«Μετέστη πρὸς τὴν ζωὴν»

«Μετέστη πρὸς τὴν ζωὴν»

Μὲ ὕμνους καὶ τιμές, μὲ δόξα καὶ χαρά, μὲ σκιρτήματα ἅγια καὶ ἱερὴ ἀγαλλίαση ἑορτάζει ἡ Ἐκ­κλησία μας τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Μυριάδες πιστοὶ τρέχουν στὴ χάρη της, προσκυνοῦν μὲ βαθύτατη εὐλάβεια τὶς ἅγιες εἰκόνες της, ζητοῦν τὶς πρεσβεῖες της, ἐναποθέτουν σ’ αὐτὴν τὶς ἐλπίδες τους, προσεύχον­ται, ὑμνοῦν καὶ χαίρουν καὶ ἀγάλλονται μὲ ὅλο τὸν οὐράνιο κόσμο στὴν ἔνδοξη Κοίμησή της.

Ἀγάλλονται καὶ χαίρουν. Διότι ἡ Κοίμησή της δὲν εἶναι θάνατος ἀλλὰ μετάσταση, εἶναι εἴσοδος θριαμβευτικὴ «πρὸς τὴν λίαν κρείττονα καὶ θειοτέραν σκηνήν… εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων», στὰ θεῖα σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ. Εἶναι πέρασμα ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη καὶ γεμάτη ταλαιπωρίες ἐπίγεια ζωὴ στὴν αἰώνια καὶ πανευφρόσυνη ζωὴ τοῦ οὐρανοῦ.

Πράγματι! Πόσες θλίψεις καὶ δάκρυα σ’ αὐτὴ τὴ ζωή! Ποιὰ θλίψη πέρασε καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ποιὰ ρομφαία πλήγωσε τὴν παναγία ψυχή της, ὅταν εἶδε τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της κρεμασμένο στὸ Σταυρό! Ἐκεῖνος ἦταν ὁ ἅγιος τῶν ἁγίων, ὁ ἀναμάρτητος καὶ πανάμωμος Υἱός της. Ὁ θάνατός του ἡ μεγαλύτερη ἀδικία ποὺ ἔγινε ποτὲ στὴ γῆ. Καὶ ἡ ψυχή της, ἡ παναγία ψυχή της, λεπτὴ καὶ εὐαίσθητη, πῶς ὑπέφερε τὴν ὀδύνη τοῦ φρικτοῦ ἐκείνου θανάτου!

Ἀλλὰ τώρα δὲν ὑπάρχει ὀδύνη, δὲν ὑπάρχει θλίψη καὶ πόνος καὶ θάνατος. Τώρα εἰσέρχεται ὡς βασίλισσα στοὺς οὐρανοὺς γιὰ νὰ στολισθεῖ μὲ τὴ δόξα τοῦ Υἱοῦ της καὶ νὰ ζήσει τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὴ ζωὴ τὴν ἀνώτερη καὶ αἰώνια, τὴ σταθερή, τὴ μόνιμη καὶ ἀμετάβλητη κατάσταση τοῦ οὐρανοῦ. «Ζωῆς ἀϊδίου καὶ κρείττονος ὁ θά­νατός σου γέγονε διαβατήριον, Ἁγνή, ἐκ τῆς ἐπικήρου πρὸς θείαν ὄντως καὶ ἄρρευστον μεθιστῶν σε, ἄχραντε», ψάλ­λει ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος.

«Μετέστη πρὸς τὴν ζωήν», πρὸς τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Μετέστη πρὸς Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωή, ποὺ εἶπε «ἐγώ εἰμι ἡ ζωή», ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ χαρίζει τὴν πραγματικὴ ζωή (Ἰω. ιδ΄ 6). Πῶς ἀντίκρισε τὴ δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴ βασιλεία Του! Τὸν εἶχε δεῖ στὴν ἄκρα ταπείνωση τοῦ Σταυροῦ, ὑβρισμένο, αἱμόφυρτο, ἐγκαταλελειμμένο ἀπ’ ὅλους. Καὶ τώρα τὸν βλέπει μέσα σὲ ἀπειράριθμο πλῆθος ἀγγέλων, νὰ λάμπει ἐκτυφλωτικὰ καὶ νὰ φωτίζει τὰ σύμπαντα. Καὶ αὐτὴ τὴ δόξα τὴν ἀντανακλᾶ καὶ ἡ ἴδια. Περίλαμπρα δοξασμένη κοντὰ στὸν πανένδοξο Υἱό της.

«Μετέστη πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑ­πάρχουσα τῆς ζωῆς». Πορεύθηκε πρὸς Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωή, αὐτὴ ποὺ Τὸν ἔφερε στὴ ζωή. «Τὴν ζωὴν ἡ κυήσασα πρὸς ζωὴν μεταβέβηκας τῇ σεπτῇ Κοιμήσει σου τὴν ἀθάνατον», ψάλλουμε στοὺς Αἴνους τῆς ἑορτῆς. Πορεύεσαι ἐνῶ σὲ δορυφοροῦν Ἄγγελοι, Ἀρχὲς καὶ Δυνάμεις, Ἀπόστολοι, Προφῆτες καὶ ὅλη ἡ κτίση καὶ δέχεται ὁ Υἱός σου «ἀκηράτοις παλάμαις τὴν ἀμώμητον ψυχήν σου, Παρθενομῆτορ Θεόνυμφε». Ὁ Χριστὸς δέχεται στὰ πανάχραντα χέρια Του τὴν πανάσπιλη ψυχή της.
Ἐκείνη Τὸν ἔφερε στὴν πρόσκαιρη ἐπίγεια ζωή. Αὐτὸς τὴν δέχεται στὴν αἰώνια οὐράνια ζωή. «…ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν…». Ἐκείνη τὸν ἀποχωρίσθηκε στὴν πιὸ τραγικὴ στιγμὴ τοῦ κόσμου, ὅταν σκοτείνιασε ὅλη ἡ γῆ. Καὶ τώρα Τὸν συν­αντᾶ στὸν πάμφωτο οὐρανό. Τότε ἡ καταισχύνη. Τώρα ἡ δόξα. Τότε ὁ θάνατος. Τώρα ἡ ζωή.

Συναντᾶ αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωή. Τὸ δικαιοῦται. Εἶναι ὁ Υἱός της.

Ἀπολαμβάνει τὴν αἰώνια ζωή. Τὸ δικαιοῦται. Αὐτὴ εἶναι «ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας». Εἶναι ἐκείνη «δι’ ἧς ἠνοίχθη παράδεισος». Αὐτὴ διὰ τοῦ Υἱ­οῦ της ἄνοιξε τοὺς οὐρανοὺς καὶ τώρα ἀπολαμβάνει τὴ δόξα τους.
«Μετέστη πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς». Ἀλλὰ ἐνῶ εἶναι στοὺς οὐρανούς, δὲν ἔχει ἐγκαταλείψει τὴ γῆ μας. «Ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπεν» ἡ Θεοτόκος Κόρη. Βρίσκεται πάντοτε κοντά μας, εἶναι ἡ ἀκαταίσχυντος προστασία μας, ἡ ἀμετάθετη μεσιτεία πρὸς τὸν Πλάστη καὶ Θεό μας, αὐτὴ ποὺ δὲν περιφρονεῖ τὶς δεητικὲς φωνὲς ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πρεσβεύει καὶ σπεύδει στὶς ἱκεσίες μας καὶ πάντοτε μᾶς προστατεύει καὶ σώζει ἀπὸ τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους ἐχθρούς μας.

Σ’ αὐτὴν νὰ καταφεύγουμε μὲ πίστη καὶ ταπείνωση. Γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας, γιὰ τὸ ἔθνος μας καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ποὺ κινεῖται, δυστυχῶς, σὲ τροχιὰ θανάτου τοὺς τελευταίους καιροὺς καὶ βυθίζεται στὸ σκοτάδι. Καὶ νὰ παρακαλοῦμε, Αὐτὴ ποὺ εἶναι ἡ μήτηρ τῆς ζωῆς καὶ «μετέστη πρὸς τὴν ζωήν», νὰ φωτίσει τὸν νοῦ μας, νὰ ἀλλάξει τὶς πορεῖες μας καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς μετανοίας σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς, ὁ μόνος ἀληθινὸς καὶ αἰώνιος, ὁ ζωοδότης Χριστός.

Πηγή: https://www.osotir.org

Στη Μητέρα μας

Στη Μητέρα μας

Καμιά ώρα, καμιά μέρα, καμιά περίσταση του βίου δεν περνάει χωρίς την ανάγκη μιας παρουσίας ζεστής, στοργικής, ισχυρής, που να κατανοεί, να συμπονάει, να δίνει αμέριστο το ενδιαφέρον, να ενδυναμώνει, να προσάγει στον Παντοδύναμο Θεό. Και ποια άλλη είναι αυτή η γλυκιά παρουσία από τη Μητέρα του Θεού και του ανθρώπου, τη Θεοτόκο Μαρία;

Γι’ αυτό και κάθε εποχή του χρόνου έχει τη δική της έκφραση, τη δική της στροφή στο Πανάγιο πρόσωπό της. Και κάθε ψυχή έχει το δικό της τρόπο να στέκει μπροστά της.

Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο φωτεινός και φωτισμένος αυτός άγιος της πολύπαθης Ρωσικής Εκκλησίας, ο πολυαγαπημένος πατέρας του λαού της, αγάπησε μοναδικά την Παναγία μας.

Κι εκφραζόταν με λόγους σαν αυτούς που παραθέτουμε, που τονώνουν την κάθε ψυχή και μέσα στην πολυτάραχη εποχή μας απλώνουν μια γαλήνη και μια βέβαια ελπίδα για τη σωτηρία μας και την αιώνια χαρά μας στη Βασιλεία του Θεού.

Η αγία Εκκλησία, ως κοινότητα όλων των ορθοδόξων χριστιανών που αγωνίζονται στη γη και όλων των αγίων που μετοίκησαν στον ουρανό, έχει τόση δύναμη, ώστε μπορεί να νικήσει κάθε κακία των δαιμόνων και των ανθρώπων που κινούνται απ’ αυτούς, και να καταστρέψει όλες τις σκευωρίες τους. Φτάνει εμείς να ζούμε άξια της μεγάλης μας κλήσεως και να έχουμε ακλόνητη πίστη στον Κύριο και στην κραταιά πρεσβεία της Μητέρας Του και των αγίων Του.

Γι’ αυτό τόσο συχνά στις λειτουργικές προσευχές της η Εκκλησία μάς προτρέπει: «Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.»

Να γιατί η Εκκλησία έχει ισχύ ακαταμάχητη και ανυπέρβλητη για όλες τις δυνάμεις του Άδου!

Όταν ατενίζεις την Υπεραγία Θεοτόκο, στη μορφή της βλέπεις προσωποποιημένη ολόκληρη την Εκκλησία: τον Κύριό μας, αφού υπήρξε η «σκηνή του Θεού και Λόγου» Ιησού Χριστού· τον αγγελικό κόσμο, ως «των αγγέλων τον βίον εμφαίνουσαν»· τους αγίους του Θεού, αφού είναι Παναγία, «αγία αγίων μείζων»· το σώμα των πιστών, αφού είναι «αυλή λογικών προβάτων»· τέλος, ολόκληρη την εν Χριστώ και διά του Χριστού ανακαινισμένη δημιουργία, αφού δι’ αυτής «νεουργείται η κτίσις».

Στο σεπτό πρόσωπο της Θεοτόκου συγκεντρώνεται ακόμη όλη η θεολογία της Ορθοδοξίας: Εκείνη είναι «των δογμάτων Χριστού το κεφάλαιον» και το «στερρόν της πίστεως έρεισμα».

Η Θεοτόκος είναι η πιο καθαρή εικόνα του Θεού.

Δόξα σε σένα, Δέσποινα άχραντε!

Θυμήσου μας στη βασιλεία του Υιού σου και απομάκρυνε με την κραταιά δύναμή σου κάθε επιβουλή των ορατών και αοράτων εχθρών!

Να προστρέχετε, αδελφοί μου, στη Μητέρα του Θεού, όταν το σπίτι σας χάνει την ειρήνη του. Η Κυρία Θεοτόκος είναι η πηγή του ελέους και της δυνάμεως. Μπορεί να ειρηνεύσει τις ανθρώπινες καρδιές. Ως Μητέρα του Θεού της Ειρήνης, μεσιτεύει σ’ Αυτόν για την ειρήνη όλου του κόσμου και όλων των χριστιανικών σπιτιών. Έχει την ελεητική δύναμη να διώξει με ένα νεύμα της τα πονηρά πνεύματα, αυτά που με ακοίμητο αγώνα προσπαθούν να χωρίζουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν να αλληλομισούνται. Είναι η Γοργοεπήκοος, που απαντά γρήγορα στις παρακλήσεις μας και μας δίνει την ειρήνη και την αγάπη. Αρκεί να την παρακαλούμε με πίστη και αγάπη. Γιατί, αν δεν έχουμε την πίστη και την αγάπη, γινόμαστε ανάξιοι της μεσιτείας της Θεοτόκου. Ας την τιμάμε με βαθύ σεβασμό ως Μητέρα του Υψίστου, ως το ανώτερο των ποιημάτων του. Και ας διατηρούμε ταπεινό φρόνημα, αφού και Εκείνη ήταν τόσο ταπεινή εδώ κάτω στη γη και τίποτε δεν της αρέσει όσο η ταπεινοφροσύνη. Το διεκήρυξε η ίδια στην Ωδή της: «Ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. α’ 47, 48).

Πηγή: https://xfd.gr/

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ
Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

…Τὰ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πρώτη δημόσια ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ, ὁ Κύριός μας εἶχε ἀποκαλυφθεῖ σὲ μερικοὺς προνομιούχους. Σήμερα ὅμως, ὅλοι ὅσοι περικύκλωναν τὸν Ἰωάννη, δηλαδὴ οἱ μαθητές του, καὶ ὅλο τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε κατεβεῖ στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη, γίνονται μάρτυρες μιᾶς πολὺ ἐπισημότερης φανέρωσης τοῦ Ἰησοῦ.

Σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ φανέρωση; Ἔχει δύο πτυχές. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ πτυχὴ τῆς ταπεινώσεως στὴν ὁποία ὑπόκειται ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὸ βάπτισμα. Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ πτυχὴ τῆς δόξας, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη μαρτυρία ποὺ ὁ Πρόδρομος δίνει γιὰ τὸν Ἰησοῦ καί, σ’ ἕνα ἐπίπεδο ἀπείρως ἀνώτερο, ἡ θεία μαρτυρία ποὺ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα παρέχουν γιὰ τὸν Υἱό.

Θὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ κοντὰ καὶ τὶς δύο πτυχές· πρῶτα ὅμως ἂς κρατήσουμε τοῦτο: κάθε φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, τόσο μέσα στὴν Ἱστορία ὅσο καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου, εἶναι φανέρωση δόξας καὶ ταπεινώσεως ταυτοχρόνως. Ὅποιος διαχωρίζει αὐτὲς τὶς δύο πτυχὲς τοῦ Χριστοῦ, κάνει σφάλμα ποὺ διαστρεβλώνει ὅλη τὴν πνευματικὴ ζωή. Δὲν μπορῶ νὰ πλησιάσω τὸν δοξασμένο Χριστὸ χωρὶς τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ πλησιάσω τὸν ταπεινωμένο Χριστό, οὔτε νὰ πλησιάσω τὸν Χριστὸ στὴν ταπείνωση Τοῦ χωρὶς τὴ δόξα Του. Ἂν ἐπιθυμῶ νὰ φανερωθεῖ μέσα μου, μέσα στὴ ζωή μου, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει παρὰ μόνον ἂν ἀγκαλιάσω Αὐτὸν ποὺ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος μὲ θερμὴ ἀφοσίωση ὀνόμαζε ὁ ταπεινὸς Χριστὸς καὶ ἂν μὲ τὸ ἴδιο σκίρτημα λατρεύσω Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι Θεός, Βασιλεὺς καὶ Νικητής. Νὰ τὸ πρῶτο δίδαγμα τῶν Θεοφανείων.

Ἡ ταπείνωση τῶν Θεοφανείων συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό Του στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ποὺ εἶναι βάπτισμα μετανοίας. Ἐκεῖνος κατ’ ἀρχὴν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς ἐπιμένει: «Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». (Ματθ. 3:13-15). Χωρὶς ἀμφιβολία, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανένα ἐξαγνισμὸ ἐκ μέρους τοῦ Ἰωάννη, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα ποὺ πρόσφερε ὁ Ἰωάννης, αὐτὸ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας μὲ σκοπὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, προετοίμαζε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Μεσσία. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, πρὶν κηρύξει τὴν ἔλευση αὐτῆς τῆς Βασιλείας, θέλησε νὰ περάσει καὶ νὰ κάνει κι ὁ Ἴδιος χρήση ὅλων τῶν προπαρασκευαστικῶν φάσεων.

Ἐνῶ ἦταν Αὐτὸς τὸ πλήρωμα, θέλησε νὰ ἀναλάβει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀτελῆ καὶ ἀσυμπλήρωτα. Δεχόμενος ὅμως τὸ Ἰωάννειο βάπτισμα ὁ Ἰησοῦς ἔκανε κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία ἁπλὴ ἐπιδοκιμασία καὶ ἐπίσημη ἐπικύρωση μιᾶς τελετῆς πρὶν τὴν μεταβάλλει, πρὶν τὴν ἐντάξει ὡς ἀτελῆ στὸ τέλειο. Αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀναμάρτητος ἔγινε φορέας τῶν ἁμαρτιῶν μας, τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, καί, στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν, ἔκανε μία δημόσια κίνηση μετανοίας. Θέλησε ἀκόμη νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀνάγκη τῆς μετανοίας καὶ τῆς μεταστροφῆς· πρὶν ἀκόμη πλησιάσουμε τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, πρέπει νὰ δεχτοῦμε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, δηλαδὴ νὰ περάσουμε ἀπὸ μία ἀλλαγὴ νοῦ, ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ καταστροφή. Πρέπει νὰ ἐπιδείξουμε ἀληθινὴ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ταπεινὴ πλευρὰ τῶν Θεοφανείων.

Καὶ ἐδῶ, πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸν περιορισμένο ὁρίζοντα τοῦ Ἰωάννειου βαπτίσματος, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ. Τὸ χριστιανικό μας βάπτισμα μᾶς ἔπλυνε καὶ μᾶς ἐξάγνισε. Κατήργησε μέσα μας τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ μᾶς ἔκανε καινὴ κτίση. Προφανῶς ἤμαστε παιδιὰ ὅταν βαπτιστήκαμε. Ἡ χάρη τοῦ Μυστηρίου ὑπῆρξε ἡ θεία ἀνταπόκριση ὄχι στὸ δικό μας προσωπικὸ αἴτημα, ἀλλὰ στὴν πίστη ἐκείνων ποὺ μᾶς ὁδήγησαν στὸ βάπτισμα καὶ στὴν πίστη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μᾶς ἀναδέχθηκε. Ἡ βαπτιστικὴ λοιπὸν αὐτὴ χάρη ὑπῆρξε κατὰ κάποιο τρόπο προσωρινὴ καὶ ὑπὸ προϋποθέσεις: μεγαλώνοντας καὶ ἀποκτώντας συνείδηση τῶν πραγμάτων, θὰ ἐπικυρώναμε μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή μας τὴν πράξη τοῦ βαπτίσματός μας.

Τὰ Θεοφάνεια εἶναι καθ’ ὑπερβολὴ ἡ γιορτὴ τοῦ βαπτίσματος, ὄχι μόνον τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ δικοῦ μας. Εἶναι μία θαυμαστὴ εὐκαιρία νὰ ἀνανεώσουμε τὸ πνεῦμα τοῦ βαπτίσματος ποὺ δεχθήκαμε καὶ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴ χάρη τὴν ὁποία μᾶς ἐπιδαψίλευσε. Διότι, ἡ χάρη τῶν Μυστηρίων, ἀκόμη κι ἂν διακοπεῖ ἢ ἀνασταλεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας, μπορεῖ νὰ ἀναβιώσει μέσα μας, ἐὰν στραφοῦμε καὶ πάλι εἰλικρινὰ πρὸς τὸν Θεό. Στὴ γιορτὴ τῶν Θεοφανείων, ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς λούσει καὶ πάλι, πνευματικά, ὄχι μὲ τὴν ὑλικὴ ἔννοια, στὰ νερὰ τοῦ βαπτίσματός μας. Ἂς βυθίσουμε ἐκεῖ τὴν παλιὰ ἁμαρτωλή μας φύση, διότι τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνας μυστικὸς θάνατος- ἂς διασχίσουμε τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα ποὺ χωρίζει τὴν αἰχμαλωσία ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ ἂς βαπτιστοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ καθαριστοῦμε, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἰωάννη ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.

Η Αγία Σκέπη της Παναγίας

Η Αγία Σκέπη της Παναγίας

Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.), ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός.

Σαλός είναι ο τρελός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε μερικά περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι και έτσι αυτοί να ζουν σε ταπείνωση και αφάνεια.

Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Ιωάννης ο Θεολόγος καθώς και πλήθος αγγέλων.

Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ, η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της, δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει τη γιορτή της αγίας Σκέπης, δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σαν τη φωτοφόρο νεφέλη που σκέπαζε τη μέρα και φώτιζε τη νύχτα τους Ισραηλίτες στην έρημο, σκέπει και προστατεύει τον λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στον δρόμο για την τελείωση. Πως μας σκεπάζει και πως μας προστατεύει η Παναγία μας; Με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.

Είναι χαρακτηριστική και η λεπτομέρεια, ότι η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσεύχονταν. Θέλει να πει, ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάζει με τις πρεσβείες της.

Αρχιμανδρίτης Μελέτιος Απ. Βαδραχάνης