Ἡ Νηστεία τῶν Χριστουγέννων καί τό Σαρανταλείτουργο

Ἡ Νηστεία τῶν Χριστουγέννων
καί τό Σαρανταλείτουργο

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.

Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.

Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.

Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.

Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».

Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.

Για μια γνήσια μαρτυρία για το Χριστό

Για μια γνήσια μαρτυρία για το Χριστό

Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναφέρεται στὸν Θεὸ εἶναι χαρακτηριστικὸ ἰδίωμα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ πνοὴ τοῦ Θεοῦ – Δημιουργοῦ κατὰ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔκανε τὸ προνομιοῦχο αὐτὸ πλάσμα Του νὰ γεννηθεῖ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», αἰτιολογεῖ τὴ διαπίστωση αὐτή. Οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις ἀτόμων καὶ λαῶν, ἐπιβεβαιώνουν τὴν προαναφερθεῖσα πραγματικότητα. Ὅμως, ἡ θρησκευτικὴ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου δὲν πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ ὡς κάτι τὸ ἀόριστο καὶ ἀφηρημένο, ὡς κάτι τὸ αὐστηρῶς προσωπικό, ὡς μία μονομερῶς ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ πιστοῦ. Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του, τὴν ὁποία ζητᾶ ἀπὸ τὸν Κύριο καθαρή, «καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεός», περνᾶ στὸν ὁμολογιακὸ ἢ καὶ ἀπολογητικὸ λόγο τῶν χειλέων καὶ σφραγίζεται μὲ ἔργα ἀγαθά, μὲ τὰ ὁποῖα «εὐαρεστεῖται ὁ Θεός».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος μᾶς διαβεβαιώνει ὁτι ἡ ὁμολογία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀναντίρρητο σημεῖο τοῦ ἀληθινοῦ συνδέσμου μὲ τὸν Θεό: «Πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 2-3).

Μὲ παρρρησία «ἐνώπιον βασιλέων καὶ Ἡγεμόνων» στάθηκαν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὁμολόγησαν τὸν θεῖο Ἱδρυτή της. «Οὐ δυνάμεθα γὰρ ἡμεῖς ὃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν» (Πράξ. δ΄ 20) διακήρυξαν οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου. «Χριστιανός εἰμι» ἦταν ἡ δυναμικὴ ὁμολογία τῶν μαρτύρων τῆς πίστεώς μας.

Φυλακισμένος ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γράφει μὲ πόνο στὸν Τιμόθεο, ἐκλεκτὸ συνεργάτη του, τὴν δεύτερη ἐπιστολή του. Μεταξῦ τῶν ἄλλων, τὸν πληροφορεῖ ὅτι ταλαιπωρεῖται καὶ πάσχει πρὸς χάριν τοῦ Εὐαγγελίου· «… κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται».

Εἶναι δεμένος μὲ ἁλυσίδες σὰν κακοῦργος μέσα στὴ φυλακή, ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ δεθεῖ. Δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τίποτε, στὸ νὰ διαδίδεται καὶ νὰ κατακτᾶ ψυχές. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν προτρέπει στὴν ἴδια ἐπιστολή, νὰ κακοπαθεῖ καὶ ἐκεῖνος ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη τοῦ παραγγέλλει αὐτὰ ποὺ ἔχει ἀκούσει καὶ διδαχθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο, νὰ τὰ παραθέσει καὶ νὰ τὰ ἐμπιστευθεῖ ὡς ἀνεκτίμητο θησαυρὸ σὲ ἀξιόπιστους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἱκανοί, τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν διδάξουν καὶ σὲ ἄλλους.

Ἔτσι ἔκαναν καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ ἔζησαν τοὺς πρώτους μετὰ Χριστὸν αἰῶνες καὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης, τοῦ ὁποίου τὴ μνήμη γιορτάζουμε τοῦτο τὸ μήνα. Εἶναι ἕνας τροπαιοῦχος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ. Μπῆκε στὸ στάδιο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, γαλουχημένος ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς γονεῖς του, καὶ «ἤθλησε» σ’ αὐτὸ «νομίμως». Ἔτσι ἔγινε σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ «θείων καὶ ἀνθρωπίνων χαρίτων ἑστία» καὶ ζωντανὸ «ἄγαλμα» κάθε ἀρετῆς. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὴ δική του ἐλεύθερη γνώμη ἐξάσκησε κάθε ἀρετή, συνέλαβε μέσα στὴν καρδιά του τὴν πίστη καὶ ἐμβάθυνε στὴ ζωὴ τοῦ Πνεύματος. Ἔτσι ἔγινε κατοικητήριο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔλαβε ἀποστολικὴ καὶ προφητικὴ χάρη.

Ἀδέλφια μου, «ὁ Θεὸς τοῦ Δημητρίου», ποὺ ἐνδυνάμωσε τὸ Νέστορα ἀπέναντι στὸ Λυαῖο καὶ τοῦ ἔδωσε, ὅπως καὶ στὸ δάσκαλό του Δημήτριο, τὸ «στέφανο τοῦ μαρτυρίου», εἶναι ὁ Θεὸς τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ὁ Θεὸς τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Αὐτὸς ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ σὲ ἀγῶνες πνευματικούς. Ἀνοίγει στάδιο καὶ προτρέπει τοὺς «βουλομένους ἀθλῆσαι» νὰ εἰσέλθουν. Ἡ ἀθλητικὴ ὁμολογία εἶναι πολὺ προσφιλὴς στοὺς ὑμνογράφους τῆς Ἐκκλησίας καὶ γενικὰ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς. Μέσα στοὺς ὕμνους καὶ στὰ κείμενά τους, οἱ διάφορες μορφὲς καὶ φάσεις τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς παρομοιάζονται συχνὰ μὲ ἀθλητικοὺς ἀγῶνες, γιὰ τοὺς ὁποίους χρειάζεται ἐπιμελὴς προπόνηση καὶ γνώση τῶν «ἀθλητικῶν κανόνων», ὥστε στὴν κρίσιμη στιγμὴ τῶν ἀγώνων νὰ ἔχουμε τὴ δύναμη καὶ τὴ γνώση ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ νίκη.

Σήμερα δὲν ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ ἦταν ἐποχὴ σκληρῶν διωγμῶν. Οὔτε βρισκόμαστε κάτω ἀπὸ ἀθεϊστικὰ καθεστῶτα. Κι ὅμως ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας συκοφαντεῖται, περιφρονεῖται, διώκεται μὲ ὕπουλα μέσα. Ἀναπνέουμε μολυσμένο ἀέρα ἀπιστίας καὶ αἱρέσεων. Διαφαίνεται μάλιστα καὶ μία τάση νὰ ἀποστερήσουν ἀπὸ μᾶς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξωτερικεύσεως τοῦ «Πιστεύω» μας. Ἐμεῖς, ὅμως, ὀφείλουμε μὲ διάθεση ἀκόμη καὶ μαρτυρικὴ νὰ τὸ πράττουμε. Ἐλπίδα μας ἡ διαβεβαίωση τοῦ Χριστοῦ μας. «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ι΄ 32-33).

Ὅταν πιστεύω κάτι μὲ τὴν καρδιά μου, τὸ ὑποστηρίζω καὶ θυσιάζομαι γι’ αὐτὸ μέχρι θανάτου. Δὲν κρύβω τὴν πίστη μου στὸν Σωτήρα Κύριο «ὑπὸ τὸν μόδιον», ἀλλὰ τὴν θέτω «ἐπὶ τὴν λυχνίαν». Τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια τήν ὁμολογῶ, τὴν διαδίδω μὲ ὅλους τοὺς τρόπους καὶ τὰ μέσα ποὺ διαθέτω.

Μέσα στὸν κόσμο ποὺ ζῶ, προσφέρω ἁπλά, ταπεινά, μὲ ἀγάπη καὶ ἀνδρεία τὸν ζωντανὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καταθέτω τὴ μαρτυρία μου μὲ ἑτοιμότητα καὶ βεβαιότητα. Ἀλλὰ ἡ μαρτυρία ποὺ μετράει πάρα πολὺ καὶ ἀποστομώνει τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή μας.

Μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει τὶς καταπληκτικὲς ἱκανότητες τοῦ Ὠριγένη καὶ τὴν φιλοσοφικὴ δεξιότητα τοῦ Αὐγουστίνου, ἀλλὰ σὲ τίποτε δὲν θὰ ὠφελήσουν ὅλα αὐτὰ ἂν δὲν εἶναι «φῶς καὶ ἅλας». Ἂν δηλαδὴ δὲν ἔχει ὁ Χριστιανὸς φωτεινὸ παράδειγμα. Γιὰ νὰ καταθέσει κανεὶς μιὰ γνήσια μαρτυρία ὀρθόδοξη γιὰ τὸν Χριστό, χρειάζεται πρὸ παντὸς τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς του. Γιὰ νὰ εἶναι μάρτυρας Χριστοῦ «στῆς γαλήνης τοὺς καιροὺς» χρειάζεται νὰ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος Δημήτριος. Τὸ ἡρωικὸ στοιχεῖο, τὴ συνέπεια τοῦ πιστεύω του, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό.

Ὁ ἅγιος Δημήτριος ἔδωσε δυναμικὰ τὴ μαρτυρία του γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἀξιώθηκε νὰ σφραγίσει τὴν ἁγία ζωή του μὲ μαρτύριο. Ὁ ἅγιος Δημήτριος διήνυσε τὴν τελικὴ φάση τοῦ ἀγώνα του λογχιζόμενος στὰ πλευρά. Ἐμεῖς δὲ γνωρίζουμε ἀκόμη τὴν τελικὴ φάση τοῦ δικοῦ μας ἀγώνα. Στὴν ἐξέλιξή του πάντως ἀγωνιζόμαστε νὰ κρατηθοῦμε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ ταπεινὸ πνεῦμα, ὀρθὴ πίστη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Της Κατερίνας Τσακίρη – Απόσπασμα από το Περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”, Τεύχος Οκτωβρίου 2014

Σταυρός, «η ωραιότης της Εκκλησίας»

Σταυρός, «η ωραιότης της Εκκλησίας»

Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού συνδέεται στενότατα με την ιστορία του Έθνους μας και της Εκκλησίας μας. Ωστόσο οι άγιοι Πατέρες, που όρισαν τούτη τη γιορτή, προβάλλοντας στα μάτια μας τον ζωηφόρο Σταυρό, μας υπενθυμίζουν πως αυτός είναι το ιερότατο κειμήλιο της κοσμοσωτήριας νίκης του Κυρίου μας κατά του θανάτου. Έτσι το προφητόφθεγκτο ξύλο, του οποίου οι Προφήτες συνέλαβαν τη δόξα αιώνες πριν, στημένο στους ναούς μας, μας υπενθυμίζει τον θρίαμβο του Εσταυρωμένου.

Αλλά δεν θα σταθώ σ’ αυτό τον θρίαμβο. Καθώς βλέπω τον Σταυρό υψωμένο αναρωτιέμαι: Γιατί να ‘ναι ο Σταυρός «ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας»; Πώς ένα όργανο επαίσχυντης τιμωρίας, ένα όργανο τόσο ατιμωτικού θανάτου, πήρε τέτοια θέση στην Εκκλησία μας, ώστε ν’ αποτελεί όχι μόνο τιμή, ευλογία, δόξα, σύμβολο θριάμβου, αλλά και μια παρουσία έκτακτης ομορφιάς, που ωραΐζει αιώνες τώρα τους ναούς μας και ολόκληρη την Εκκλησία;

Ο Σταυρός είναι «ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας» γιατί μας φωνάζει, πως ό,τι γίνεται με τη θυσία, η οποία προσφέρεται από αγάπη για την δόξα του Θεού, από αγάπη για τη δόξα της Εκκλησίας , είναι αφάνταστα ωραίο. Ο Σταυρός δεν είναι μόνο «ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας» γιατί βάστασε τον Άγιο των αγίων, τον «κάλλει ὡραῖον» από όλους τους ανθρώπους· γιατί έγινε το άρμα του Ηλίου της Δικαιοσύνης, που ανεβασμένος σ’ αυτόν περιέδραμε ως παντοδύναμος τη γη, την άβυσσο, τον ουρανό, σκορπίζοντας μυστική χαρά στον άνθρωπο. Είναι «ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας», γιατί μ’ αυτόν ως όπλο έλαμψαν στο στερέωμα οι Μάρτυρες, οι όσιοι, οι άγιοι. Έγινε αυτός «το εὐμενέστατον σθένος» όχι μόνο των ώριμων, αλλά και των νέων, των εφήβων, των παιδιών, των νεαρών παρθένων, που αθλούσαν στα αμφιθέατρα ή στους τροχούς ή τηγανίζονταν στα τήγανα των δημίων. Όχι μόνον οι ώριμοι, αλλά κι οι νέοι κι οι νέες καρφωμένοι σ’ αυτόν ή κρατώντας τον στον ώμο ή γονατισμένοι μπροστά του ή αγκαλιάζοντάς τον και ζητώντας τη χάρη του έλαμπαν από θεία χαρά και ουράνια δύναμη. Περιλάμπονταν με υπεργήινη δόξα και αγγελική ωραιότητα. Μέσα στο σύγκραμα του πόνου και της μυστικής χαράς τους γίνονταν φωτόμορφοι τόσο, ώστε όσοι τους έβλεπαν έμεναν εκστατικοί!

Να γιατί σ’ έναν κόσμο που όλα αλλάζουν, όλα γερνούν, όλα μαραίνονται, φυλλορροούν και πέφτουν, ο Σταυρός δεν μένει μόνο πάντα όρθιος, αλλά αποτελεί και την ωραιότητα της Εκκλησίας μας. Είναι να μην τον υψώνει η Εκκλησία μας μέσα σε βασιλικούς κι άλλοτε μέσα σε λουλούδια; Κι εμείς πιστά τέκνα της, στολιζόμαστε και καταλαμπρυνόμαστε από τη φωτοπάροχη αίγλη του ζωοδώρητου τούτου ξύλου, που φωτίζει όλο τον κόσμο. Και καθώς τον προσκυνούμε ταπεινά με συντριβή, πίστη κι ευγνωμοσύνη ακούμε τη μυστική φωνή που μας λέει: Κοιτάξτε την πύλη της αιωνιότητας. Θα την περάσετε, αν ζήσετε εδώ μια ζωή θυσίας και σταυρού.

Στις γιορτές της Ορθοδοξίας, Ν. Π. Βασιλειάδη

Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου (1 Σεπτεμβρίου)

Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου (1 Σεπτεμβρίου)

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζει σήμερα τὴν ἀρχὴ τῆς Ἰνδικτιῶνος – ἀπὸ τὴν λατινικὴ λέξι «indictio», ἡ ὁποία σημαίνει ὁρισμὸς – δηλαδὴ τὴν ἔναρξι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ὁ ὅρος προῆλθε ἀπὸ τὴν συνήθεια τῶν Ῥωμαίων αὐτοκρατόρων νὰ ὁρίζουν διὰ θεσπίσματος γιὰ διάστημα δεκαπέντε ἐτῶν τὸ ποσὸν τοῦ ἐτησίου φόρου, ποὺ εἰσέπρατταν αὐτὴν τὴν ἐποχὴ γιὰ τὴν συντήρησι τοῦ στρατοῦ. Κατ᾿ ἐπέκτασιν καθιερώθηκε νὰ ὀνομάζωνται ἰνδικτιῶνες καὶ οἱ δεκαπενταετεῖς αὐτοὶ κύκλοι ποὺ ἄρχισαν ἐπὶ Καίσαρος Αὐγούστου, τρία χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησι τοῦ Χριστοῦ.

Ἐπειδὴ ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἐποχὴ συγκομιδῆς καρπῶν καὶ προετοιμασίας γιὰ τὸν νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε νὰ ἑορτάζουν οἱ χριστιανοὶ τὴν ἀρχὴ τῆς γεωργικῆς περιόδου ἀποδιδόντας εὐχαριστίες στὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὔνοιά του πρὸς τὴν κτίση. Εἶναι αὐτό ποὺ ἤδη ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι σύμφωνα μὲ τίς ἐντολὲς τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου· τὴν πρώτη δηλαδὴ ἡμέρα τοῦ ἑβδόμου ἰουδαϊκοῦ μηνός, ἀρχὲς Σεπτεμβρίου, τελοῦσαν τὴν ἑορτὴ τῆς Νεομηνίας, ἢ τῶν Σαλπίγγων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχόλαζαν ἀπὸ κάθε ἐργασία, γιὰ νὰ προσφέρουν θυσίες ὁλοκαυτωμάτων «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ» (Λευϊτ. 23,18).

Ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ δημιουργὸς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ σύμπαντος, ὁ προάναρχος Βασιλεὺς τῶν αἰώνων, ὁ ὁποῖος ἐσαρκώθη, γιὰ νὰ ἀποκαταλλάξῃ τὰ πάντα εἰς Ἑαυτὸν καὶ νὰ συναγάγῃ Ἰουδαίους καὶ ἐθνικοὺς εἰς μίαν Ἐκκλησίαν, ἤθελε νὰ ἀνακεφαλαιώση ἐν Ἑαυτῷ τὸν αἰσθητὸ κόσμο καὶ τὸν γραπτὸ Νόμο. Ἔτσι, αὐτὴν τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ φύσις ἑτοιμάζεται νὰ διατρέξη ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἑορτάζουμε τὸ γεγονός, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἰσῆλθε στὴν Συναγωγὴ καὶ ἀνοίγοντας τὸ βιβλίο τοῦ Ἡσαΐου ἀνέγνωσε τὸ χωρίο, ὅπου ὁ Προφήτης ὁμιλεῖ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ ἑμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, κηρύξαι ἐνιαυτὸν (= ἔτος) Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4,18).

Ὄλες οἱ Ἐκκλησίες, συναθροισμένες «ἐπὶ τὸ αὐτό», ἀναπέμπουν σήμερα δοξολογία πρὸς τὸν ἕνα τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖος διαμένει στὴν αἰώνια μακαριότητα, διακρατεῖ τὰ πάντα ἐν τῇ ζωῇ καὶ στέλνει ἄφθονες τίς εὐλογίες του κάθε ἐποχὴ στα κτίσματά του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ νέου ἔτους καὶ μᾶς προσκαλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσωμε, γιὰ νὰ γίνωμε μέτοχοι τῆς αἰωνιότητός του.

Γιὰ τὴν ἡμέρα αὐτή, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει στὸν Συναξαριστή του:

Πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, ἀδελφοί, ὅτι ἡ τοῦ Θεοῦ ἁγία Ἐκκλησία ἑορτάζει σήμερον τὴν Ἰνδικτιῶνα, διὰ τρία αἴτια. Πρῶτον, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ τοῦ χρόνου. Διὰ τοῦτο καὶ κοντὰ εἰς τοὺς παλαιοὺς Ῥωμάνους πολλὰ ἐτιμᾶτο αὐτὴ ἐξ ἀρχαίων χρόνων. Ἰνδικτιὼν δὲ κατὰ τὴν ῥωμαϊκήν, ἤτοι λατινικὴν γλῶσσαν, θέλει νὰ εἰπῇ ὁρισμός. Καὶ δεύτερον ἑορτάζει ταύτην ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδὴ καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν, ἐπῆγεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μέσα εἰς τὴν Συναγωγὴν τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὸν τὸ Βιβλίον τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου, καθὼς γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (Λουκ. δ´). Τὸ ὁποῖον Βιβλίον ἀνοίξας ὁ Κύριος, ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς εὗρε τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἤτοι τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑξηκοστοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ Ἡσαΐου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι γεγραμμένον διὰ λόγου του τὰ λόγια ταῦτα· «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ ἐμέ, οὗ ἕνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, κηρύξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν». Ἀφ᾿ οὗ δὲ ἀνέγνωσεν ὁ Κύριος τὰ περὶ αὑτοῦ λόγια ταῦτα, ἐσφάλισε τὸ Βιβλίον καὶ τὸ ἔδωκεν εἰς τὸν ὑπηρέτην. Ἔπειτα καθίσας, εἶπεν εἰς τὸν λαὸν «ὅτι σήμερον ἐτελειώθησαν οἱ λόγοι τῆς Προφητείας ταύτης εἰς τὰ ἐδικά σας αὐτία». Ὅθεν ὁ λαὸς ταῦτα ἀκούων, ἐθαύμαζε διὰ τὰ χαριτωμένα λόγια, ὁποῦ εὔγαινον ἐκ τοῦ στόματός του, ὡς τοῦτο γράφει ὁ αὐτὸς Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

Εἶναι δὲ καὶ τρίτη αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κάμνει σήμερον ἐνθύμησιν τῆς Ἰνδίκτου, καὶ ἑορτάζει τὴν ἀρχὴν τοῦ νέου χρόνου· ἤγουν, ἵνα διὰ μέσου τῆς ὑμνῳδίας καὶ ἱκεσίας, ὁποῦ προσφέρομεν εἰς τὸν Θεὸν ἐν τῇ ἑορτῇ ταύτῃ, γένῃ ὁ Θεὸς ἵλεως εἰς ἡμᾶς, καὶ εὐλογήσῃ τὸν νέον χρόνον, καὶ χαρίσῃ τοῦτον εἰς ἡμᾶς εὐτυχῆ καὶ γεμάτον ἀπὸ ὅλα τὰ σωματικὰ ἀγαθά. Καὶ ἵνα φωτίσῃ τὰς διανοίας μας, εἰς τὸ νὰ περάσωμεν ὅλον τὸν χρόνον καθαρῶς καὶ μὲ ἀγαθὴν συνείδησιν, καὶ εἰς τὸ νὰ εὐαρεστήσωμεν τῷ Θεῷ, μὲ τὴν φύλαξιν τῶν ἐντολῶν του. Καὶ οὕτω νὰ τύχωμεν τῶν ἐν Οὐρανοῖς αἰωνίων ἀγαθῶν.

Πηγή: https://www.xfd.gr