Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου (1 Σεπτεμβρίου)

Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου (1 Σεπτεμβρίου)

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζει σήμερα τὴν ἀρχὴ τῆς Ἰνδικτιῶνος – ἀπὸ τὴν λατινικὴ λέξι «indictio», ἡ ὁποία σημαίνει ὁρισμὸς – δηλαδὴ τὴν ἔναρξι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ὁ ὅρος προῆλθε ἀπὸ τὴν συνήθεια τῶν Ῥωμαίων αὐτοκρατόρων νὰ ὁρίζουν διὰ θεσπίσματος γιὰ διάστημα δεκαπέντε ἐτῶν τὸ ποσὸν τοῦ ἐτησίου φόρου, ποὺ εἰσέπρατταν αὐτὴν τὴν ἐποχὴ γιὰ τὴν συντήρησι τοῦ στρατοῦ. Κατ᾿ ἐπέκτασιν καθιερώθηκε νὰ ὀνομάζωνται ἰνδικτιῶνες καὶ οἱ δεκαπενταετεῖς αὐτοὶ κύκλοι ποὺ ἄρχισαν ἐπὶ Καίσαρος Αὐγούστου, τρία χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησι τοῦ Χριστοῦ.

Ἐπειδὴ ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἐποχὴ συγκομιδῆς καρπῶν καὶ προετοιμασίας γιὰ τὸν νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε νὰ ἑορτάζουν οἱ χριστιανοὶ τὴν ἀρχὴ τῆς γεωργικῆς περιόδου ἀποδιδόντας εὐχαριστίες στὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὔνοιά του πρὸς τὴν κτίση. Εἶναι αὐτό ποὺ ἤδη ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι σύμφωνα μὲ τίς ἐντολὲς τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου· τὴν πρώτη δηλαδὴ ἡμέρα τοῦ ἑβδόμου ἰουδαϊκοῦ μηνός, ἀρχὲς Σεπτεμβρίου, τελοῦσαν τὴν ἑορτὴ τῆς Νεομηνίας, ἢ τῶν Σαλπίγγων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχόλαζαν ἀπὸ κάθε ἐργασία, γιὰ νὰ προσφέρουν θυσίες ὁλοκαυτωμάτων «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας Κυρίῳ» (Λευϊτ. 23,18).

Ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ δημιουργὸς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ σύμπαντος, ὁ προάναρχος Βασιλεὺς τῶν αἰώνων, ὁ ὁποῖος ἐσαρκώθη, γιὰ νὰ ἀποκαταλλάξῃ τὰ πάντα εἰς Ἑαυτὸν καὶ νὰ συναγάγῃ Ἰουδαίους καὶ ἐθνικοὺς εἰς μίαν Ἐκκλησίαν, ἤθελε νὰ ἀνακεφαλαιώση ἐν Ἑαυτῷ τὸν αἰσθητὸ κόσμο καὶ τὸν γραπτὸ Νόμο. Ἔτσι, αὐτὴν τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ φύσις ἑτοιμάζεται νὰ διατρέξη ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἑορτάζουμε τὸ γεγονός, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἰσῆλθε στὴν Συναγωγὴ καὶ ἀνοίγοντας τὸ βιβλίο τοῦ Ἡσαΐου ἀνέγνωσε τὸ χωρίο, ὅπου ὁ Προφήτης ὁμιλεῖ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ ἑμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, κηρύξαι ἐνιαυτὸν (= ἔτος) Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4,18).

Ὄλες οἱ Ἐκκλησίες, συναθροισμένες «ἐπὶ τὸ αὐτό», ἀναπέμπουν σήμερα δοξολογία πρὸς τὸν ἕνα τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖος διαμένει στὴν αἰώνια μακαριότητα, διακρατεῖ τὰ πάντα ἐν τῇ ζωῇ καὶ στέλνει ἄφθονες τίς εὐλογίες του κάθε ἐποχὴ στα κτίσματά του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ νέου ἔτους καὶ μᾶς προσκαλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσωμε, γιὰ νὰ γίνωμε μέτοχοι τῆς αἰωνιότητός του.

Γιὰ τὴν ἡμέρα αὐτή, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει στὸν Συναξαριστή του:

Πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, ἀδελφοί, ὅτι ἡ τοῦ Θεοῦ ἁγία Ἐκκλησία ἑορτάζει σήμερον τὴν Ἰνδικτιῶνα, διὰ τρία αἴτια. Πρῶτον, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ τοῦ χρόνου. Διὰ τοῦτο καὶ κοντὰ εἰς τοὺς παλαιοὺς Ῥωμάνους πολλὰ ἐτιμᾶτο αὐτὴ ἐξ ἀρχαίων χρόνων. Ἰνδικτιὼν δὲ κατὰ τὴν ῥωμαϊκήν, ἤτοι λατινικὴν γλῶσσαν, θέλει νὰ εἰπῇ ὁρισμός. Καὶ δεύτερον ἑορτάζει ταύτην ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδὴ καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν, ἐπῆγεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μέσα εἰς τὴν Συναγωγὴν τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὸν τὸ Βιβλίον τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου, καθὼς γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (Λουκ. δ´). Τὸ ὁποῖον Βιβλίον ἀνοίξας ὁ Κύριος, ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς εὗρε τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἤτοι τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑξηκοστοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ Ἡσαΐου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι γεγραμμένον διὰ λόγου του τὰ λόγια ταῦτα· «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ ἐμέ, οὗ ἕνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, κηρύξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν». Ἀφ᾿ οὗ δὲ ἀνέγνωσεν ὁ Κύριος τὰ περὶ αὑτοῦ λόγια ταῦτα, ἐσφάλισε τὸ Βιβλίον καὶ τὸ ἔδωκεν εἰς τὸν ὑπηρέτην. Ἔπειτα καθίσας, εἶπεν εἰς τὸν λαὸν «ὅτι σήμερον ἐτελειώθησαν οἱ λόγοι τῆς Προφητείας ταύτης εἰς τὰ ἐδικά σας αὐτία». Ὅθεν ὁ λαὸς ταῦτα ἀκούων, ἐθαύμαζε διὰ τὰ χαριτωμένα λόγια, ὁποῦ εὔγαινον ἐκ τοῦ στόματός του, ὡς τοῦτο γράφει ὁ αὐτὸς Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

Εἶναι δὲ καὶ τρίτη αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κάμνει σήμερον ἐνθύμησιν τῆς Ἰνδίκτου, καὶ ἑορτάζει τὴν ἀρχὴν τοῦ νέου χρόνου· ἤγουν, ἵνα διὰ μέσου τῆς ὑμνῳδίας καὶ ἱκεσίας, ὁποῦ προσφέρομεν εἰς τὸν Θεὸν ἐν τῇ ἑορτῇ ταύτῃ, γένῃ ὁ Θεὸς ἵλεως εἰς ἡμᾶς, καὶ εὐλογήσῃ τὸν νέον χρόνον, καὶ χαρίσῃ τοῦτον εἰς ἡμᾶς εὐτυχῆ καὶ γεμάτον ἀπὸ ὅλα τὰ σωματικὰ ἀγαθά. Καὶ ἵνα φωτίσῃ τὰς διανοίας μας, εἰς τὸ νὰ περάσωμεν ὅλον τὸν χρόνον καθαρῶς καὶ μὲ ἀγαθὴν συνείδησιν, καὶ εἰς τὸ νὰ εὐαρεστήσωμεν τῷ Θεῷ, μὲ τὴν φύλαξιν τῶν ἐντολῶν του. Καὶ οὕτω νὰ τύχωμεν τῶν ἐν Οὐρανοῖς αἰωνίων ἀγαθῶν.

Πηγή: https://www.xfd.gr

«Μετέστη πρὸς τὴν ζωὴν»

«Μετέστη πρὸς τὴν ζωὴν»

Μὲ ὕμνους καὶ τιμές, μὲ δόξα καὶ χαρά, μὲ σκιρτήματα ἅγια καὶ ἱερὴ ἀγαλλίαση ἑορτάζει ἡ Ἐκ­κλησία μας τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Μυριάδες πιστοὶ τρέχουν στὴ χάρη της, προσκυνοῦν μὲ βαθύτατη εὐλάβεια τὶς ἅγιες εἰκόνες της, ζητοῦν τὶς πρεσβεῖες της, ἐναποθέτουν σ’ αὐτὴν τὶς ἐλπίδες τους, προσεύχον­ται, ὑμνοῦν καὶ χαίρουν καὶ ἀγάλλονται μὲ ὅλο τὸν οὐράνιο κόσμο στὴν ἔνδοξη Κοίμησή της.

Ἀγάλλονται καὶ χαίρουν. Διότι ἡ Κοίμησή της δὲν εἶναι θάνατος ἀλλὰ μετάσταση, εἶναι εἴσοδος θριαμβευτικὴ «πρὸς τὴν λίαν κρείττονα καὶ θειοτέραν σκηνήν… εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων», στὰ θεῖα σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ. Εἶναι πέρασμα ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη καὶ γεμάτη ταλαιπωρίες ἐπίγεια ζωὴ στὴν αἰώνια καὶ πανευφρόσυνη ζωὴ τοῦ οὐρανοῦ.

Πράγματι! Πόσες θλίψεις καὶ δάκρυα σ’ αὐτὴ τὴ ζωή! Ποιὰ θλίψη πέρασε καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ποιὰ ρομφαία πλήγωσε τὴν παναγία ψυχή της, ὅταν εἶδε τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της κρεμασμένο στὸ Σταυρό! Ἐκεῖνος ἦταν ὁ ἅγιος τῶν ἁγίων, ὁ ἀναμάρτητος καὶ πανάμωμος Υἱός της. Ὁ θάνατός του ἡ μεγαλύτερη ἀδικία ποὺ ἔγινε ποτὲ στὴ γῆ. Καὶ ἡ ψυχή της, ἡ παναγία ψυχή της, λεπτὴ καὶ εὐαίσθητη, πῶς ὑπέφερε τὴν ὀδύνη τοῦ φρικτοῦ ἐκείνου θανάτου!

Ἀλλὰ τώρα δὲν ὑπάρχει ὀδύνη, δὲν ὑπάρχει θλίψη καὶ πόνος καὶ θάνατος. Τώρα εἰσέρχεται ὡς βασίλισσα στοὺς οὐρανοὺς γιὰ νὰ στολισθεῖ μὲ τὴ δόξα τοῦ Υἱοῦ της καὶ νὰ ζήσει τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὴ ζωὴ τὴν ἀνώτερη καὶ αἰώνια, τὴ σταθερή, τὴ μόνιμη καὶ ἀμετάβλητη κατάσταση τοῦ οὐρανοῦ. «Ζωῆς ἀϊδίου καὶ κρείττονος ὁ θά­νατός σου γέγονε διαβατήριον, Ἁγνή, ἐκ τῆς ἐπικήρου πρὸς θείαν ὄντως καὶ ἄρρευστον μεθιστῶν σε, ἄχραντε», ψάλ­λει ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος.

«Μετέστη πρὸς τὴν ζωήν», πρὸς τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Μετέστη πρὸς Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωή, ποὺ εἶπε «ἐγώ εἰμι ἡ ζωή», ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ χαρίζει τὴν πραγματικὴ ζωή (Ἰω. ιδ΄ 6). Πῶς ἀντίκρισε τὴ δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴ βασιλεία Του! Τὸν εἶχε δεῖ στὴν ἄκρα ταπείνωση τοῦ Σταυροῦ, ὑβρισμένο, αἱμόφυρτο, ἐγκαταλελειμμένο ἀπ’ ὅλους. Καὶ τώρα τὸν βλέπει μέσα σὲ ἀπειράριθμο πλῆθος ἀγγέλων, νὰ λάμπει ἐκτυφλωτικὰ καὶ νὰ φωτίζει τὰ σύμπαντα. Καὶ αὐτὴ τὴ δόξα τὴν ἀντανακλᾶ καὶ ἡ ἴδια. Περίλαμπρα δοξασμένη κοντὰ στὸν πανένδοξο Υἱό της.

«Μετέστη πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑ­πάρχουσα τῆς ζωῆς». Πορεύθηκε πρὸς Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωή, αὐτὴ ποὺ Τὸν ἔφερε στὴ ζωή. «Τὴν ζωὴν ἡ κυήσασα πρὸς ζωὴν μεταβέβηκας τῇ σεπτῇ Κοιμήσει σου τὴν ἀθάνατον», ψάλλουμε στοὺς Αἴνους τῆς ἑορτῆς. Πορεύεσαι ἐνῶ σὲ δορυφοροῦν Ἄγγελοι, Ἀρχὲς καὶ Δυνάμεις, Ἀπόστολοι, Προφῆτες καὶ ὅλη ἡ κτίση καὶ δέχεται ὁ Υἱός σου «ἀκηράτοις παλάμαις τὴν ἀμώμητον ψυχήν σου, Παρθενομῆτορ Θεόνυμφε». Ὁ Χριστὸς δέχεται στὰ πανάχραντα χέρια Του τὴν πανάσπιλη ψυχή της.
Ἐκείνη Τὸν ἔφερε στὴν πρόσκαιρη ἐπίγεια ζωή. Αὐτὸς τὴν δέχεται στὴν αἰώνια οὐράνια ζωή. «…ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν…». Ἐκείνη τὸν ἀποχωρίσθηκε στὴν πιὸ τραγικὴ στιγμὴ τοῦ κόσμου, ὅταν σκοτείνιασε ὅλη ἡ γῆ. Καὶ τώρα Τὸν συν­αντᾶ στὸν πάμφωτο οὐρανό. Τότε ἡ καταισχύνη. Τώρα ἡ δόξα. Τότε ὁ θάνατος. Τώρα ἡ ζωή.

Συναντᾶ αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωή. Τὸ δικαιοῦται. Εἶναι ὁ Υἱός της.

Ἀπολαμβάνει τὴν αἰώνια ζωή. Τὸ δικαιοῦται. Αὐτὴ εἶναι «ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας». Εἶναι ἐκείνη «δι’ ἧς ἠνοίχθη παράδεισος». Αὐτὴ διὰ τοῦ Υἱ­οῦ της ἄνοιξε τοὺς οὐρανοὺς καὶ τώρα ἀπολαμβάνει τὴ δόξα τους.
«Μετέστη πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς». Ἀλλὰ ἐνῶ εἶναι στοὺς οὐρανούς, δὲν ἔχει ἐγκαταλείψει τὴ γῆ μας. «Ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπεν» ἡ Θεοτόκος Κόρη. Βρίσκεται πάντοτε κοντά μας, εἶναι ἡ ἀκαταίσχυντος προστασία μας, ἡ ἀμετάθετη μεσιτεία πρὸς τὸν Πλάστη καὶ Θεό μας, αὐτὴ ποὺ δὲν περιφρονεῖ τὶς δεητικὲς φωνὲς ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πρεσβεύει καὶ σπεύδει στὶς ἱκεσίες μας καὶ πάντοτε μᾶς προστατεύει καὶ σώζει ἀπὸ τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους ἐχθρούς μας.

Σ’ αὐτὴν νὰ καταφεύγουμε μὲ πίστη καὶ ταπείνωση. Γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας, γιὰ τὸ ἔθνος μας καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ποὺ κινεῖται, δυστυχῶς, σὲ τροχιὰ θανάτου τοὺς τελευταίους καιροὺς καὶ βυθίζεται στὸ σκοτάδι. Καὶ νὰ παρακαλοῦμε, Αὐτὴ ποὺ εἶναι ἡ μήτηρ τῆς ζωῆς καὶ «μετέστη πρὸς τὴν ζωήν», νὰ φωτίσει τὸν νοῦ μας, νὰ ἀλλάξει τὶς πορεῖες μας καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς μετανοίας σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς, ὁ μόνος ἀληθινὸς καὶ αἰώνιος, ὁ ζωοδότης Χριστός.

Πηγή: https://www.osotir.org

Ὁ προφήτης Ἠλίας

Ὁ προφήτης Ἠλίας

Τὸν μήνα Ἰούλιο δεσπόζει ἡ ἑορτὴ τοῦ ἐνδόξου προφήτου Ἡλιοὺ τοῦ Θεσβίτου. Ἡ πυρφόρος ἀνάβασή του στὸν οὐρανὸ ἑορτάζεται στὶς 20 Ἰουλίου.

Ὁ προφήτης Ἠλίας ὀνομάζεται πύρινος Προφήτης, διότι εἶχε ἔνθεο ζῆλο καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. «Ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι», ἔλεγε (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 14). Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ ζοῦσε ζωὴ παρθενίας μὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ φλογερὴ προσ­ευχή. Ὁμολογοῦσε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δὲν φοβήθηκε νὰ ἐλέγξει τὸν ἀσεβέστατο βασιλιὰ Ἀχαὰβ καὶ τὴν παμπόνηρη βασίλισσα Ἰεζάβελ. Γι’ αὐτὸ καὶ διώχθηκε. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Θεὸς τὸν προστάτευσε καὶ τὸν τίμησε ὅσο κανέναν ἄλλον Προφήτη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα. Ἀκόμη καὶ νεκρὸ ἀνέστησε ὁ προφήτης Ἠλίας, τὸν γυιὸ τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν, προεικονίζοντας τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

Ἐπίσης τὸν ἀξίωσε τῆς ­ὑψίστης τι­μῆς νὰ μὴ γνωρίσει θάνατο. ­Ἁρ­­πάχτηκε μὲ πύρινο ἅρμα, προτυ­πώ­νον­τας τὴν ἔνδοξη ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας. Καθὼς δὲ ­ἀνέβαινε ὁ Προφήτης στὸν οὐρανό, ἄφησε τὴ μηλωτή του (τὸ μάλλινο ἐπανωφόρι του) νὰ πέσει ὡς εὐλογία πάνω στὸ μαθητὴ του Ἐλισαῖο, προτυπώνοντας τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὑπαινίσσεται ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀπολυτικίου τοῦ ἑορταζομένου Προ­φήτου· «ἄνωθεν καταπέμψας Ἐ­­­­λισαίῳ τὴν χάριν». Ἀκόμη τὸν ­ἀξίωσε ὁ ἅγιος Θεὸς νὰ παρευρεθεῖ στὸ ὄ­­­­ρος Θαβὼρ μαζὶ μὲ τὸν θεόπτη Μωυσῆ κατὰ τὴ θεία Μεταμόρφωση καὶ νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν Κύριο. Τέλος θὰ τὸν ἀξιώσει νὰ εἶναι καὶ ὁ «δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ». Ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος προετοίμασε τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν πρώτη παρουσία Του, ἔτσι καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ εἶναι ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο μάρτυρες ποὺ θὰ ἀποσταλοῦν ὡς πρόδρομοι τῆς Δευτέρας καὶ ἐνδόξου Παρουσίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴ συντέλεια τῶν αἰώνων (Ἀποκ. ια΄ 3).

Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορ­τῆς τὸν προβάλλει ὡς ὑπόδειγμα προσ­ευχομένου Προφήτου. Διότι προσευ­χή­θηκε στὸ Θεὸ νὰ μὴ βρέξει, καὶ δὲν ἔ­­­­βρεξε τρία χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Κα­τόπιν προσευχήθηκε στὸ Θεὸ νὰ βρέξει, καὶ «ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς» (Ἰακ. ε΄ 18).

Ὁ Προφήτης μὲ συγκλονιστικὸ θαῦμα του ἀπέδειξε τὸ ψεῦδος τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἐξόντωσε τοὺς εἰδωλολάτρες ἱερεῖς. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴ θερμὴ προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Προφήτης στὸ Καρμήλιο ὄρος. Ὅλη τὴν ἡμέρα οἱ τετρακόσιοι πενήντα προφῆτες τοῦ Βάαλ καὶ οἱ τετρακόσιοι προφῆτες τῶν ἱερῶν ἀλσῶν, ποὺ συντηροῦσε ἡ Ἰεζάβελ, ἐπικαλοῦνταν τοὺς θεούς τους νὰ κατεβάσουν φωτιὰ γιὰ τὴ θυσία καὶ δὲν εἰσακούονταν. Ὅταν βράδιασε, ὁ ­προφήτης Ἠλίας ­ἀνήγειρε ἀπέριττο θυσιαστήριο, ­τοποθέτησε ἐ­­­πά­νω στὰ ξύλα του τὸ σφάγιο τοῦ ὁλοκαυτώματος καὶ τοὺς εἶπε νὰ καταβρέξουν τρεῖς φορὲς τὸ θυσιαστήριο μὲ ἄφθονο νερό. Ἔπειτα ­προσευχήθηκε μὲ θερμότητα στὸ Θεὸ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσα­­­ὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ. Ἀμέσως ἦλθε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔκαψε ἐντελῶς τὸ ὁλοκαύτωμα, τὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες. Ἔτσι ἀπέδειξε ὁ Προφήτης στὸ λαὸ ποιὸς ἦ­­­ταν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς στὸν ὁποῖο ὄφειλαν νὰ πιστεύουν.

Δυστυχῶς ὁ βασιλιὰς Ἀχαὰβ καὶ ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ δὲν μετενόησαν. Ἀπεν­αντίας ἐξοργίστηκαν ἀκόμη περισσότε­ρο ἐναντίον τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ καὶ ἐξαπέλυσαν ἀνθρωποκυνηγητὸ γιὰ νὰ τὸν φονεύσουν. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Θεὸς μὲ θαυμαστὸ τρόπο ­προστάτευσε τὸν προ­φήτη Ἠλία στὸν ­ξεροπόταμο ­Χορράθ. Κάθε πρωὶ ἕνας κόρακας τοῦ πήγαινε ψωμί. Καὶ κάθε ἀπόγευμα μία μερίδα ψημένο κρέας. Νερὸ ἔπινε ὁ Προφήτης ἀπὸ τὸν χείμαρρο.

Ἀργότερα ὁ ἅγιος Θεὸς εἶπε στὸν προφήτη Ἠλία νὰ πάει στὰ Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας. Ἐκεῖ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα τὸν φρόντιζε μιὰ χήρα γυναίκα. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν πάμφτωχη. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δέχθηκε νὰ φιλοξενήσει στὸ ὑπερῶο τῆς οἰκίας της τὸν Προφήτη, ἦλθε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι της. «Ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐξέλιπε καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἠλαττονήθη κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλιού» (Γ΄ Βασ. ιζ΄ 16). Δὲν τελείωναν οὔτε τὸ ἀλεύρι της οὔτε τὸ λάδι της, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν ἐλάχιστα σὲ ποσότητα. Σ’ αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἀναφέρονται τὸ πρῶτο ἁγιογραφικὸ ἀνάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀλλὰ καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἑορτῆς.

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, τελείως δοσμένος στὸν Κύριο. Νὰ μιμηθοῦμε τὸ φωτεινὸ παράδει­γμά του, τὸν ἔνθεο ζῆλο του, τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, τὴν πύρινη προσ­ευ­χή του, τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνη του στὴν ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Νὰ δίνουμε κι ἐμεῖς καθαρὴ καὶ ­κρυστάλλινη μαρτυρία γιὰ τὸν Χριστό, ὅπως καθαρὴ καὶ κρυστάλλινη μαρτυρία γιὰ τὸν Θεὸ ἔδωσε ὁ προφήτης Ἠλίας στὰ δύσκολα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ. Ὁ πύρινος Προφήτης θὰ ἐπανέλθει στοὺς ἔσχατους χρόνους, γιὰ νὰ δώσει πάλι τὴ μαρτυρία του ἐπισφραγίζοντάς την μὲ μαρτύριο καὶ ἐνισχύοντας τοὺς πιστοὺς στὴ φρικτὴ περίοδο τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἀντιχρίστου.

Πηγή: https://www.osotir.org

Πεντηκοστή

Πεντηκοστή

1. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀνακαινίζει τὸν ἄνθρωπο

Πεντηκοστή! Ἡ τελευταία δεσποτικὴ ἑορτή. Γιορτάζουμε τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ἔκχυση τῆς ἁγιαστικῆς θείας Χάριτος στὸ ἀνθρώπινο γένος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ὁ ὕψιστος καρπὸς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου, ἡ ἔσχατη καὶ κορυφαία ἐπαγγελία (ὑπόσχεση) τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ οἱ ἄνθρωποι λόγῳ τῆς δουλείας τους στὴν ἁμαρτία ἦταν χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μὲ τὴ Σταύρωσή Του ἐξασφάλισε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν καταλλαγή (συμφιλίωση) μὲ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα. Ἀπόδειξη τῆς καταλλαγῆς εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο.

Γιορτάζουμε τὴν ἔλευση τοῦ τρίτου Προσώπου τῆς ἀδιαιρέτου Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴν κοινωνία τῶν μαθητῶν, τὴν ἀποστολή Του στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Ἀπὸ σήμερα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μένει μόνιμα στὸν κόσμο, μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐργάζεται τὴ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, τὴ μεταμόρφωση τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός μας.

Γι’ αὐτὸ καὶ Πεντηκοστὴ σημαίνει: ἀ­ναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ὁ ἐν Χρι­στῷ καινὸς ἄνθρωπος εἶναι πραγματικότητα. Πεντηκοστὴ σημαίνει ὅτι ὁ ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, νὰ γίνει θεοφόρος.

2. Ποταμοὶ θείας Χάριτος ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου

Ὁ Κύριος γεμάτος ἀγάπη καὶ πόθο γιὰ τὴ σωτηρία μας, «ἔκραξε», φώναξε δυ­νατά, καὶ μᾶς κάλεσε κοντά Του γιὰ νὰ σβήσει τὴ δίψα μας, δηλαδὴ τοὺς μεγάλους πόθους τῆς ἀνθρώπινης ψυ­χῆς:

–«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω»· ὅποιος διψάει ἂς ἔρθει κοντὰ σὲ Μένα καὶ ἂς πίνει. Κοντὰ σὲ Μένα θὰ βρεῖ ἀνάπαυση, θὰ ξεδιψάσει.

Ἔτσι γίνεται. Καὶ ὄχι μόνο θὰ ξεδιψάσει κοντά Του ὅποιος διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς μετανοίας συνδεθεῖ μὲ τὸν Κύριο, ἀλλὰ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος πηγή:

–«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ», διαβεβαίωσε ὁ Κύριος, «καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος». Ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό του θὰ τρέχουν ποταμοὶ θείας Χάριτος.

Αὐτὴ τὴν πραγματικότητα τὴ διαπιστώνουμε στοὺς Ἁγίους μας. Τὰ λόγια τους εἶναι φωτισμένα, τὰ ἀγαθὰ ἔργα τους πολλὰ καὶ θαυμαστά, ἡ προσευχή τους φλογερὴ καὶ ἀποτελεσματική, ἡ παρουσία τους τόσο εὐεργετικὴ στὸ περιβάλλον τους. Εἰρηνεύουν, ἀναπαύουν, συγκλονίζουν ὅσους ἀναστρέφον­ται μαζί τους. Ἐκπέμπουν ἔντονα τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὴν Χάρι Του.

Οἱ Ἅγιοι φανερώνουν πόσο μεγάλη εὐεργεσία εἶναι ἡ Πεντηκοστή. Καὶ μᾶς καλοῦν νὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε. Διότι τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι νὰ μετέχουμε τυπικὰ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ἐμπειρία Χάριτος, νὰ κατοικήσει μόνιμα μέσα μας ὁ Κύριος· νὰ Τοῦ δώσουμε ὁλόκληρη τὴν καρδιά μας· νὰ ἀποφασίσουμε καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴν τέλεια ὑπακοὴ στὶς ἅγιες ἐντολές Του, γιὰ τὴν τέλεια νέκρωση τῆς ἁμαρτίας μέσα μας. Καὶ σὲ αὐτὸ μᾶς βοηθεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

Ὅσο τὸ προσπαθοῦμε, τόσο ἐνισχύεται ἡ παρουσία καὶ ἡ ἐνέργειά Του μέσα μας, μέχρι νὰ φθάσουμε, μετὰ ἀπὸ σταθερὸ ἀγώνα καὶ πολλὴ ταπείνωση, νὰ ζήσουμε τὴ μόνιμη παρουσία Του στὶς καρδιές μας.

3. Ἀντίσταση στὴ θεία ἀγάπη

Ὅταν ὁ Κύριος μίλησε γιὰ τὴν ὕψιστη αὐτὴ δωρεά, δὲν ἔγινε ἀποδεκτὸς ἀπὸ ὅλους. «Σχίσμα ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾿ αὐτόν». Ἄλλοι ἀπὸ τὸν λαὸ πίστεψαν, ἐνῶ ἄλλοι ὄχι. Οἱ ὑπηρέτες τῶν Φαρισαίων ποὺ εἶχαν σταλεῖ νὰ Τὸν συλλάβουν, γύρισαν ἄπρακτοι ὁμολογώντας ὅτι ποτὲ δὲν μίλησε ἄνθρωπος ὅπως Ἐκεῖνος, γεγονὸς ποὺ ἐξόργισε τοὺς κυρίους τους. Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, ὁ Νικόδημος, θέλησε νὰ ὑπερ­ασπισθεῖ τὸν Κύριο:

–«Σύμφωνα μὲ τὸ Νόμο, κανεὶς δὲν καταδικάζεται, ἂν πρῶτα δὲν ἀπολογηθεῖ». Ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν πείσθηκαν, διότι δὲν ἤθελαν.

Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, ἂν καὶ εἶναι ἀποκάλυψη ἀγάπης καὶ φέρνει τὴ μεγάλη δωρεὰ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἑνότητος, προκαλεῖ ἀντιδράσεις. Διότι, ὅσο συγκλονιστικὸ γεγονὸς καὶ ἂν εἶναι, δὲν καταργεῖ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.

Προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νὰ ­δεχθεῖ τὸν Θεό, πρέπει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἁ­μαρτωλὸ ἑαυτό του. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶ­ναι διατεθειμένοι νὰ τὸ κάνουν ὅσοι ἀ­γαποῦν τὰ πάθη τους. Ἔτσι, μὲ ἀ­φορμὴ τὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, ἡ ἀνθρωπότητα χωρίζεται σὲ δύο στρατόπεδα: σὲ ὅσους δέχονται τὴ δωρεά, καὶ σὲ ὅσους τὴν ἀρνοῦνται. Σὲ ὅσους ὑποτάσσονται στὸν Χριστὸ καὶ μεταμορφώνονται ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη, καὶ σὲ ὅσους ἀντιτίθενται σ᾿ Ἐκεῖνον καὶ μισοῦν τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ…

Εἴθε ὅλοι μας νὰ παραδοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὥστε νὰ γί­νουμε «λάμποντες, ἀστράπτοντες, ἠλ­­­­λοιωμένοι» – νὰ λάμπουμε, νὰ ἐκπέμ­πουμε μὲ τὴ ζωή μας τὸ ἀστραφτερὸ φῶς τῆς ἁγιότητος. Νὰ εἴμαστε ἀλλοιωμένοι, μεταμορφωμένοι – καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει καμιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ ἀρνεῖται πεισματικὰ τὴν ἀνεκτίμητη δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πηγή: https://www.osotir.org