνει συμβολικά πως αντελήφθη ο λαός το δυναμικό πέρασμα του αποστόλου, την εξόντωση της θηριώδους ειδωλολατρίας με τη δύναμη του Χριστού.

Ειδικά στη Θεσσαλονίκη επιδεικνύουν και σήμερα τον τόπο όπου κήρυξε ο απόστολος των Εθνών, στο αρχαίο παρεκκλήσιο της Μονής Βλατάδων και τον τόπο όπου καταδιωκόμενος κατέφυγε, στο μικρό σπήλαιο-αγίασμα κοντά στην ομώνυμό του συνοικία. Κατά τον ΙΕ’ αιώνα, ο Συμεών, που είναι ο τελευταίος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης προ της αλώσεως της πόλεως αυτής από τους Τούρκους (1430), μαρτυρεί ότι στο ναό της Αχειροποιήτου εφυλάσσετο και ετιμάτο κατά τη μνήμη των αποστόλων ο λίθος, πάνω στον οποίο δέθηκε και ραβδίσθηκε ο απόστολος. Το τυπικό του πανηγυρικού εορτασμού, όπως ετελείτο τότε στην Θεσσαλονίκη, μας το δίδει ο Συμεών στο ανέκδοτο Τυπικό του. Αφ’ εσπέρας ετελείτο, χοροστατούντος του μητροπολίτου, η ακολουθία του εσπερινού στην Αγία Σοφία. Μετά το τέλος του εσπερινού εγίνετο λιτανεία και ψάλλοντες τα ιδιόμελα της λιτής έφθαναν στο ναό «του αγίου Παύλου τω συγκειμένω τω ναώ της Θεοτόκου της Αχειροποιήτου, ένθα και ο λίθος, εν ω έτυψαν αυτόν». Στο λίθο είχε χαραχθεί το ακόλουθο επίγραμμα, ανέκδοτο επίσης, που σώζεται σ’ ένα χειρόγραφο της βιβλιοθήκης της Βιέννης:

«Εν τώδε Παύλος ταννυθείς πριν τω λίθω,
ήνεγκε ράβδων αφορήτους αικίας,
ξεσθείς δε τανύν μορφοτύπων γλυφίδι,
τας προσκυνήσεις λαμβάνει και τα γέρα».

«Γι’ αυτούς λοιπόν τους δύο κορυφαίους αποστόλους τον Πέτρο και τον Παύλο, τι μεγαλύτερο εγκώμιο θα μπορούσε κανείς να επινόησει», παρατηρεί το συναξάριο της ημέρας, «παρά τη μαρτυρία και ανακήρυξη του Κυρίου γι’ αυτούς; Τον μεν ένα τον μακάρισε και πέτρα τον ονόμασε, επάνω στην οποία είπε ότι θα ιδρύσει την Εκκλησία Του. Για τον άλλον δε είπε ότι θα γίνει το σκεύος της εκλογής Του και ότι θα βαστάσει το όνομά Του ενώπιον τυράννων και βασιλέων».

Μυστήριο Απροσπέλαστο

Μυστήριο Απροσπέλαστο

Χριστούγεννα!

Κάθε φορὰ ποὺ γιορτάζουμε τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὀφείλουμε νὰ τὸ προσεγγίζουμε μὲ δέος καὶ συντριβὴ καρδιᾶς, διότι ὑπερβαίνει κάθε προσπάθεια λογικῆς ἑρμηνείας. «Οὐ φέρει τὸ μυστήριον ἔρευναν· πίστει μόνῃ τοῦτο πάντες δοξάζομεν…» (Αἶνοι Χριστουγέννων).

Χριστούγεννα!

Ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἡ Παναγία Παρθένος δέχθηκε στὰ σπλάχνα της τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ· «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου», ἀπάντησε στὸ μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ (Λουκ. α΄ 38), καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ στὰ σπλάχνα της εἰσῆλθε τὸ πῦρ τῆς Θεότητος. Συλλαμβάνει καὶ κυοφορεῖ τὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. «Θυγάτριον θεοπόθητον», ἡ Παρθένος, «ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονε»· σὰν ἐλιὰ γεμάτη καρπούς, ἔγινε κατοικητήριο κάθε ἀρετῆς. «Τίς λαλήσει τὰ μεγαλεῖα σου, Παρθένε;», ἀναφωνεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, καὶ προσθέτει: «Υἱὸν ἐποίησας Θεὸν ἀνθρώπου, καὶ τὸν ἄνθρωπον υἱὸν Θεοῦ»· ἔκανες τὸν Θεὸ υἱὸ ἀνθρώπου καὶ τὸν ἄνθρωπο υἱὸ τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς βοηθεῖ νὰ προσεγγίσουμε κάπως αὐτὸ τὸ ἀπροσπέλαστο στὴ διάνοιά μας Μυστήριο: «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός», γράφει, «ἂν καὶ εἶχε τὴν ἴδια οὐσία καὶ φύση μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, καὶ ὡς ἀπαράλλακτη καὶ ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶχε τὴ μορφὴ καὶ τὴ φύση τοῦ Θεοῦ… κένωσε τὸν ἑαυτό Του ἀπὸ τὴ θεϊκή Του δόξα καὶ πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ὅμοιος μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Κι ἐνῶ παρουσιάστηκε μὲ τὴν ἐξωτερικὴ ὄψη τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἦταν μόνο ἄνθρωπος, ὅπως φαινόταν, ἀλλὰ ἦταν συγχρόνως καὶ Θεός» (βλ. Φιλιπ. β΄ 6­8). «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. γ΄ 16)· ὁ Θεὸς φανερώθηκε σαρκωμένος. «Ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαροὺχ γ΄ 38).

Χριστούγεννα!

Θαῦμα ἀσύλληπτο! Ὁ Θεὸς εἶναι πιὰ κοντά μας. Ἔχει ἑνωθεῖ μαζί μας, ἔχει γίνει ἕνας ἀπὸ μᾶς, γιὰ νὰ ποθήσουμε νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς ἕνα μαζί Του.

Λοιπόν, «εὐφραίνεσθε δίκαιοι· οὐρανοὶ ἀγαλλιᾶσθε· σκιρτήσατε τὰ ὄρη, Χριστοῦ γεννηθέντος». Νὰ χαίρετε ἐσεῖς οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι, καὶ ἐσεῖς οἱ οὐράνιες δυνάμεις. Ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐδῶ καὶ εἴκοσι αἰῶνες ψηλαφητὴ πραγματικότητα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται καὶ ἡ γῆ εὐφραίνεται, πανηγυρίζει.

Ἂς χαιρόμαστε κι ἐμεῖς κι ἂς γεμίζει ἡ ψυχή μας μὲ ἐλπίδα. Ἡ παντοδυναμία καὶ ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ φανερώνεται μὲ τὴν ἄπειρη συγκατάβαση καὶ ταπείνωσή Του, προκειμένου νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο.

Ἦλθε στὴ γῆ, ἀλλὰ δὲν ἔπαψε νὰ εἶναι Θεός. «Ὃ γὰρ ἦν διέμεινε, Θεὸς ὢν ἀληθινός, καὶ ὃ οὐκ ἦν προσέλαβεν, ἄνθρωπος γενόμενος διὰ φιλανθρωπίαν»· αὐτὸ ποὺ ἦταν (δηλαδὴ Θεός), παρέμεινε, διότι ἦταν Θεὸς ἀληθινός. Καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν, τὸ πῆρε μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀγάπη (Ἰδιόμελον Ἑσπερινοῦ Χριστουγέννων).

Γι᾿ αὐτὸ ἂς ψάλουμε μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, ὅπως κάνει ὁ ὑμνωδός, δίνοντας παράλληλα σ᾿ Ἐκεῖνον καὶ τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφασή μας νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Νὰ ψάλουμε, διότι «ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν»· μᾶς ἐπισκέφθηκε ὁ Σωτήρας μας ἀπὸ τὸ ἄπειρο ὕψος τῆς θεϊκῆς Του δόξας. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ σήμερον ἡνώθησαν, τεχθέντος Χριστοῦ. Σήμερον Θεὸς ἐπὶ γῆς παραγέγονε, καὶ ἄνθρωπος εἰς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε»· ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ σήμερα ἑνώθηκαν μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Σήμερα ἔφθασε στὴ γῆ ὁ Θεός, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνεβεῖ στὸν οὐρανό.

Αφιέρωμα εις την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου

Αφιέρωμα εις την εορτή
των Εισοδίων της Θεοτόκου

Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού.

Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου είναι μια σημαντική θεομητορική εορτή, την οποία εορτάζουν με σεβασμό και λαμπρότητα οι ορθόδοξοι πιστοί σε όλο τον κόσμο. Καθιερώθηκε γύρω στον 6ο αιώνα στην Ιερουσαλήμ με βάση την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων (634-638) κάνει λόγο στα γραπτά του για την εορτή αυτή. Στην Κωνσταντινούπολη καθιερώθηκε γύρω στα τέλη του Ζ΄ ή τις αρχές του Η΄ αιώνα. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου της Παναγίας μας στο Ναό του Σολομώντος, όταν ήταν τριών ετών.

Βεβαίως δεν υπάρχουν βιβλικές μαρτυρίες για το γεγονός αυτό. Πληροφορίες αντλούμε από την παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία διέσωσε πάμπολλα γεγονότα, τα οποία δεν ιστορούνται στα Ιερά Ευαγγέλια. Επί τη ευκαιρία θα θέλαμε να τονίσουμε για μια ακόμα φορά πως τα Ευαγγέλια δεν είναι ιστορικά κείμενα με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά είναι κατά κύριο λόγο ιεραποστολικά κείμενα, τα οποία γράφηκαν για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ιεραποστολικές και ποιμαντικές ανάγκες της αρχαίας Εκκλησίας. Έτσι, λοιπόν, έμεινε έξω από τις ευαγγελικές διηγήσεις το μεγαλύτερο μέρος της επί γης παρουσίας του Κυρίου και της ζωής των άλλων ιερών προσώπων, που σχετίζονται με το έργο της σωτηρίας. Αντίθετα, μέρος αυτών των πληροφοριών διέσωσε η Ιερά Παράδοση, η οποία είναι, όπως γνωρίζουμε, ισόκυρη με την Αγία Γραφή.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την Ιερά Παράδοση, οι γονείς της Θεοτόκου Ιωακείμ και Άννα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και δίκαιοι. Ανήκαν στη μικρή εκείνη μερίδα των πιστών και ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν εναγωνίως την έλευση του Μεσσία. Πάσχιζαν οι ευλαβείς αυτοί άνθρωποι να αποκτήσουν παιδιά, ελπίζοντας πως από τους απογόνους τους θα γεννιόταν ο Μεσσίας.

Οι γονείς της Θεοτόκου ζούσαν με την προσδοκία της τεκνογονίας, όμως δυστυχώς, ήταν άτεκνοι. Είκοσι ολόκληρα χρόνια επιχειρούσαν να τεκνοποιήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Το όνειδος της ατεκνίας και η κατάσταση της μοναξιάς δημιουργούσαν στην ψυχή τους αφόρητη πικρία. Όμως δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό ούτε στιγμή. Είχαν την πεποίθηση πως ο Θεός είναι ο χορηγός όλων των αγαθών και κύρια της τεκνογονίας. Η ζωή τους κυλούσε με προσευχή, νηστεία και έντονη προσδοκία, ότι ο Θεός θα άκουγε τις ικεσίες τους και θα τους ελεούσε εν τέλει.

Πράγματι, ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους. Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στην Αγία Άννα και της ανήγγειλε το ευχάριστο γεγονός, ότι θα γίνει μητέρα. Το γηραιό ζευγάρι απέκτησε επί τέλους κλήρα. Η ευσεβής γηραιά Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κορίτσι, το οποίο ονόμασαν Μαρία (εβραϊκά Μαριάμ), που σημαίνει Κυρία. Την ανέλπιστη χαρά τους εξέφρασαν με αίνους και ευχαριστίες στο Θεό. Θεώρησαν το νεογέννητο βρέφος ως δικό Του δώρο και γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή, το αφιέρωσαν με όλη τους την ψυχή σ’ Αυτόν

Η μικρή Μαρία από βρέφος ήταν στολισμένη με χάριτες και ιδιότητες λογικά ανεξήγητες. Φάνηκε από τότε πως ήταν ξεχωρισμένη από το Θεό να υπηρετήσει το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Η σύνεση, η πραότητα, η ταπείνωση και η υπακοή Της κατέπλησσε τους γονείς Της και τον κοινωνικό τους περίγυρο.

Όταν η Μαρία έγινε τριών ετών, οι ευσεβείς γονείς της αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους προς το Θεό, να Του προσφέρουν ως δώρο την αγαπημένη τους θυγατέρα. Άλλωστε, όπως λέει η παράδοση, βρισκόταν σε τέτοια προχωρημένη ηλικία και οι δυο τους, ώστε δεν μπορούσαν πια να φροντίσουν τη μικρή Μαρία. Έτσι όδευσαν προς το Ναό του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. Εκεί συνάντησαν το συγγενή τους ιερέα Ζαχαρία, πατέρα του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ήταν άτεκνος και αυτός ως τότε. Υπηρετούσε με φόβο Θεού το ιερό και προσευχόταν αδιάκοπα να τον ελεήσει ο Θεός και να αποκτήσει και αυτός παιδί με την αγαπημένη του σύζυγο Ελισάβετ.

Η άφιξή τους στον περικαλλή Ναό γέμισε την ψυχή τους με κατάνυξη και ευλάβεια. Πατούσαν τον ιερό χώρο, όπου η παρουσία του Κυρίου ήταν αισθητή. Οι Ιουδαίοι πίστευαν πως ο Ναός ήταν η κατοικία του Θεού και θρόνος του τα Άγια των Αγίων, γι’ αυτό το διαμέρισμα εκείνο θεωρείτο χώρος δέους και τρόμου. Κανένας δεν έμπαινε εκεί, παρά μονάχα ο αρχιερέας του έτους μια φορά το χρόνο, την ημέρα του Εξιλασμού, για να θυμιάσει, ανυπόδητος, ασκεπής και με ένα λιτό χιτώνα.

Ο ιερέας Ζαχαρίας τους υποδέχτηκε σε κάποια από τις μεγάλες πύλες της μεγάλης αυλής. Ο λαός δεν επιτρεπόταν να εισέλθει στο Ναό. Μόνο ο αρχιερέας, οι ιερείς και λευίτες εισέρχονταν στον πρόναο και τα Άγια, για να προσφέρουν τις καθιερωμένες από το Μωυσή θυσίες και να επιτελέσουν τις τελετουργίες. Ο λαός στεκόταν στην ευρύχωρη αυλή και στις απειράριθμες παρακείμενες στοές, όπου παρακολουθούσε τις θυσίες, τις προσευχές και τις άλλες διάφορες τελετές των ιερέων.

Με έκπληξη και θαυμασμό παρατήρησαν πως η μικρή Μαρία όχι μόνο δεν έφερε κάποια αντίσταση, όπως ήταν φυσικό, να αποχωριστεί τους γονείς της, αλλά με χαρά ακολούθησε τον σεβάσμιο Ζαχαρία στο Ναό του Κυρίου. Η χάρις του Θεού είχε σκεπάσει κάθε φυσική Της αντίδραση, την είχε καταστήσει ήδη πολύτιμο σκεύος εκλογής. Η παμπάλαια χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ο γέρων Ζαχαρίας, κατά θείαν έμπνευση, οδήγησε τη Μαρία στα Άγια των Αγίων. Εκεί, στο ιερότατο, θεοσκότεινο και απρόσιτο διαμέρισμα του Ναού εισήλθε για να περάσει τα παιδικά Της χρόνια αμόλυντη από την ανθρώπινη αμαρτία, ως πολύτιμος θησαυρός σε ασφαλές θησαυροφυλάκιο!

Οι συνθήκες ζωής στο χώρο εκείνο ήταν λίαν δυσμενείς για ένα κοινό θνητό. Όπως είπαμε, βασίλευε πυκνό σκοτάδι και η είσοδος οποιουδήποτε ήταν αυστηρά απαγορευμένη, για τη χορήγηση τροφής. Όμως η μικρή Μαρία δεν ήταν μια οποιαδήποτε κοινή θνητή. Είχε κληθεί από τη γαστέρα της μητέρας Της να γίνει η μητέρα του Θεού. Ο αφιλόξενος χώρος του άδυτου του Ναού μεταβλήθηκε για χάρη Της σε παραδείσιο περιβάλλον. Ουράνιο άκτιστο φως, που μόνο Αυτή έβλεπε, φώτιζε άπλετα και εκτυφλωτικά το χώρο. Άγγελοι του Θεού βρίσκονταν αδιάκοπα κοντά Της και της κρατούσαν συντροφιά. Άλλοι άγγελοι της κουβαλούσαν μυστική ουράνια τροφή και άλλοι την υπηρετούσαν.

Αυτό κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων Της. Τότε ο Ζαχαρίας μαζί με άλλους σεβάσμιους και ευλαβείς ιερείς του Ναού αποφάσισαν να βγάλουν τη Μαρία από τα Άγια των Αγίων και να την οδηγήσουν στον κόσμο. Για προστασία την αρραβώνιασαν με τον ευσεβή και μεστό ηλικίας Ιωσήφ, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, διατελούσε σε χηρεία και είχε την προστασία παιδιών του από την πρώτη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκαν στην όμορφη και ήσυχη κώμη Ναζαρέτ, όπου εκεί λίγο καιρό αργότερα έγινε ο άγιος Ευαγγελισμός Της.

Η μεγάλη και παγκόσμια θεομητορική εορτή των Εισοδίων εορτάζεται λαμπρά από την Εκκλησία μας. Οι ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα. Μεγάλοι υμνογράφοι, όπως ο Γεώργιος Νικομηδίας, Λέων ο Μάγιστρος, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Σέργιος ο Αγιοπολίτης και ο Βασίλειος ο Πηγορίτης συνέθεσαν ύμνους μεγάλης ποιητικής και θεολογικής αξίας. «Χαίρει ο ουρανός και η γη τον ουρανόν τον νοητόν πορευόμενον ορώντες εις θείον οίκον ανατραφήναι σεπτώς» αναφέρει ένας ύμνος. Οι πιστοί κατακλύζουμε τους ναούς και τιμούμε την Αειπάρθενο, η Οποία έγινε αιτία της σωτηρίας μας και μας σκεπάζει κάτω από τις αέναες προσευχές Της στον Υιό Της και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η Θεοτόκος είναι η αγιότερη ανθρώπινη ύπαρξη, η Οποία επιλέχτηκε από το Θεό ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα κορίτσια, για να παίξει ρόλο πρωταγωνιστικό στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της δημιουργίας. Η θεία πανσοφία διείδε στο ιερότατο πρόσωπό Της την άκρα καθαρότητα και αγιότητα, η οποία ήταν απαραίτητη για να καταστεί μητέρα του απόλυτα αγίου Θεού.

Η εορτή των Εισοδίων έχει ως στόχο να μας διδάξει πολύ υψηλές έννοιες γύρω από την προσωπικότητα της Θεοτόκου. Να μας μυήσει στην ασύλληπτα βαθιά θεολογία γύρω από την ανεπανάληπτη συμβολή Της στην υλοποίηση του θείου σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου.

Ο ιστορικός πυρήνας του γεγονότος των Εισοδίων ελάχιστα απασχολεί την Εκκλησία, όσο η θεολογική του σημασία. Κάποιοι υποστηρίζουν, πως, επειδή η πρώτη γραπτή μαρτυρία του γεγονότος αναφέρεται στο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου», δεν θα πρέπει να θεωρείται αξιόπιστη. Για την ορθόδοξη θεολογία μας όμως αυτό καθ’ εαυτό το ιστορικό γεγονός έχει ελάχιστη σημασία σε σχέση με τη θεολογική και ηθική του σημασία.

Ο Ναός της Ιερουσαλήμ είναι εικόνα της Θεομήτορος. Είναι γνωστή η πίστη στην ιερότητα του Ναού από τους Ιουδαίους. Πίστευαν ότι μέσα σ’ αυτόν κατοικεί ο Θεός, γι’ αυτό ανέβαιναν στο λόφο Σιών, που ήταν κτισμένος με σεβασμό και τρόμο, σαν να προσεγγίζουν τον Ίδιο το Θεό. Η Κιβωτός της Διαθήκης θεωρείτο ο θρόνος του Θεού και η ορατή παρουσία Του στη γη. Ουδείς τολμούσε να προσεγγίσει στο διαμέρισμα του Ναού, που ονομαζόταν Άγια των Αγίων, παρά μόνο ο αρχιερέας του έτους, μια φορά το χρόνο, κατά την πένθιμη ημέρα του Εξιλασμού. Εισερχόταν ανυπόδητος στο φοβερό εκείνο χώρο, ντυμένος ένα λινό ποδήρη χιτώνα, για να θυμιάσει. Έκτοτε κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει εκεί.

Ο απλός λαός δεν επιτρεπόταν να εισέρχεται σε κανένα διαμέρισμα του Ναού, αλλά μόνο το ιερατείο στον πρόναο και τα Άγια. Οι προσκυνητές λαϊκοί στέκονταν στο τεράστιο προαύλιο και τις διάφορες παρακείμενες στοές, από όπου προσεύχονταν και παρακολουθούσαν τις τελετουργίες των ιερέων.

Η Παναγία μας είναι ο νοητός ναός του Θεού. Το ιερότατο νοητό τέμενος, μέσα στο οποίο καταδέχτηκε να οικήσει ο αιώνιος και άπειρος Θεός. Ο ιερός υμνογράφος της εορτής, θέλοντας να τονίσει αυτήν την καταπληκτική παρομοίωση, έγραψε πως η Θεοτόκος είναι, «Ο καθαρότατος ναός του Σωτήρος, η πολυτίμητος παστάς και παρθένος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού». Αν θεωρείτο ιερός ο Ναός της Ιερουσαλήμ, στον οποίο υποτίθεται ότι κατοικούσε, σύμφωνα με την πίστη των Ιουδαίων, ο Θεός, ας σκεφτούμε πόσο πιο άγια και ιερή θα μπορούσε να θεωρείται η Θεοτόκος, η Οποία κράτησε πραγματικά στα πάναγνα σπλάχνα Της το σαρκωμένο Λόγο και τον έθρεψε από τα τίμια αίματά Της! Ο Ναός της Ιερουσαλήμ καταστράφηκε και αφανίστηκε από τους Ρωμαίους κατακτητές. Αντίθετα ο νοητός ναός του Θεού, η Παρθένος Μαρία, μένει στους αιώνες και απολαμβάνει ύψιστες τιμές από τους μυριάδες πιστούς όλων των εποχών.

Η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό της Ιερουσαλήμ θέλει να φανερώσει το ακατανόητο ύψος της αγνότητας και αγιότητάς Της. Μέσα στα απρόσιτα Άγια των Αγίων διαφυλάχτηκε η αγνότητά της και καλλιεργήθηκε η αγιότητά Της. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο ιερό χώρο μπορούσε να προφυλαχτεί η απαιτούμενη αγνότητά Της από την αφάνταστη αμαρτωλότητα του κόσμου. Μόνο η συνοίκηση με τους αγίους αγγέλους θα μπορούσε να καλλιεργήσει την αγιότητά Της. Η ανθρώπινη ανομία είχε τέτοια δύναμη και ορμή ώστε αν η Παρθένος Μαρία βρισκόταν στον κόσμο δε γνωρίζουμε αν θα μπορούσε να διατηρήσει το ύψος της αγιότητας που χρειαζόταν να δεχτεί τον απόλυτα άγιο Θεό στα σπλάχνα Της.

Στο πρόσωπο της Θεοτόκου έχουμε υπέρβαση της πεπτωκυίας ανθρωπίνης φύσεως και αποκατάσταση της πρότερης προπτωτικής. Αυτή γεννήθηκε βεβαίως με την πτωτική φύση, ως κληρονόμος της αμαρτίας των πρωτοπλάστων γεναρχών μας. Όμως η θεία χάρις σταδιακά την εξύψωνε από τη νηπιακή Της ηλικία μέχρι τον Ευαγγελισμό Της, οπότε με την επισκίαση του Αγίου Πνεύματος, καθαρίστηκε απόλυτα από το προπατορικό αμάρτημα και πήρε την προπτωτική αδιάφθορη φύση. Μόνο έτσι απαλλαγμένη από το άχθος της πτωτικής φύσεως και τη φθορά της αμαρτωλότητας, μπορούσε να επιτελέσει την υπέρτατη αποστολή Της. Οι ευσεβείς διηγήσεις περί της θαυμαστής διαμονής Της στο Ναό εκφράζουν ακριβώς αυτή την πίστη της προοδευτικής καθάρσεώς Της.

Η ευλογημένη είσοδος της Παρθένου Μαρίας στο Ναό αποτελεί την απαρχή της πραγματοποιήσεως της προαιώνιας βουλής του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στην υμνολογία της μεγάλης εορτής ψάλλουμε πως «Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις». Αποτελεί τη χαραυγή της λυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους από τη δουλεία της αμαρτίας. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας εορτάζει λαμπρά το γεγονός. Ως συνειδητοί πιστοί του Χριστού, είμαστε θερμοί και αέναοι τιμητές του ιερού προσώπου της Θεομήτορος, διότι η συμβολή Της στο έργο της σωτηρίας μας υπήρξε καθοριστικός. Με άκρατο ενθουσιασμό υμνούμε τη μεγάλη εορτή και γεραίρουμε τη Θεοτόκο, ψάλλοντας «εν ενί στόματι» μαζί με τον ιερό υμνογράφο της ημέρας «Χαίρε, της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις»