Στη Μητέρα μας

Στη Μητέρα μας

Καμιά ώρα, καμιά μέρα, καμιά περίσταση του βίου δεν περνάει χωρίς την ανάγκη μιας παρουσίας ζεστής, στοργικής, ισχυρής, που να κατανοεί, να συμπονάει, να δίνει αμέριστο το ενδιαφέρον, να ενδυναμώνει, να προσάγει στον Παντοδύναμο Θεό. Και ποια άλλη είναι αυτή η γλυκιά παρουσία από τη Μητέρα του Θεού και του ανθρώπου, τη Θεοτόκο Μαρία;

Γι’ αυτό και κάθε εποχή του χρόνου έχει τη δική της έκφραση, τη δική της στροφή στο Πανάγιο πρόσωπό της. Και κάθε ψυχή έχει το δικό της τρόπο να στέκει μπροστά της.

Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο φωτεινός και φωτισμένος αυτός άγιος της πολύπαθης Ρωσικής Εκκλησίας, ο πολυαγαπημένος πατέρας του λαού της, αγάπησε μοναδικά την Παναγία μας.

Κι εκφραζόταν με λόγους σαν αυτούς που παραθέτουμε, που τονώνουν την κάθε ψυχή και μέσα στην πολυτάραχη εποχή μας απλώνουν μια γαλήνη και μια βέβαια ελπίδα για τη σωτηρία μας και την αιώνια χαρά μας στη Βασιλεία του Θεού.

Η αγία Εκκλησία, ως κοινότητα όλων των ορθοδόξων χριστιανών που αγωνίζονται στη γη και όλων των αγίων που μετοίκησαν στον ουρανό, έχει τόση δύναμη, ώστε μπορεί να νικήσει κάθε κακία των δαιμόνων και των ανθρώπων που κινούνται απ’ αυτούς, και να καταστρέψει όλες τις σκευωρίες τους. Φτάνει εμείς να ζούμε άξια της μεγάλης μας κλήσεως και να έχουμε ακλόνητη πίστη στον Κύριο και στην κραταιά πρεσβεία της Μητέρας Του και των αγίων Του.

Γι’ αυτό τόσο συχνά στις λειτουργικές προσευχές της η Εκκλησία μάς προτρέπει: «Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.»

Να γιατί η Εκκλησία έχει ισχύ ακαταμάχητη και ανυπέρβλητη για όλες τις δυνάμεις του Άδου!

Όταν ατενίζεις την Υπεραγία Θεοτόκο, στη μορφή της βλέπεις προσωποποιημένη ολόκληρη την Εκκλησία: τον Κύριό μας, αφού υπήρξε η «σκηνή του Θεού και Λόγου» Ιησού Χριστού· τον αγγελικό κόσμο, ως «των αγγέλων τον βίον εμφαίνουσαν»· τους αγίους του Θεού, αφού είναι Παναγία, «αγία αγίων μείζων»· το σώμα των πιστών, αφού είναι «αυλή λογικών προβάτων»· τέλος, ολόκληρη την εν Χριστώ και διά του Χριστού ανακαινισμένη δημιουργία, αφού δι’ αυτής «νεουργείται η κτίσις».

Στο σεπτό πρόσωπο της Θεοτόκου συγκεντρώνεται ακόμη όλη η θεολογία της Ορθοδοξίας: Εκείνη είναι «των δογμάτων Χριστού το κεφάλαιον» και το «στερρόν της πίστεως έρεισμα».

Η Θεοτόκος είναι η πιο καθαρή εικόνα του Θεού.

Δόξα σε σένα, Δέσποινα άχραντε!

Θυμήσου μας στη βασιλεία του Υιού σου και απομάκρυνε με την κραταιά δύναμή σου κάθε επιβουλή των ορατών και αοράτων εχθρών!

Να προστρέχετε, αδελφοί μου, στη Μητέρα του Θεού, όταν το σπίτι σας χάνει την ειρήνη του. Η Κυρία Θεοτόκος είναι η πηγή του ελέους και της δυνάμεως. Μπορεί να ειρηνεύσει τις ανθρώπινες καρδιές. Ως Μητέρα του Θεού της Ειρήνης, μεσιτεύει σ’ Αυτόν για την ειρήνη όλου του κόσμου και όλων των χριστιανικών σπιτιών. Έχει την ελεητική δύναμη να διώξει με ένα νεύμα της τα πονηρά πνεύματα, αυτά που με ακοίμητο αγώνα προσπαθούν να χωρίζουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν να αλληλομισούνται. Είναι η Γοργοεπήκοος, που απαντά γρήγορα στις παρακλήσεις μας και μας δίνει την ειρήνη και την αγάπη. Αρκεί να την παρακαλούμε με πίστη και αγάπη. Γιατί, αν δεν έχουμε την πίστη και την αγάπη, γινόμαστε ανάξιοι της μεσιτείας της Θεοτόκου. Ας την τιμάμε με βαθύ σεβασμό ως Μητέρα του Υψίστου, ως το ανώτερο των ποιημάτων του. Και ας διατηρούμε ταπεινό φρόνημα, αφού και Εκείνη ήταν τόσο ταπεινή εδώ κάτω στη γη και τίποτε δεν της αρέσει όσο η ταπεινοφροσύνη. Το διεκήρυξε η ίδια στην Ωδή της: «Ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. α’ 47, 48).

Πηγή: https://xfd.gr/

Η Αγία Σκέπη της Παναγίας

Η Αγία Σκέπη της Παναγίας

Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.), ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός.

Σαλός είναι ο τρελός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε μερικά περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι και έτσι αυτοί να ζουν σε ταπείνωση και αφάνεια.

Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Ιωάννης ο Θεολόγος καθώς και πλήθος αγγέλων.

Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ, η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της, δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει τη γιορτή της αγίας Σκέπης, δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σαν τη φωτοφόρο νεφέλη που σκέπαζε τη μέρα και φώτιζε τη νύχτα τους Ισραηλίτες στην έρημο, σκέπει και προστατεύει τον λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στον δρόμο για την τελείωση. Πως μας σκεπάζει και πως μας προστατεύει η Παναγία μας; Με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.

Είναι χαρακτηριστική και η λεπτομέρεια, ότι η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσεύχονταν. Θέλει να πει, ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάζει με τις πρεσβείες της.

Αρχιμανδρίτης Μελέτιος Απ. Βαδραχάνης

Οἱ παρακλητικοί κανόνες τῆς Θεοτόκου

Οἱ παρακλητικοί κανόνες τῆς Θεοτόκου

Τό Δεκαπενταύγουστο εἶναι μία περίοδος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, κατά τήν ὁποία ἡ ὀρθόδοξη ψυχή στρέφει τά μάτια μέ βαθιά κατάνυξη πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἐπί δεκαπέντε μέρες, πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως, σημαίνουν οἱ καμπάνες τήν ὥρα τοῦ δειλινοῦ καί τά πλήθη τῶν πιστῶν σπεύδουν μέ βαθιά κατάνυξη νά ψάλλουν τόν Μικρό καί τόν Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα δοξολογώντας τήν μητέρα τοῦ Χριστοῦ μέ κυρίαρχο τόνο τά συναισθήματα τοῦ πένθους καί τῆς ὀδύνης, τῆς βαρυαλγούσης ψυχῆς τοῦ πιστοῦ, πού ζητᾶ τήν παρηγοριά ἀπό τήν Παναγία.

Ἡ Μικρή καί ἡ Μεγάλη Παράκληση ψάλλονται, ἐναλλάξ, δηλαδή τήν μία μέρα ψάλλεται ἡ Μεγάλη καί τήν ἄλλη ἡ Μικρή, γιά νά ἀποφεύγεται ἡ μονοτονία. Μόνο κατά τούς ἑσπερινούς τῶν Σαββάτων καί τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου δέν ψάλλονται οἱ Παρακλήσεις καί αὐτό ἐπειδή τό περιεχόμενο τους εἶναι πένθιμο καί ἱκετευτικό καί δέν συμφωνεῖ πρός τό χαρμόσυνο ὕφος τῶν ἑορταστικῶν αὐτῶν ὕμνων. Ἐκτός, ὅμως, ἀπό τήν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου ἡ Μικρή, ἰδίως, Παράκληση ψάλλεται συχνά, “ἐν πάση περιστάσει καί θλίψει ψυχῆς”, εἴτε στούς ἱερούς Ναούς, εἴτε καί κατ’οἶκον, ἀπό τούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νά ἱκετεύσουν δι’αὐτῆς τήν Θεοτόκο καί νά ἐπικαλεσθοῦν τήν μεσιτεία Της.

Ἡ Παράκληση εἶναι μία ἀκολουθία πού ἔχει συγκινήσει καί συγκινεῖ κατά τρόπο μοναδικό τά ἑκατομμύρια τῶν Ὀρθοδόξων μέσα στούς αἰῶνες. Κανείς δέν ἀμφιβάλλει γιά τήν θαυματουργική ἐπέμβαση τῆς Παναγίας στή ζωή μας, πού εἶναι “ἡ ἀκαταίσχυντος προστασία μας” καί “ἡ ἀμετάθετος ἐλπίδα μας”. Ἄν καί “μετέστη ἐκ γῆς πρός οὐρανόν”, δέν ἐγκατέλειψε τήν γή μας. Διαβιβάζει διαρκῶς τίς θερμές παρακλήσεις καί ἱκεσίες μας “πρός τόν Υἱόν καί Θεόν της”. Δέν παραβλέπει τίς παρακλητικές φωνές μας, δέν ἀδιαφορεῖ, καταλαβαίνει τόν πόνο καί τήν ἀγωνία μας καί “προφθαίνει εἰς βοήθειαν μας”.

Ἡ διάκριση τῶν Παρακλήσεων σέ Μικρή καί Μεγάλη ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καί μόνον στήν ἔκταση, τό μέγεθος τῶν τροπαρίων. Τά τροπάρια, δηλαδή, τῆς Μικρῆς Παρακλήσεως εἶναι μικρότερα καί συντομότερα ἀπό ἐκεῖνα τῆς Μεγάλης.

Ἡ Μικρή Παράκληση εἶναι ποίημα κάποιου ἀγνώστου ὑμνογράφου, ὁ ὁποῖος κατ’ἄλλους μέν ὀνομάζονταν Θεοστήρικτος καί ἦταν Μοναχός, κατ’ἄλλους δέ Θεοφάνης.

Ὅπως φαίνεται, ὅμως, πρόκειται περί τοῦ ἰδίου προσώπου τό ὁποῖο ἔγινε Μοναχός καί ἀπό Θεοφάνης μετονομάσθηκε σέ Θεοστήρικτο. Ἡ Μεγάλη Παράκληση εἶναι ἔργο τοῦ Θεοδώρου τοῦ Β’, τοῦ Δουκός, Βασιλέως τῆς Νικαίας, τοῦ ἐπονομαζόμενου Λασκάρεως, ὁ ὁποῖος ἔζησε περί τά μέσα τοῦ 13ου αἰώνος καί εἶναι πολύ μεταγενέστερες τοῦ Θεοστηρίκτου, τοῦ Μοναχοῦ.

Ταυτόχρονα, ἀπό 1 Αὐγούστου μέχρι καί 14 Αὐγούστου νηστεύουμε πρός τιμήν τῆς Παναγίας καί γιά τήν ψυχή μας, αὐστηρά, ὑπακούοντας στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά τήν νηστεία καί διότι μαζί μέ τήν προσευχή εἶναι τά πιό ἰσχυρά ὅπλα τών χριστιανῶν στήν πάλη κατά τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας.