Στη Μητέρα μας

Στη Μητέρα μας

Καμιά ώρα, καμιά μέρα, καμιά περίσταση του βίου δεν περνάει χωρίς την ανάγκη μιας παρουσίας ζεστής, στοργικής, ισχυρής, που να κατανοεί, να συμπονάει, να δίνει αμέριστο το ενδιαφέρον, να ενδυναμώνει, να προσάγει στον Παντοδύναμο Θεό. Και ποια άλλη είναι αυτή η γλυκιά παρουσία από τη Μητέρα του Θεού και του ανθρώπου, τη Θεοτόκο Μαρία;

Γι’ αυτό και κάθε εποχή του χρόνου έχει τη δική της έκφραση, τη δική της στροφή στο Πανάγιο πρόσωπό της. Και κάθε ψυχή έχει το δικό της τρόπο να στέκει μπροστά της.

Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο φωτεινός και φωτισμένος αυτός άγιος της πολύπαθης Ρωσικής Εκκλησίας, ο πολυαγαπημένος πατέρας του λαού της, αγάπησε μοναδικά την Παναγία μας.

Κι εκφραζόταν με λόγους σαν αυτούς που παραθέτουμε, που τονώνουν την κάθε ψυχή και μέσα στην πολυτάραχη εποχή μας απλώνουν μια γαλήνη και μια βέβαια ελπίδα για τη σωτηρία μας και την αιώνια χαρά μας στη Βασιλεία του Θεού.

Η αγία Εκκλησία, ως κοινότητα όλων των ορθοδόξων χριστιανών που αγωνίζονται στη γη και όλων των αγίων που μετοίκησαν στον ουρανό, έχει τόση δύναμη, ώστε μπορεί να νικήσει κάθε κακία των δαιμόνων και των ανθρώπων που κινούνται απ’ αυτούς, και να καταστρέψει όλες τις σκευωρίες τους. Φτάνει εμείς να ζούμε άξια της μεγάλης μας κλήσεως και να έχουμε ακλόνητη πίστη στον Κύριο και στην κραταιά πρεσβεία της Μητέρας Του και των αγίων Του.

Γι’ αυτό τόσο συχνά στις λειτουργικές προσευχές της η Εκκλησία μάς προτρέπει: «Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.»

Να γιατί η Εκκλησία έχει ισχύ ακαταμάχητη και ανυπέρβλητη για όλες τις δυνάμεις του Άδου!

Όταν ατενίζεις την Υπεραγία Θεοτόκο, στη μορφή της βλέπεις προσωποποιημένη ολόκληρη την Εκκλησία: τον Κύριό μας, αφού υπήρξε η «σκηνή του Θεού και Λόγου» Ιησού Χριστού· τον αγγελικό κόσμο, ως «των αγγέλων τον βίον εμφαίνουσαν»· τους αγίους του Θεού, αφού είναι Παναγία, «αγία αγίων μείζων»· το σώμα των πιστών, αφού είναι «αυλή λογικών προβάτων»· τέλος, ολόκληρη την εν Χριστώ και διά του Χριστού ανακαινισμένη δημιουργία, αφού δι’ αυτής «νεουργείται η κτίσις».

Στο σεπτό πρόσωπο της Θεοτόκου συγκεντρώνεται ακόμη όλη η θεολογία της Ορθοδοξίας: Εκείνη είναι «των δογμάτων Χριστού το κεφάλαιον» και το «στερρόν της πίστεως έρεισμα».

Η Θεοτόκος είναι η πιο καθαρή εικόνα του Θεού.

Δόξα σε σένα, Δέσποινα άχραντε!

Θυμήσου μας στη βασιλεία του Υιού σου και απομάκρυνε με την κραταιά δύναμή σου κάθε επιβουλή των ορατών και αοράτων εχθρών!

Να προστρέχετε, αδελφοί μου, στη Μητέρα του Θεού, όταν το σπίτι σας χάνει την ειρήνη του. Η Κυρία Θεοτόκος είναι η πηγή του ελέους και της δυνάμεως. Μπορεί να ειρηνεύσει τις ανθρώπινες καρδιές. Ως Μητέρα του Θεού της Ειρήνης, μεσιτεύει σ’ Αυτόν για την ειρήνη όλου του κόσμου και όλων των χριστιανικών σπιτιών. Έχει την ελεητική δύναμη να διώξει με ένα νεύμα της τα πονηρά πνεύματα, αυτά που με ακοίμητο αγώνα προσπαθούν να χωρίζουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν να αλληλομισούνται. Είναι η Γοργοεπήκοος, που απαντά γρήγορα στις παρακλήσεις μας και μας δίνει την ειρήνη και την αγάπη. Αρκεί να την παρακαλούμε με πίστη και αγάπη. Γιατί, αν δεν έχουμε την πίστη και την αγάπη, γινόμαστε ανάξιοι της μεσιτείας της Θεοτόκου. Ας την τιμάμε με βαθύ σεβασμό ως Μητέρα του Υψίστου, ως το ανώτερο των ποιημάτων του. Και ας διατηρούμε ταπεινό φρόνημα, αφού και Εκείνη ήταν τόσο ταπεινή εδώ κάτω στη γη και τίποτε δεν της αρέσει όσο η ταπεινοφροσύνη. Το διεκήρυξε η ίδια στην Ωδή της: «Ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. α’ 47, 48).

Πηγή: https://xfd.gr/

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ
Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

…Τὰ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πρώτη δημόσια ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ, ὁ Κύριός μας εἶχε ἀποκαλυφθεῖ σὲ μερικοὺς προνομιούχους. Σήμερα ὅμως, ὅλοι ὅσοι περικύκλωναν τὸν Ἰωάννη, δηλαδὴ οἱ μαθητές του, καὶ ὅλο τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε κατεβεῖ στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη, γίνονται μάρτυρες μιᾶς πολὺ ἐπισημότερης φανέρωσης τοῦ Ἰησοῦ.

Σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ φανέρωση; Ἔχει δύο πτυχές. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ πτυχὴ τῆς ταπεινώσεως στὴν ὁποία ὑπόκειται ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὸ βάπτισμα. Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ πτυχὴ τῆς δόξας, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη μαρτυρία ποὺ ὁ Πρόδρομος δίνει γιὰ τὸν Ἰησοῦ καί, σ’ ἕνα ἐπίπεδο ἀπείρως ἀνώτερο, ἡ θεία μαρτυρία ποὺ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα παρέχουν γιὰ τὸν Υἱό.

Θὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ κοντὰ καὶ τὶς δύο πτυχές· πρῶτα ὅμως ἂς κρατήσουμε τοῦτο: κάθε φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, τόσο μέσα στὴν Ἱστορία ὅσο καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου, εἶναι φανέρωση δόξας καὶ ταπεινώσεως ταυτοχρόνως. Ὅποιος διαχωρίζει αὐτὲς τὶς δύο πτυχὲς τοῦ Χριστοῦ, κάνει σφάλμα ποὺ διαστρεβλώνει ὅλη τὴν πνευματικὴ ζωή. Δὲν μπορῶ νὰ πλησιάσω τὸν δοξασμένο Χριστὸ χωρὶς τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ πλησιάσω τὸν ταπεινωμένο Χριστό, οὔτε νὰ πλησιάσω τὸν Χριστὸ στὴν ταπείνωση Τοῦ χωρὶς τὴ δόξα Του. Ἂν ἐπιθυμῶ νὰ φανερωθεῖ μέσα μου, μέσα στὴ ζωή μου, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει παρὰ μόνον ἂν ἀγκαλιάσω Αὐτὸν ποὺ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος μὲ θερμὴ ἀφοσίωση ὀνόμαζε ὁ ταπεινὸς Χριστὸς καὶ ἂν μὲ τὸ ἴδιο σκίρτημα λατρεύσω Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι Θεός, Βασιλεὺς καὶ Νικητής. Νὰ τὸ πρῶτο δίδαγμα τῶν Θεοφανείων.

Ἡ ταπείνωση τῶν Θεοφανείων συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό Του στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ποὺ εἶναι βάπτισμα μετανοίας. Ἐκεῖνος κατ’ ἀρχὴν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς ἐπιμένει: «Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». (Ματθ. 3:13-15). Χωρὶς ἀμφιβολία, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανένα ἐξαγνισμὸ ἐκ μέρους τοῦ Ἰωάννη, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα ποὺ πρόσφερε ὁ Ἰωάννης, αὐτὸ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας μὲ σκοπὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, προετοίμαζε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Μεσσία. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, πρὶν κηρύξει τὴν ἔλευση αὐτῆς τῆς Βασιλείας, θέλησε νὰ περάσει καὶ νὰ κάνει κι ὁ Ἴδιος χρήση ὅλων τῶν προπαρασκευαστικῶν φάσεων.

Ἐνῶ ἦταν Αὐτὸς τὸ πλήρωμα, θέλησε νὰ ἀναλάβει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀτελῆ καὶ ἀσυμπλήρωτα. Δεχόμενος ὅμως τὸ Ἰωάννειο βάπτισμα ὁ Ἰησοῦς ἔκανε κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία ἁπλὴ ἐπιδοκιμασία καὶ ἐπίσημη ἐπικύρωση μιᾶς τελετῆς πρὶν τὴν μεταβάλλει, πρὶν τὴν ἐντάξει ὡς ἀτελῆ στὸ τέλειο. Αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀναμάρτητος ἔγινε φορέας τῶν ἁμαρτιῶν μας, τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, καί, στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν, ἔκανε μία δημόσια κίνηση μετανοίας. Θέλησε ἀκόμη νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀνάγκη τῆς μετανοίας καὶ τῆς μεταστροφῆς· πρὶν ἀκόμη πλησιάσουμε τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, πρέπει νὰ δεχτοῦμε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, δηλαδὴ νὰ περάσουμε ἀπὸ μία ἀλλαγὴ νοῦ, ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ καταστροφή. Πρέπει νὰ ἐπιδείξουμε ἀληθινὴ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ταπεινὴ πλευρὰ τῶν Θεοφανείων.

Καὶ ἐδῶ, πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸν περιορισμένο ὁρίζοντα τοῦ Ἰωάννειου βαπτίσματος, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ. Τὸ χριστιανικό μας βάπτισμα μᾶς ἔπλυνε καὶ μᾶς ἐξάγνισε. Κατήργησε μέσα μας τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ μᾶς ἔκανε καινὴ κτίση. Προφανῶς ἤμαστε παιδιὰ ὅταν βαπτιστήκαμε. Ἡ χάρη τοῦ Μυστηρίου ὑπῆρξε ἡ θεία ἀνταπόκριση ὄχι στὸ δικό μας προσωπικὸ αἴτημα, ἀλλὰ στὴν πίστη ἐκείνων ποὺ μᾶς ὁδήγησαν στὸ βάπτισμα καὶ στὴν πίστη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μᾶς ἀναδέχθηκε. Ἡ βαπτιστικὴ λοιπὸν αὐτὴ χάρη ὑπῆρξε κατὰ κάποιο τρόπο προσωρινὴ καὶ ὑπὸ προϋποθέσεις: μεγαλώνοντας καὶ ἀποκτώντας συνείδηση τῶν πραγμάτων, θὰ ἐπικυρώναμε μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή μας τὴν πράξη τοῦ βαπτίσματός μας.

Τὰ Θεοφάνεια εἶναι καθ’ ὑπερβολὴ ἡ γιορτὴ τοῦ βαπτίσματος, ὄχι μόνον τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ δικοῦ μας. Εἶναι μία θαυμαστὴ εὐκαιρία νὰ ἀνανεώσουμε τὸ πνεῦμα τοῦ βαπτίσματος ποὺ δεχθήκαμε καὶ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴ χάρη τὴν ὁποία μᾶς ἐπιδαψίλευσε. Διότι, ἡ χάρη τῶν Μυστηρίων, ἀκόμη κι ἂν διακοπεῖ ἢ ἀνασταλεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας, μπορεῖ νὰ ἀναβιώσει μέσα μας, ἐὰν στραφοῦμε καὶ πάλι εἰλικρινὰ πρὸς τὸν Θεό. Στὴ γιορτὴ τῶν Θεοφανείων, ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς λούσει καὶ πάλι, πνευματικά, ὄχι μὲ τὴν ὑλικὴ ἔννοια, στὰ νερὰ τοῦ βαπτίσματός μας. Ἂς βυθίσουμε ἐκεῖ τὴν παλιὰ ἁμαρτωλή μας φύση, διότι τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνας μυστικὸς θάνατος- ἂς διασχίσουμε τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα ποὺ χωρίζει τὴν αἰχμαλωσία ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ ἂς βαπτιστοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ καθαριστοῦμε, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἰωάννη ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.

Η Αγία Σκέπη της Παναγίας

Η Αγία Σκέπη της Παναγίας

Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.), ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός.

Σαλός είναι ο τρελός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε μερικά περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι και έτσι αυτοί να ζουν σε ταπείνωση και αφάνεια.

Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Ιωάννης ο Θεολόγος καθώς και πλήθος αγγέλων.

Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ, η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της, δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει τη γιορτή της αγίας Σκέπης, δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σαν τη φωτοφόρο νεφέλη που σκέπαζε τη μέρα και φώτιζε τη νύχτα τους Ισραηλίτες στην έρημο, σκέπει και προστατεύει τον λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στον δρόμο για την τελείωση. Πως μας σκεπάζει και πως μας προστατεύει η Παναγία μας; Με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.

Είναι χαρακτηριστική και η λεπτομέρεια, ότι η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσεύχονταν. Θέλει να πει, ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάζει με τις πρεσβείες της.

Αρχιμανδρίτης Μελέτιος Απ. Βαδραχάνης

Πατερικά άνθη στην κοίμηση της Θεοτόκου

Πατερικά άνθη στην
κοίμηση της Θεοτόκου

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας μας. Όλοι οι πιστοί καταφεύγουμε με τις θαυμάσιες «Παρακλήσεις» στη Χάρη της και νοιώθουμε, ανάλογα με την πίστη μας, τη βοήθειά της και την παρουσία της στη ζωή μας.

Η φράση του Απολυτικίου της εορτής της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου» «ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε» επαληθεύεται διαρκώς στη ζωή της Εκκλησίας και επιβεβαιώνεται καθημερινά από την προσωπική εμπειρία μας. Δεν μας εγκατέλειψε αναχωρώντας με τον θάνατο από τον κόσμο. Είναι μαζί μας, με τα θαύματα που επιτελεί με τη μεσολάβησή της στον Υιό και Θεό της χάριν εκείνων οι οποίοι ζητούν ταπεινά και με πίστη τις πανίσχυρες πρεσβείες της.

Ως έκφραση θερμής ευγνωμοσύνης για την πολυποίκιλη βοήθειά της στον καθένα μας προσωπικά, και γενικότερα στον φιλόχριστο και θεοτοκόφιλο λαό μας, παραθέτουμε λίγα πνευματικά άνθη από θαυμάσιες ομιλίες στην εορτή της κοιμήσεως ορισμένων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

«Ὤ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς πρός τήν ζωήν διά μέσου θανάτου μετάγεται», αναφωνεί ο ιερός Δαμασκηνός…

«Τί τοίνυν τό περί σέ τοῦτο μυστήριον ὀνομάσωμεν· θάνατον; ἀλλά καί φυσικῶς ἡ πανίερος καί μακαρία σου ψυχή τοῦ πανολβίου καί ἀκηράτου σου χωρίζεται σώματος, ὅμως οὐκ ἐναπομένει τῷ θανάτῳ οὐδ’ ὑπό τῆς φθορᾶς διαλύεται. Ἧς γάρ τικτούσης ἀλώβητος ἡ παρθενία μεμένηκε, ταύτης μεθισταμένης ἀδιάλυτον τό σῶμα πεφύλακται καί πρός κρείττονα καί θειοτέραν σκηνήν μετατίθεται».

Ω πώς εκείνη που γέννησε την Πηγή της ζωής μεταφέρεται διά μέσου του θανάτου προς την ζωή! Να ονομάσουμε θάνατο αυτό το μυστήριο που συμβαίνει με σε; Αλλ’ εάν και εχωρίσθη η παναγία και μακαρία ψυχή σου από το πανευτυχές και αμόλυντο σώμα σου, όπως συμβαίνει με τον θάνατο κάθε ανθρώπου, όμως το σώμα σου δεν παραμένει μόνιμα στον θάνατο, ούτε διαλύεται από την φθορά. Διότι αυτής της οποίας η παρθενία έμεινε άθικτη, όταν γεννούσε τον θεάνθρωπο, αυτής και το σώμα, όταν ήλθε η ώρα να αναχωρήσει από τον παρόντα κόσμο, φυλάχθηκε αδιάλυτο και μετετέθη προς καλυτέρα και θειοτέρα ζωή (PG 96, 713-716).

«Σέ τάφος ἔχειν οὐ δύναται», προσθέτει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης …

«Ἅδης κρατεῖν οὐκ ἰσχύει σου… Ἄπιθι τοίνυν, ἄπιθι σύν εἰρήνῃ. Μεταναστεύου τῶν ἐν τῇ κτίσει μονῶν· ἐξιλάσκου τόν Κύριον ὑπέρ τοῦ κοινοῦ πλάσματος».

Δεν μπορεί να σε κρατήσει ο τάφος. Δεν έχει δύναμη να σε έχει φυλακισμένη ο Άδης… Φύγε λοιπόν, φύγε ειρηνική. Αναχώρησε από τις γήινες διαμονές και ικέτευε και εξιλέωνε τον Κύριο για όλους εμάς τους συνανθρώπους σου. (PG 97, 1100).

«Ὅν τρόπον καί ὁ σός Υἱός καί πάντων Θεός», συμπληρώνει ο άγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, «… τοῦ ὁμοίου σαρκικῶς ἀπεγεύσατο θανάτου· παραδοξάσας δηλαδή, κατά τόν ἴδιον αὐτοῦ καί ζωοποιόν τάφον καί τό σόν τῆς κοιμήσεως ζωοπαράδεκτον μνῆμα· ὥστε ἀμφοτέρων σώματα μέν ἀφαντάστως ὑποδεξαμένων, διαφθοράν δέ μηδαμῶς ἐνεργησάντων. Οὐδέ γάρ ἐνεδέχετό σε θεοχώρητον οὖσαν ἀγγεῖον, τῆς ἀναλύσεως νεκροφθόρῳ διαρρυῆναι χοΐ: Ἐπειδή γάρ ὁ κενωθείς ἐν σοί, Θεός ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, καί ζωή προαιώνιος, καί τήν Μητέρα τῆς Ζωῆς σύνοικον ἔδει τῆς Ζωῆς γεγονέναι…».

Όπως δηλαδή ο Υιός σου και Θεός των όλων εγεύθη κατά την σάρκα του τον ίδιο θάνατο και όπως δόξασε τον δικό του ζωοποιό τάφο, έτσι δόξασε και το δικό σου μνήμα, που εδέχθη κατά την κοίμησή σου Σε την Μητέρα της ζωής. Και οι δύο τάφοι δέχθηκαν μεν, χωρίς να φαντάζονται, κάτι ξεχωριστό, τα σώματα και των δύο, αλλά δεν ενήργησαν καμιά διαφθορά σ’ αυτά. Διότι δεν ήταν δυνατόν συ που ήσουν δοχείο που εχώρησε τον Θεό να διαλυθείς στο χώμα της νεκρώσεως. Επειδή Αυτός που εταπεινώθη και εκυοφορήθη μέσα σου ήταν εξ αρχής Θεός και ζωή προαιώνιος, έπρεπε και συ, η Μητέρα της Ζωής, να γίνεις σύνοικος με την Ζωή, με τον Υιό σου, στα ουράνια (PG 98, 345-8).

Το σώμα της υπεραγίας Θεοτόκου, σημειώνει και ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «μικρόν παραμεῖναν τῇ γῇ καί αὐτό συναπῆλθε… Καί τοίνυν ἐδέξατο μέν ὁ τάφος ἐπί μικρόν, ἐξεδέχετο δέ καί ὁ οὐρανός τήν καινήν γῆν ἐκείνην, τό πνευματικόν σῶμα… τό ἁγιώτερον ἀρχαγγέλων».

Το ιερό σώμα της, αφού παρέμεινε για λίγο στη γη, έφυγε κατόπιν κι αυτό στους ουρανούς με την ψυχή της. Δέχθηκε λοιπόν το σώμα της ο τάφος για μικρό χρονικό διάστημα, δέχθηκε δε τελικώς και ο ουρανός το σώμα της, την καινή εκείνη γη, που ανεκαινίσθη από τον Υιό και Θεό της που κατοίκησε μέσα της, το πνευματικό και άγιο εκείνο σώμα… που είναι αγιότερο από τους αρχαγγέλους («Η Θεομήτωρ», έκδοση Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, Αθήναι 1968, σελ. 214-216).

«Μόνη αὕτη νῦν μετά τοῦ θεοδοξάστου σώματος σύν τῷ Υἱῷ τόν οὐράνιον ἔχει χῶρον», τονίζει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· «οὐ γάρ εἶχε κατέχειν εἰς τέλος γῆ καί τάφος καί θάνατος ζωαρχικόν σῶμα καί θεοδόχον».

Μόνη η Θεοτόκος τώρα, προ της Δευτέρας δηλαδή Παρουσίας, βρίσκεται με το θεοδόξαστο σώμα της μαζί με τον Υιό της στον ουράνιο Παράδεισο. Διότι δεν μπορούσαν να κρατούν παντοτινά η γη, ο τάφος και ο θάνατος το σώμα εκείνο, που έγινε δοχείο του Θεού και πηγή της Ζωής (PG 151, 465).

Ας την ικετεύουμε να ενθυμείται και εμάς εκεί στη δόξα της την ανέκφραστη και να πρεσβεύει και υπέρ ημών στον παντοκράτορα Υιό της.